Μάϊος 1980 : Μια φοιτητική παρέα στο γρασίδι (που τώρα έχει γίνει μπετόν) της Νομικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Πίσω, αριστερά, όπως βλέπουμε την φωτογραφία, με το καφέ μπουφάν, τα γυαλιά και το μουστακάκι εικονίζεται ο αξέχαστος συμφοιτητής μου, ο Θανάσης Παπαράλλης, στο πνευματικό έργο του οποίου αφιερώνεται το παρόν δημοσίευμα, όπως και άλλα, που θα ακολουθήσουν. (Το ποιός είμαι εγώ, αφήνω να το μαντέψετε).
 
 
 
 
 
Τον παλιό μου συμφοιτητή, τον Θανάση τον Παπαράλλη, μια ταλαιπωρημένη ψυχή, τον χάσαμε, αδόκητα, στις 4 Απριλίου 2018, από επιπλοκές του ζαχαρώδους διαβήτη, που τον ταλαιπωρούσε και τον οποίο είναι  αλήθεια ότι δεν πρόσεξε.
 
Στον Θανάση και στα πνευματικά έργα, που άφησε πίσω του, είναι αφιερωμένο αυτό εδώ το δημοσίευμα και πιθανώς, δεν θα είναι το μόνο. Ίσως, να το ακολουθήσουν και άλλα δημοσιεύματα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, εάν, με όποιον τρόπο, βρω κάποιο ή κάποια, από τα συγγράμματα του. 
 
Και αυτά τα δημοσιεύματα, εφ' όσον σταθεί δυνατό να πραγματοποιηθούν, θα ασχοληθούν, με το έργο του αυτό, από το οποίο σώζονται πολύ λίγα, από όσα έγραψε, διότι, δυστυχώς, όπως έμαθα, από την κοινή μας φίλη, την Λευκή Βυζέλη, το πολύ πλούσιο και μεστό συγγραφικό έργο του καταστράφηκε, μετά τον θάνατό του.
 
Όμως, έστω και αυτά τα λίγα, που σώθηκαν, αξίζει να αναδημοσιευθούν, προκειμένου να καταστούν κτήμα του όποιου αναγνωστικού κοινού ενδιαφέρεται και συμμερίζεται τις φιλολογικές και πολιτικές αναζητήσεις του μακαρίτη του Θανάση, έστω και αν διαφωνεί, με λιγότερες, ή/και περισσότερες, από τις θέσεις και τις απόψεις του.
 
Άλλωστε, δεν είναι οι διαφωνίες, ή οι συμφωνίες οι δικές μου, ή οποιουδήποτε άλλου, αυτές που έχουν σημασία, όταν αναφερόμαστε, στις απόψεις και τις θέσεις ενός αξιόλογου πνευματικού δημιουργού - και ο Θανάσης Παπαράλλης, ο θεσσαλονικιός παλιός μου φίλος, υπήρξε και μετά θάνατον, παραμένει, καθ' όλα, ένας πολύ αξιόλογος διανοητής -, έστω και αν το πνευματικό έργο του Θανάση δεν κατέστη, ευρύτερα, γνωστό, έστω και αν, όπως είπα, ένα μεγάλο μέρος του καταστράφηκε, χωρίς να έχει επικοινωνηθεί και ως εκ τούτου, να μην έχει γνωστοποιηθεί, στο ευρύ κοινό, με αποτέλεσμα να μην είναι, ευρύτερα, γνωστός και ο ίδιος ο στοχαστής.
 
Ο Θανάσης ο Παπαράλλης υπήρξε - πριν από τότε, στα τέλη της δεκαετίας του '70, που τον γνώρισα - μια ζωή αντιεξουσιαστής. Έμεινε, στον χώρο αυτόν, μέχρι το τέλος. Βέβαια, το τί σημαίνει και το τί δεν σημαίνει ο όρος αυτός είναι ένα θέμα, αλλά δεν είναι του παρόντος να το αναζητήσουμε. Αφορά μια συζήτηση, που είναι άλλης τάξεως και η οποία μπορεί να γίνει κάποια άλλη φορά. 
 
