Οι ανορθολογικές μετρήσεις της εκλογικής επιρροής των πολιτικών κομμάτων και οι σκοπιμότητες των δημοσκοπικών εταιρειών, μέσα από τις έρευνες της "Public Issue" και της "Palmos Analysis".


Ενώ η επιχείρηση "καθαρά χέρια" της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα βρίσκεται, σε πλήρη εξέλιξη, με άμεσο στόχο, στην παρούσα φάση, το ΠΑΣΟΚ /ΚΙΝΑΛ (όπως λέγεται, υπάρχουν στοιχεία, που δένουν την στήριξη κατηγορίας, εις βάρος των μελών του ΚΥΣΕΑ της εποχής της τελευταίας κυβέρνησης του Κώστα Σημίτη, με σημαντικό ρόλο, στον Γιάννο Παπαντωνίου, για την υπόθεση της αγοράς του συστήματος C4I), το παρόν δημοσίευμα θα το απασχολήσει η δημοσκοπική συρρίκνωση του ΣΥΡΙΖΑ, που φαίνεται ότι έχει καταστεί ένα φαινόμενο, το οποίο έχει αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Το παραπάνω σχήμα, το οποίο προέρχεται από το πολιτικό βαρόμετρο της δημοσκοπικής εταιρείας "Public Issue" και αφορά την διαχρονική εξέλιξη της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων κομμάτων της ελληνικής πολιτικής σκηνής, κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2015 - Νοεμβρίου 2018, είναι χαρακτηριστικό της αλήθειας του ισχυρισμού αυτού.

Βέβαια, το σχήμα αυτό και οι απεικονίσεις του δεν πρέπει να ληφθούν υπόψη, κατά κυριολεξία, ως προς την ποσοστιαία καταγραφή της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και των άλλων κομμάτων. Όμως, αν και δεν εκφράζουν την πραγματική επιρροή των κομμάτων, μπορούμε, με ασφάλεια, να ισχυρισθούμε ότι καταγράφουν τις τάσεις της κοινωνίας μας και του ελληνικού εκλογικού σώματος, έτσι όπως αυτές εξελίχθηκαν και προκύπτουν, από τα καταγεγραμμένα σημεία αυτής της συγκεκριμένης χρονοσειράς. 

Αυτή, άλλωστε, είναι και η όποια αξία του, εν λόγω, σχήματος, αφού μας δίνει μια συνολική εικόνα, για τις τάσεις και τις προτιμήσεις του εκλογικού σώματος, μέσα στο χρονικό διάστημα της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα και τον Πάνο Καμμένο. Στην όλη εικόνα, όμως, υπάρχουν και προβήματα. Υπάρχουν και σκοτεινά σημεία, τα οποία, προϊόντος του χρόνου, γίνονται μαύρες τρύπες και προξενούν μια αναλυτική χασμωδία, η οποία ουδόλως μπορεί να αγνοηθεί.

Ένα από τα βασικά προβλήματα, που παρουσιάζει το συγκεκριμένο σχήμα, στις καταγραφές της χρονοσειράς της ονομαζόμενης, ως εκλογικής επιρροής των κομμάτων έχει να κάνει, με το μέγεθος της διαχρονικής αποχής ενός πολύ σημαντικού τμήματος του εκλογικού σώματος, από την ψηφοφορία. Αυτό το μέγεθος δεν παρουσιάζεται, πουθενά. Είναι σαν να μην υπάρχει. Και φυσικά, αυτό είναι καίριο λάθος, αφού, από τις βουλευτικές εκλογές της 16/9/2007 και μετά, η αποχή των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία, έχει λάβει τεράστιες διαστάσεις.