Ο Θανάσης, όπως προκύπτει και από το κείμενό του, που θα ακολουθήσει τον δικό μου πρόλογο, έμεινε, σταθερά, επηρεασμένος, από την, γαλλικής προέλευσης, Καταστασιακή Διεθνή (Internationale Situationniste), η οποία, ως μια αντιεξουσιαστική τάση, με σαφείς μαρξιστικές επιρροές, που γεννήθηκε, μέσα, στον γαλλικό Μάϊο του 1968, είχε (και έχει) μια αξιοπρόσεκτη συμβολή, στην αντιμετώπιση του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, ως ενός κοινωνικοοικονομικού μηχανισμού, που έχει μετατρέψει τις κοινωνίες, που προέκυψαν, μετά την δεκαετία του '50, σε κοινωνίες του αυτοαναπαραγόμενου θεάματος, μια διαδικασία η οποία είναι το έσχατο και το ύψιστο προϊόν του φετιχισμού του εμπορεύματος, κινούμενη στα ακραία όρια των μαρξικών αναλύσεων, γύρω από την ιδεολογία, ως μια μορφή ψευδούς συνειδήσεως των ανθρώπων και των κοινωνιών.
 
Η αλήθεια, βέβαια, είναι ότι και οι αναλύσεις του Θανάση Παπαράλλη, έτσι όπως αυτές προκύπτουν, από το κείμενο "ΖΗΤΗΜΑ ΤΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ : ΑΝΤΙΕΞΟΥΣΙΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ", το οποίο, όπως γράφει ο ίδιος ο Θανάσης, αποτελεί ένα εσωτερικό κείμενο, που στοχεύει, στον επαναπροσανατολισμό του αντιεξουσιαστικού χώρου, κινούνται, μέσα στα πλαίσια της δικής του ψευδούς συνειδήσεως, αλλά αυτό είναι κάτι, που μπορεί να του συγχωρεθεί (αν και ο ίδιος, πιθανότατα, δεν θα συμφωνούσε με αυτή την διαπίστωση), διότι, επίσης, αλήθεια είναι ότι ουδείς άνθρωπος, ως κοινωνική οντότητα και ουδεμία κοινωνία μπόρεσαν ποτέ - και δεν θα μπορέσουν ούτε στο μέλλον - να αποφύγουν την κατασκευή των διαφόρων εκδοχών [και την ένταξή τους, στο κοινωνικό φαινόμενο] της ψευδούς συνειδήσεως, αφού αυτή η διαδικασία βρίσκεται, στον σκληρό πυρήνα της δημιουργίας και της συντήρησης των ανθρώπινων κοινωνιών και των ανθρώπων, ως κοινωνικών όντων.
 
Όμως, αυτή η διαπίστωση δεν μειώνει το πρωτοπορειακό περιεχόμενο των αντιλήψεων του Θανάση Παπαράλλη, έτσι όπως αυτές ξεδιπλώνονται, στο κείμενό του, που, εδώ, παρουσιάζω. Κάθε άλλο. Οι αναλύσεις του, για την σύγχρονη ελληνική κοινωνία και τα ιδεολογήματά της, τα οποία διαπερνούν και τον αποκαλούμενο, ως αντιεξουσιαστικό χώρο, έχουν πολύ στερεές βάσεις και περιγράφουν την πραγματικότητα, απογυμνώνοντας τα διάφορα ιδεολογήματα του χώρου του, τα οποία, όμως, είναι ιδεολογήματα, που ταλαιπωρούν και ολόκληρη την ελληνική κοινωνία.
 