Βέβαια, στις δημοσκοπικές μετρήσεις, που αναφέρονται, στις εκτιμήσεις των εκλογικών επιρροών των κομμάτων, το ζήτημα της εξαφάνισης του μεγέθους της αποχής των ψηφοφόρων, από τις εκλογές, είναι ένα μεθοδολογικό πρόβλημα. Η δημοσκοπική έρευνα, που μετράει την εκλογική επιρροή των κομμάτων, πρέπει να μετρήσει τις ψήφους αυτών που προσέρχονται, συμμετέχουν και ψηφίζουν, θετικά - δηλαδή με έγκυρη ψήφο -,  στην ψηφοφορία, προκειμένου να δώσει, σε όσους ενδιαφέρονται (δηλαδή στα κόμματα και τα οργανωμένα συμφέροντα), τα προσδοκόμενα εκλογικά αποτελέσματα. 

Ως εκ τούτου, το μέγεθος της αποχής των ψηφοφόρων, από τις εκλογές, για σαφέστατους μεθοδολογικούς λόγους, δεν μπορεί και δεν πρέπει να εμφανισθεί. Αυτή είναι η αχίλλειος πτέρνα αυτού του είδους των δημοσκοπήσεων, που στηρίζονται στην εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων και φιλοδοξούν να ισχυρίζονται ότι προβλέπουν το εκλογικό αποτέλεσμα. 

Βέβαια, το πρόβλημα, που αντιμετωπίζουμε, δεν εξαντλείται, μόνο, στην μεθοδολογία. Αν εξαντλείτο εκεί, θα ήταν ένα καθαρά επιστημονικό πρόβλημα, ως προς τα εργαλεία προσέγγισης και απεικόνισης της πραγματικότητας, αλλά, δυστυχώς, δεν είναι, μόνο και δεν είναι, κυρίως, αυτό. 

Πέραν από πρόβλημα επιστημονικής φύσεως και ερευνητικής μεθοδολογίας, το πρόβλημα των πολιτικών δημοσκοπήσεων έχει να κάνει με τις σκοπιμότητες, που εξυπηρετούν και αφορά τις σχέσεις των εταιρειών, με την πελατεία τους. Δηλαδή, με αυτούς, που παραγγέλουν και πληρώνουν, τις δημοσκοπήσεις, που είναι προς δημοσίευση. 

(Στις δημοσκοπήσεις που δεν είναι για δημοσίευση και τις οποίες κρατούν, στα γραφεία τους, τα πράγματα είναι πολύ διαφορετικά. Εκεί, δεν υπάρχει το ενδιαφέρον και το άγχος, για την άσκηση επιρροής, στο κοινό και την διαμόρφωση της κοινής γνώμης. Ως εκ τούτου, οι χειρισμοί είναι, εντελώς, άλλοι και έχουν να κάνουν, με την ανάγκη των κομματικών επιτελείων να έχουν αντικειμενική γνώμη, για τις τάσεις, που επικρατούν, στην κοινωνία και στο εκλογικό σώμα). 

Αυτή είναι η απλή και ωμή πραγματικότητα, γύρω, από τις πολιτικές δημοσκοπήσεις και ειδικά, για τις έρευνες, που ακολουθούν την μεθοδολογία, που αποσκοπεί, στον προσδιορισμό της εκτίμησης της εκλογικής επιρροής των κομμάτων. 

Υπό το πρίσμα αυτών των διαπιστώσεων, η εξαφάνιση του κρίσιμου μεγέθους της αποχής των ψηφοφόρων, από τις έρευνες, για την εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων, μπορεί να είναι αναγκαία, επειδή, εν τέλει, αυτοί, που προσέρχονται, στις ψηφοφορίες, είναι αυτοί, που καθορίζουν τα τελικά εκλογικά αποτελέσματα, αλλά αυτό το συστημικό πρόβλημα είναι που αλλοιώνει τον σκληρό πυρήνα των δημοσκοπήσεων, που επιχειρούν να εκτιμήσουν την εκλογική επιρροή των πολιτικών κομμάτων, αφού οι δημοσκοπικοί εκτιμητές, στην συνέχεια, είναι υποχρεωμένοι, είτε να υπολογίσουν την εκλογική επιρροή/δύναμη των κομμάτων, επί όσων συμμετέχουν, σε αυτές τις δημοσκοπήσεις, είτε να ενσωματώσουν, με κάποιο τρόπο, το μέγεθος της αποχής, στα τελικά αποτελέσματα, υπολογίζοντας το εκτιμώμενο μέγεθος της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στις εκλογές, όταν αυτές διενεργηθούν. 

Για να αντιληφθούμε την έκταση του προβλήματος πρέπει να θυμηθούμε τα μεγέθη της αποχής, από τις βουλευτικές εκλογές της 7/3/2004, μέχρι τις τελευταίες βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έχοντας, βέβαια, πάντα, στον νου, τις εκκαθαρίσεις των εκλογικών καταλόγων, που, πάντοτε, αργούν και ως εκ τούτου, αυτοί περιλαμβάνουν και ανθρώπους, οι οποίοι, είτε λόγω θανάτου, είτε εξ αιτίας άλλων συμβάντων, δεν είναι τμήμα του εκλογικού σώματος.

Στις βουλευτικές εκλογές της 7/3/2004 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.899.472 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 7.573.368. Απείχαν 2.326.104 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 23,50%.

Στις βουλευτικές εκλογές της 16/9/2007 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.918.917 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 7.355.026. Απείχαν 2.536.891 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 25,85%.

Στις βουλευτικές εκλογές της 4/10/2009 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.933.385 ψηφοφόροι. Ψήφισαν  7.044.479. Απείχαν 2.888.906 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 29,08%.

Στις βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.949.401 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 6.476.751. Απείχαν 3.472.650 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 34,90%.

 Στις βουλευτικές εκλογές της 17/6/2012 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.952.570 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 6.217.000. Απείχαν 3.735.570 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 37,53%.

 Στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.911.495 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 6.330.786. Απείχαν 3.580.709 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 36,13%.

 Στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 στους εκλογικούς καταλόγους ήσαν εγγεγραμμένοι 9.840.525 ψηφοφόροι. Ψήφισαν 5.566.295. Απείχαν 4.274.230 ψηφοφόροι και το ποσοστό της αποχής έφθασε, στο 43,43%.

Όπως γίνεται κατανοητό, το πρόβλημα με την αποχή και το πώς αυτή απεικονίζεται, ή δεν απεικονίζεται και το πώς (και με ποιόν τρόπο) ενσωματώνεται, στις διάφορες μετρήσεις, που πραγματοποιούν οι δημοσκοπικές εταιρείες,  δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι τεράστιο. Και φυσικά, ακριβώς επειδή δεν ζούμε, στους παλαιούς καλούς καιρούς, πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι, όχι μόνο, για τις σκοπιμότητες, που υπηρετούν, κατά περιόδους, οι δημοσκοπικές εταιρείες, αλλά και για την μεθοδολογία, που τηρούν και ακολουθούν, ως προς τον υπολογισμό και κυρίως, ως προς την κατανομή της αποχής, την οποία ενσωματώνουν, στα παραγόμενα, από αυτές, αποτελέσματα, τα οποία τα εμφανίζουν, ως, οιονεί, εκλογικά και έτσι, φυσικά, να διαμορφώνουν, σε έναν, όχι αμελητέο, βαθμό, το πολιτικό κλίμα και να επηρεάζουν τους ψηφοφόρους και το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα.

Μπορεί, βέβαια, ως αποτέλεσμα της μακροχρόνιας κρίσης, που έχει επιπέσει, στην ελληνική κοινωνία και έχει αποδιοργανώσει, σε έναν βαθμό, τον μηχανισμό της προπαγάνδας της εντόπιας ελίτ (αν και αυτό, τα τελευταία χρόνια, η μνημονιακή μεταστροφή και η επακολουθήσασα διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, έχει μετριασθεί), οι δημοσκοπικές εταιρείες και τα ΜΜΕ, των οποίων αποτελούν αναπόσπαστο μέρος, να μην έχουν την παλαιά αίγλη και τις μεγάλες δυνατότητες επηρεασμού της κοινής γνώμης, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι οι δυνατότητες, για τον επηρεασμό των ψηφοφόρων, που έχουν απομείνει, στο προπαγανδιστικό σύστημα των εντόπιων ελίτ, δεν λειτουργούν. Λειτουργούν και παράγουν αποτελέσματα. Και αυτό είναι ένα από τα πολύ σημαντικά προβλήματα, που έχουμε να αντιμετωπίσουμε, όταν εξετάζουμε τις πολιτικές δημοσκοπήσεις των εταιρειών αυτών.