Έτσι, ο "αντιρατσισμός", ο "αντιφασισμός", ο "αντισεξισμός" και ο μύθος, εντός του οποίου περικλείεται η "οικολογία" (ο άλλος μύθος, που αφορά τους ποινικούς κρατουμένους είναι κάτι το διαφορετικό, που εξαντλεί τα όριά του, κατά την μεγίστη πλειοψηφία του, εντός του αντιεξουσιαστικού χώρου), υφίστανται την αμείλικτη σαρωτική και συνάμα, σε πολλά της σημεία, εξορθολογισμένη κριτική του Θανάση Παπαράλλη, η οποία, φυσικά, ξεπερνά τα όρια του πολιτικού του χώρου και επεκτείνεται, στον σκληρό πυρήνα των, επί μέρους, ιδεολογιών της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, οι οποίες της έχουν επιβληθεί, προπαγανδιστικώ τω τρόπω, από τις ελίτ, που προωθούν την πολτοποιητική διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία έχει εμπλακεί, μέσα στις αντιφάσεις της σύγχρονης εποχής, που προέκυψαν, από την επαναφορά, στο ιστορικό προσκήνιο, των μεγάλων - αλλά και των μικρότερων - εθνικών κρατών.
 
Αξίζει, λοιπόν, η ανάγνωση του κειμένου του αξέχαστου Θανάση. Όλοι οι αναγνώστες του, όσοι, τουλάχιστον, έχουν την υπομονή να το διαβάσουν και να το μελετήσουν (είτε είναι αντιεξουσιαστές, είτε όχι - και πολύ περισσότερο, μάλιστα, όσοι δεν έχουν σχέση, με τον πολιτικό χώρο, στον οποίο εκινείτο ο συγγραφέας), θα βρουν πολύ ενδιαφέρουσες τις τοποθετήσεις του, αλλά και το ευρύτερο περιεχόμενο των αναλύσεων, τις οποίες παραθέτει, στο κείμενο αυτό και πιστεύω ότι θα αισθανθούν λύπη, για το γεγονός της καταστροφής του πλούσιου έργου του.
 
 
 
 
Παλιές καλές εποχές, που πέρασαν, ανεπιστρεπτί...
 
 
 
 
Δεν πειράζει. Ό,τι έγινε, έγινε. Αλλά, με το δημοσίευμα αυτό και με όσα άλλα, πιθανόν, ακολουθήσουν, στο μπλογκ αυτό, αποπειρώμαι να επικοινωνήσω, όσο μου είναι δυνατόν, με την μικρή εμβέλεια των μέσων, που διαθέτω, ένα κομμάτι, από το έργο του Θανάση, που είχε την ευγενή καλοσύνη να μου κοινοποιήσει η πολυαγαπημένη μου Λευκή.
 
Ένα τελευταίο ζήτημα, που έχει να κάνει, με το κείμενο αυτό του Θανάση Παπαράλλη, αφορά το πότε γράφτηκε. Όπως έμαθα, ο ίδιος ο Θανάσης το μοίρασε σε κάποια κατάληψη, που έγινε, στην Θεσσαλονίκη. Αυτή η κατάληψη είχε ξεκινήσει το 2007 και εκκενώθηκε, από τα ΜΑΤ, το 2014, ενώ, από όσα αναφέρει ο συγγραφέας, προκύπτει ότι το κείμενο γράφτηκε το 2007, πιθανότατα, τον Ιούνιο, την εποχή, δηλαδή, της Συνόδου των G8, που, τότε, είχε πραγματοποιηθεί, στην Γερμανία. 
 
Ως εκ τούτου, το κείμενο αυτό δεν πρόλαβε την έλευση της ελληνικής χρεωκοπίας του 2010 και τα Μνημόνια, με τους ξένους δανειστές, που ακολούθησαν, επιβάλλοντας, στην ελληνική κοινωνία, σε αγαστή συνεργασία, με το εντόπιο πολιτικό προσωπικό της δεξιάς, του κέντρου και της αριστεράς, το σύγχρονο καθεστώς της χρεωδουλοπαροικίας, που εμφανίζεται, με την πολιτική μορφή της "νομιζόμενης δημοκρατίας". Αυτό, ίσως, να είναι και η μόνη αδυναμία του, εν λόγω, κειμένου, αλλά αυτό το γεγονός είναι κάτι το οποίο συνέβη, εκ των πραγμάτων. Δυστυχώς, δεν μπορούσε να συμβεί, διαφορετικά.
 