Εξ αιτίας αυτής της πραγματικότητας και αυτή η δημοσκοπική απεικόνιση, την οποία παρουσιάζω, σήμερα, έχει τα πολλά προβλήματά της. Γι' αυτό και οι αριθμοί, που παρουσιάζει, δεν έχει νόημα να λαμβάνονται υπόψη, έτσι όπως αναφέρονται. Γι' αυτό και επιμένω να βλέπω, περισσότερο, τις διαμορφούμενες μακροχρόνιες τάσεις, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα, καθώς και στις αποστάσεις μεταξύ των εκλογικών επιρροών των κομμάτων, έτσι όπως αυτές απεικονίζονται, στο σχήμα του πολιτικού βαρόμετρου της "Public Issue". Αυτές είναι που έχουν σημασία.

Και φυσικά, αυτές οι μακροχρόνιες τάσεις, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα, δεν είναι ευνοϊκές, για την κυβέρνηση, για τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝΕΛ. Είναι απογοητευτικές, αν και δεν είναι καταστροφικές, εάν δεχθούμε ότι η εκλογική επιρροή, του, μεν, ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, στο 22% και των, δε, ΑΝΕΛ, στο 2%.


Αλλά τα πράγματα, που αφορούν τις δημοσκοπικές μετρήσεις των εκτιμήσεων των εκλογικών επιρροών των κομμάτων, εάν δούμε την παραπάνω εκτίμηση, στην οποία προέβη, για τον Νοέμβριο του 2018, η εταιρεία "Palmos Analysis", στην αντίστοιχη έρευνα της, η οποία διεξήχθη, στην χρονική περίοδο 20 - 22/11/2018, πολυπλοκοποιούνται, όταν προβούμε στις απαραίτητες συγκρίσεις των εκτιμήσεων των δύο εταιρειών.

Η εκτίμηση της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, έτσι, όπως αυτή προκύπτει, από την έρευνα της "Palmos Analysis", είναι πολύ καλύτερη, από αυτήν της "Public Issue". Το ποσοστό του 28,5%, που του δίνει αυτή η δημοσκόπηση, δεν είναι, καθόλου, αμελητέο. Δεν είναι πολύ μακριά, από το εκλογικό ποσοστό του 35,46%, που κατέκτησε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2018. Είναι κοντά και τον καθιστά αξιόμαχο . (Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο, για τους ΑΝΕΛ, οι οποίοι, με το 1,5%, απομακρύνονται από το πολιτικό παιχνίδι, αφού δύσκολα θα μπορέσουν να φθάσουν, όταν διεξαχθούν οι εκλογές, στο όριο του 3%).

Μπορούμε, μάλιστα, αν μείνουμε στα παραδοσιακά σχήματα ανάλυσης των δημοσκοπικών δεδομένων να πούμε ότι, με βάση αυτήν την μέτρηση της υποτιθέμενης εκλογικής του επιρροής, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, σε μια ικανοποιητική πολιτική και εκλογική θέση, λαμβανομένης υπόψη της πολιτικής φθοράς που έχει υποστεί, εξ αιτίας της κυβερνητικής του θητείας, κατά την διάρκεια της τελευταίας τετραετίας. Με αυτά τα δεδομένα, τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές θα τις χάσει, αλλά έχει πολλές δυνατότητες βελτίωσης της εκλογικής του επιρροής και της πολιτικής του θέσης.


Δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η εκτίμηση της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και όλων των κομμάτων, έτσι όπως δίνεται από την εταιρεία "Palmos Analysis" (αλλά και από την "Public Issue") είναι αυθαίρετη και δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ορθολογικά, διότι, παρά τις όποιες ορθολογικοφανείς εξηγήσεις, που μπορεί να και προφανώς, θα δώσουν οι δημοσκόποι, εάν και όταν θα ερωτηθούν, το έργο το οποίο επιτελούν, μέσα από τις δημοσκοπικές έρευνες των μετρήσεων της εκλογικής επιρροής των κομμάτων, είναι ένα έργο μιας σύγχρονης μαντικής τέχνης, η οποία ενδύεται τα στοιχεία της επιστήμης, για να καλύψει τον ενδογενή τσαρλατανισμό του δημοσκοπικού εγχειρήματος, αφού αυτό το εγχείρημα, εκ των πραγμάτων, ευρίσκεται, στο σημείο τομής του επιστημονικού ορθολογισμού και της μαντικής παραμυθίας. 

Και φυσικά, τα ποσοστά της έρευνας της πρόθεσης ψήφου ουδεμία σχέση έχουν, με αυτά της εκτίμησης της εκλογικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ και των υπόλοιπων πολιτικών κομμάτων. Οι αποστάσεις των αντίστοιχων αριθμών είναι είναι τόσο μεγάλες, ώστε καθίστανται εξωπραγματικές. Πώς, δηλαδή και γιατί το σχετικά ισχνό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, αυτό το 16,4%, που έχει καταγράψει, στην πρόθεση ψήφου, η "Palmos Analysis", θα εξακονισθεί, στο 28,5%, ή στο 22%, που προβλέπει η "Public Issue", στις αντίστοιχες εκτιμήσεις της εκλογικής επιρροής του κυβερνητικού κόμματος. Και γιατί το 23,1%, που προβλέπεται, από την ίδια έρευνα της πρόθεσης ψήφου, θα εκτοξευθεί, στο 34%, ή στο 38,5%;

Όσο και να ψάξουμε ορθολογική απάντηση δεν θα βρούμε. Λογικοφανείς εξηγήσεις, προφανώς, θα μας δοθούν. Και επιχειρούνται να δοθούν. Όμως, όλη αυτή η διαδικασία, που δημοσιοποιείται και έρχεται στην γνώση του ευρύτερου κοινού, είναι μέρος του προεκλογικού αγώνα, ο οποίος τις πλείστες φορές αρχίζει την επομένη των εκλογών και εξικνείται, μέχρι την διεξαγωγή των επόμενων. Και ως εκ τούτου, λειτουργεί, ως προπαγανδιστικός μηχανισμός επηρεασμού και προσδιορισμού των επιλογών του εκλογικού σώματος.  

(Βέβαια, όταν θα έλθει η ώρα της κρίσεως, όταν, δηλαδή, διεξαχθούν οι εκλογές, θα αποτιμηθεί το έργο των δημοσκόπων, αφού τα πραγματικά εκλογικά αποτελέσματα θα συγκριθούν, με τα υπολογιζόμενα εκλογικά αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων, που μετρούν την εκλογική επιρροή των κομμάτων. Και οι πιθανότητες είναι δύο. Να πέσουν, προσεγγιστικά, μέσα, ή να πέσουν έξω. Όπως συμβαίνει και με τα μαντεία και τις προβλέψεις των μαντών. Και στις δύο περιπτώσεις, οι όποιες επιτυχίες, στις προβλέψεις, δεν αλλάζουν το παραδοξολογικό περιεχόμενο και την ανορθολογική στρέβλωση της διαδικασίας και στις δύο περιπτώσεις, χωρίς όμως, αυτό να εξομοιώνει τον ανορθολογισμό, που ενσωματώνουν οι προβλέψεις των δημοσκοπικών εταιρειών και των μαντείων).

Ο παραπάνω πίνακας της εταιρείας "Palmos Analysis", με την πρόθεση ψήφου, όσων συμμετείχαν, στην έρευνα, την συγκεκριμένη χρονική περίοδο (20-22/11/2018), που την διεξήγαγε, είναι ένα πολύ καλό και χαρακτηριστικό δείγμα της αυθαιρεσίας των δημοσκόπων  που χρησιμοποιούν την εικαζόμενη, νομιζόμενη, ανορθόλογη και μαντικώ τω τρόπω, υπολογιζόμενη εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των πολιτικών κομμάτων, σε όλες τις σχετικές μετρήσεις.