Αλλά και αυτό το γεγονός δεν μειώνει την αξία του κειμένου, που έγραψε ο Θανάσης ο Παπαράλλης. Κάθε άλλο.
 
Ας το δούμε, λοιπόν.
 
 
 
 
 
 
 
ΠΡΟΛΟΓΟΣ:
 
 
«πήξαµε» στα «αυτονόητα»!
 
 
Κάθε σχεδόν φορά που συναναστρέφοµαι µε άτοµα του «χώρου» µε κάνουν να αισθάνοµαι λιγάκι ροµποτάκι! Στον βαθµό που η παγκοσµιοποίηση ακατάσχετα προελαύνει, η απλή λογική και η διάθεση να ψάχνεις τα πράγµατα µέχρι τη ρίζα τους δίνουν τη θέση τους σε µια χωρίς προηγούµενο υπνοβατική επιδερµικότητα, σε µια «βιτρινολαγνεία», λες κι ό,τι είναι υπάρχει ακριβώς όπως φαίνεται. Κι από την ενδηµική αυτή αρρώστια το αντιεξουσιαστικό κίνηµα υποφέρει χρόνια τώρα, µιας και καταπίνει αµάσητο οτιδήποτε του σερβίρουν «προοδευτικά» ΜΜΕ και εταιρίες. Κι έτσι ανυποψίαστο άνοιξε την πόρτα, προσφέροντας άσκεφτα πολιτική στέγη σε µια σειρά από συντεχνιακά ιδεολογήµατα που αφού γλίστρησαν στις γραµµές µας έχουν φέρει το κίνηµα σε αδιέξοδο: που προκύπτει από το γεγονός πως όλα τους βρίσκονται µέσα στις «λογικές» συστήµατος, που καλύπτοντας τα είτε τµηµατικά είτε ολοκληρωτικά, εκθέτουν τον χώρο σε κίνδυνο µαζικής ενσωµάτωσης στο σύστηµα. Το υπνωτικό χαπάκι του Μορφέα που ανεγκέφαλα κατάπιαµε µας µάγεψε κι έτσι εθιστήκαµε να βλέπουµε τα ιδεολογήµατα αυτά σαν να ήταν πραγµατικά και µε κάποιον άλλον τρόπο από το να αποτελούν πρακτικές ψευδαισθήσεις, απλές µόδες αδειασµένες από κάθε άλλο περιεχόµενο, πέρα από αυτό που η αφέντρα τους η παγκοσμιοποίηση τους δίνει.
 
Κάπως έτσι φτάσαµε στο σηµείο µε βραχυκυκλωµένη την κριτική µας και µε αυτοµατοποιηµένα, ανεγκέφαλα ρεφλέξ, να τα θεωρούµε σαν κεντρικά ζητήµατα του κινήµατος και να συσπειρωνόµαστε γύρω από αυτά, κάθε φορά που κάποιος µετανάστης ή κάποια γυναίκα κακοποιείται, αγκαλιάζοντας, έτσι απελπισμένα, έναν χιονάνθρωπο, ένα πρακτικό ολόγραµµα, ένα θέαµα που αναπόφευκτα θα λιώσει, θα χαθεί από τη στιγµή που πολιτικοί και ΜΜΕ θα ανεβάσουν τις θερµοκρασίες της τεχνητής τους «επικαιρότητας».
 