Το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, στην συγκεκριμένη δημοσκόπηση της "Palmos Analysis" δεν είναι το 28,5% της εκτίμησης της εκλογικής επιρροής του. Το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ έχει καταμετρηθεί, στο 16,4%. Από εκεί και πέρα, το άλμα, στο ποσοστό του 28,5%, είναι αυθαίρετο. Και πάρα τις ορθολογικοφανείς εξηγήσεις των αναλυτών, στερείται ορθολογικότητας.

Ως εκ τούτου, το ερώτημα που τίθεται, αφορά την σκοπιμότητα της δημοσιοποίησης αυτής της εκτίμησης, στην οποία προέβη η δημοσκοπική εταιρεία. Και γενικότερα, το ερώτημα αφορά τις σκοπιμότητες, που εξυπηρετούν οι δημοσκόποι, με την δημοσιοποίηση αυτών των εκτιμήσεων. 

Φυσικά, οι δημοσκόποι δεν αποσκοπούν, απλώς, στην ανεύρεση της πραγματικής, πλην όμως, υποκρυπτόμενης βούλησης των ψηφοφόρων, οι οποίοι υποτίθεται ότι δεν θέλουν να αποκαλύψουν (ή και δεν γνωρίζουν) το τι προτίθενται να ψηφίσουν. Δεν είναι αυτό το κύριο μέλημά τους.

Αυτό που τους ενδιαφέρει, είναι να προσελκύουν και να ικανοποιούν την πελατεία τους. Και αυτό πράττουν. Ως εκ τούτου, οι μετρήσεις των δημοσκόπων διενεργούνται, σε κάθε περίπτωση, με αυτά τα κριτήρια. Και προφανώς  για αυτόν τον λόγο, δημοσιοποιούνται, αφού οι δημοσκοπήσεις είναι ένα πολύ σημαντικό εργαλείο διηνεκούς επηρεασμού και καθοδήγησης της αποκαλούμενης κοινής γνώμης. Δηλαδή της κοινωνίας και εν τέλει, του εκλογικού σώματος.

Όμως, παρά τον σαφέστατο χειραγωγικό ρόλο των δημοσκοπικών μετρήσεων και τις ακραίες επιφυλάξεις, που είναι αναγκαίες να τηρούνται από το υποψιασμένο κοινό - και οι οποίες πολλές φορές τηρούνται, αν και, επίσης, πολλές φορές το ευρύ κοινό και ένα μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης παρασύρεται, από τους δημοσκόπους και την προπαγανδιστική χρήση των δημοσκοπήσεών τους, η αλήθεια είναι ότι οι δημοσκοπήσεις αυτές, που αφορούν τις εκτιμήσεις της εκλογικής επιρροής των πολιτικών κομμάτων δεν στερούνται κάθε αξίας. 

Οι εκτιμήσεις αυτές της εκλογικής επιρροής των κομμάτων έχουν αξία, όταν είναι μακροχρόνιες και λειτουργούν, ως εκ τούτου, ως διαχρονικό πολιτικό βαρόμετρο, το οποίο αναδεικνύει τις μακροχρόνιες τάσεις της πολιτικής συμπεριφοράς και των εκλογικών τάσεων της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος.

Με αυτά τα δεδομένα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι αλήθεια ότι, όπως προκύπτει, από το πρώτο, από το αρχικό σχήμα, που δημοσιεύεται, στο παρόν κείμενο, που περιγράφει τις τάσεις της κοινωνίας και τις διακυμάνσεις των προτιμήσεων των ερωτώμενων - και εφόσον τα δείγματα των, κατά καιρούς πολιτών, που καλούνται να συμμετάσχουν, σε αυτή την διαμόρφωση του μακροχρόνιου πολιτικού βαρόμετρου - ακολουθεί, εδώ και πάνω από 3 χρόνια, μια απότομη, στην αρχή και μακρόσυρτη, στην συνέχεια, πορεία παρακμής. 

Όπως προκύπτει, από αυτό το αρχικό σχήμα, η, σχεδόν, απόλυτη παντοδυναμία του, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015, ακολουθήθηκε, από την κατακρημνιστική πτώση του, αμέσως μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015, η οποία συγκρατήθηκε, κάπως, όταν φθάσαμε, στο καίριο και κομβικό σημείο των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Και αυτή η συγκράτηση της συρρικνωθείσας, κατά 240.075 ψήφους, εκλογικής του δύναμης, που κράτησε τον ΣΥΡΙΖΑ, ως πρώτο κόμμα, γεγονός, που του επέτρεψε να σχηματίσει κυβέρνηση και πάλι, με τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου, που ανέλπιστα, κατάφεραν να εισέλθουν στο κοινοβούλιο, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έχει να κάνει, με την συγκυρία (π.χ. τα σημειώματα, για την πληρωμή του ΕΝΦΙΑ, πήγαν, στους ψηφοφόρους, στο τέλος του Σεπτεμβρίου του 2015, δηλαδή μετά την διεξαγωγή των εκλογών) και με την ανικανότητα της αντιμνημονιακής αριστεράς να τραβήξει, ένα μέρος της τεράστιας αποχής των ψηφοφόρων και να τους πείσει να προσέλθουν, στις κάλπες, αλλά και με την βλακώδη απόφασή τους να μην σχηματίσουν ένα απλό εκλογικό μέτωπο, το οποίο, εάν σχηματιζόταν, τα κόμματα αυτά θα εισέρχοντο, στην παρούσα βουλή και η κυβέρνηση αυτή δεν θα μπορούσε να σχηματισθεί.

Βέβαια, θα σχηματιζόταν μιαν άλλη κυβέρνηση, με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτή θα συμπεριλάμβανε άλλα μνημονιακά κόμματα (π.χ. Το Ποτάμι, ή/και το ΠΑΣΟΚ) και με την ύπαρξη αυτού του εκλογικού συνασπισμού της τωρινής εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, στα έδρανα του κοινοβουλίου και με την καθημερινή αναλογική και αναγκαστική δημοσιότητα των δραστηριοτήτων του, ακόμη και αν, μετεκλογικά, τα κόμματα αυτά θα κρατούσαν την αυτοτέλειά τους. δεν θα άφηναν, σε χλωρό κλαρί την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, υπό το βάρος αυτής της κριτικής και του κινήματος αντίστασης, που θα μπορούσε να κινητοποιήσει, θα αδυνατούσε να φέρει, εις πέρας το 3ο Μνημονίου, που υπέγραψε, με τους ξένους δανειστές και θα οδηγείτο, στην κατάρρευση.  

Παρακολουθώντας την εξέλιξη των τάσεων του εκλογικού σώματος, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται, στην έρευνα της εκτίμησης της πολιτικής επιρροής του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα και της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, βλέπουμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε, εξαιρετικά, τυχερός και προσέφυγε, μελετημένα, στις κάλπες, τον Σεπτέμβριο του 2015, αφού, αμέσως, μετά την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών και παρά την άνετη επικράτησή του, σε αυτές, βρέθηκε, τον Οκτώβριο του 2015, να βρίσκεται, πίσω από την Νέα Δημοκρατία, στην εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των δύο κομμάτων. Και από εκεί και πέρα, ουδέποτε μπόρεσε να ανατρέψει αυτό το σκηνικό, το οποίο, στην πορεία, διευρύνθηκε και οδήγησε, σε ευμεγέθεις αποστάσεις, ανάμεσα στα δύο κόμματα.  

Όμως και τώρα το εκλογικό μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι καθόλου ευοίωνο. Το 16,4%, που συγκεντρώνει, στην πρόθεση ψήφου της έρευνα της εταιρείας "Palmos Analysis", κατά τον παρόντα μήνα, είναι, απολύτως, ανασφαλές. Όσο και θέλει να ελπίζει ότι το ποσοστό αυτό θα ανακάμψει και θα βελτιωθεί, στην πραγματικότητα, δεν αποκλείεται να συρρικνωθεί, ακόμη περισσότερο, με δεδομένες τις ανισορροπίες, που ταλανίζουν την ελληνική οικονομία, την αδυναμία του ελληνικού κράτους να προσφύγει, για δανεισμό, στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές και τον έλεγχο του περίφημου "μαξιλαριού" δανεικών, που έχει χορηγηθεί, από τους ξένους δανειστές, οι οποίοι δεν φαίνεται να θέλουν να χρηματοδοτήσουν τον προεκλογικό αγώνα του ΣΥΡΙΖΑ, με αυτό το μαξιλαράκι, αλλά ούτε και να το χρησιμοποιήσουν, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν το καταρρέον ελληνικό τραπεζικό σύστημα.

Έτσι, παρά τις μεγαλοστομίες του πρωθυπουργού και των κυβερνητικών στελεχών, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, για την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ, που μπορεί να κατακρημνισθούν, την ίδια στιγμή, που θέλουν να ελπίζουν, όχι ότι θα κερδίσουν τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, αλλά ότι, τουλάχιστον, θα κρατήσουν μια κρίσιμη μάζα ψηφοφόρων, που θα τους επιτρέψει να παραμείνουν στην δεύτερη θέση του ελληνικού πολιτικού σκηνικού και ως εκ τούτου, μέσα στο πολιτικό παιχνίδι.

Αλλά αυτό, παρά τα επιφαινόμενα και παρά το γεγονός ότι, στα αριστερά τους, δεν έχουν, επί του παρόντος, αντίπαλους, στον χώρο της αντιμνημονιακής αριστεράς (αλλά και της αντιμνημονιακής δεξιάς), αυτή η κατάσταση μπορεί, με την πάροδο του καιρού, να μεταβληθεί, άρδην. Και φυσικά, υπάρχουν σημαντικά δείγματα ότι κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί.

Αυτό, που, κατά την γνώμη μου, είναι πολύ σημαντικό και πολύ ανησυχητικό, για τον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και για την Νέα Δημοκρατία), είναι το γεγονός ότι η διαχρονική εκτίμηση της εκλογικής επιρροής των κομμάτων, από τον Σεπτέμβριο του 2015, μέχρι τώρα (Νοέμβριος 2018), έτσι όπως αυτή προκύπτει από την έρευνα της "Public Issue", παρά την απογοητευτική κατάσταση, που επικρατεί, στον χώρο της αντιμνημονιακής αριστεράς (αλλά - αν και λιγότερο - και της δεξιάς), ο χώρος της εκλογικής επιρροής των εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων, έχει, σχεδόν, διπλασιασθεί. Από το 6,4% των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, τώρα αυτός ο - έστω ανομοιογενής - πολιτικός χώρος έχει μεγεθυνθεί, στο 11,5%. 

Υπό τις παρούσες συνθήκες της επικρατούσας απογοήτευσης, αυτό δεν είναι λίγο. Και αυτή η κατάσταση μπορεί να αποκτήσει μεγαλύτερες διαστάσεις, εάν επικρατήσει η λογική και σχηματισθούν οι πρέπουσες εκλογικές συμμαχίες. Αυτές οι εκλογικές συμμαχίες - οι κατάλληλοι εκλογικοί συνασπισμοί - θα έπρεπε, εδώ και πολύ καιρό, να έχουν κατασταλάξει και να έχουν σχηματισθεί. Η τωρινή εμβέλειά τους θα ήταν πολύ σημαντική. Θα ενέπνεαν και θα ενίσχυαν τις ελπίδες, στις τάξεις των ψηφοφόρων.
 
Αλλά, έστω και τώρα, ακόμη και λίγο αργότερα και πάντως, πριν από την διεξαγωγή των ερχόμενων εκλογών, οι δυνατότητες, για τους αναγκαίους συνασπισμούς κομμάτων, υπάρχουν. Και αν αυτό συμβεί, τότε, κλάψ' τα Χαράλαμπε, για τον ΣΥΡΙΖΑ, την Νέα Δημοκρατία και τα λοιπά κοινοβουλευτικά κόμματα.