Το κείµενο «αντιεξουσιαστικός χώρος: ώρα µηδέν» που ακολουθεί, δεν εισάγει κάποια καινούργια λογική στο χώρο: επανεισάγει µιαν από καιρό ξεχασµένη τέτοια: και οι λόγοι αυτής της - ολότελα προσωρινής - επαναφοράς εξηγούνται ανάγλυφα στο τέλος του. Το κείµενο µε δύο λόγια περιγράφει τα συντεχνιακά κι από δεκαετίες ξεφτισµένα αυτά ιδεολογήµατα, που εξάλλου συνθέτουν το δικτατορικό «politically correct» της παγκοσµιοποίησης, σαν το θεαµατικό της άλλοθι, σαν την φετιχική της πανοπλία. Και σαν φυσικό συµπέρασµα προτείνει την άµεση αποσύνδεση του κινήµατος από αυτά: την άµεση αποκαθήλωσή τους από κεντρικά, από αξονικά ζητήµατα του αντιεξουσιαστικού κινήµατος. Κι εγώ προσωπικά δεν βρίσκω κανέναν λόγο να διαφωνήσω, ιδιαίτερα από την στιγµή που τελείωσα το διάβασµα του κειµένου που τώρα προλογίζω. Ιδιαίτερα οι νεότεροι σε ηλικία αναγνώστες-τριες θα εκπλαγούν µαθαίνοντας πόσα από τα ιδεολογήµατα που «κάποιοι» τους έµαθαν να τα θεωρούν σαν «αυτονόητα» ή σαν «επαναστατικά» έχουν προ πολλού ενσωµατωθεί µαζί µε τους φορείς τους στο σύστηµα και χρησιµοποιούνται από αυτό για να αποπροσανατολίσουν και να «ξεφουσκώσουν», να αποσυµπιέσουν το ανατρεπτικό µας κίνηµα. «Οι µεγάλοι πάντα κάτι κρύβουν» όπως λέει ο λαός κι αυτό που τώρα κρύβουν στο µανίκι τους είναι τα ενσωµατωµένα κι αδιέξόδα, συντεχνιακά ιδεολογήµατα του αντιρατσισµού, του αντιφασισµού, του αντισεξισµού κ.ο.κ. Ευτυχώς αρκετός κόσµος απ' ό,τι φαίνεται και στις επιστολές που παίρνει η «Εικονοµία» τους έχει «µυριστεί». Τέλος, όσοι δεν υπήρξαν ποτέ καταστασιακοί, ίσως να εκπλαγούν από το µυστικό που έφερε στην επιφάνεια η σκαπάνη της κριτικής «ανασκάπτοντας» τις φετιχικές ιδιότητες του «οικολογικού» εµπορεύµατος.
 
Το κριτικό ξεµπρόστιασµα των αφοµοιωτών-πρακτόρων του συστήµατος άρχισε και η µάχη θα είναι σκληρή: εµείς οι φίλοι της κοινωνικής ανατροπής ας µην την παρακολουθούµε µονάχα, ας συµµετέχουµε σ' αυτήν. Κάποιοι «παλιοί» αποφάσισαν επιτέλους να µιλήσουν. Οι υπόλοιποι τι περιµένουν;
 
 
 
Σ.Ρουκουνάκη *
 
 
*Σημείωση Τάσου Αναστασόπουλου : (Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι στον Θανάση τον Παπαράλλη - που ήταν πιστός στην αντίστοιχη πρακτική των Situationnistes, αλλά και των Karl Marx και Friedrich Engels, στα χρόνια της νεότητάς τους - άρεσε να γράφει και με ψευδώνυμα. Όπως πληροφορήθηκα, η "Σ. Ρουκουνάκη" είναι ένα από ψευδώνυμα, που έχει χρησιμοποιήσει).
 
 
 
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΥ: ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗΣ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ: ΑΝΤΙΕΞΟΥΣIΑΣΤΙΚΟΣ ΧΩΡΟΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ:
 
 
«Ορκίζομαι πως ποτέ δεν θα
αφήσω να κυβερνήσουν την
Ρώµη: ούτε αυτοί, ούτε κανένας
άλλος»
 
 
Λίβιος
 
 
 
 
Φίλοι αντιεξουσιαστές-τριες: πιστεύω πως ο «χώρος» έχει ήδη φτάσει στο κοµβικό αδιέξοδο που η κριτική του ανεπάρκεια και η τµηµατική, η ιδεολογική του οπτική, σε συνδυασµό µε κάποια ύποπτα προσωπικά συµφέροντα ολοφάνερα προδιέγραφαν τα τελευταία χρόνια. Και ασφαλώς αναφέροµαι σε µια ολόκληρη σειρά από ζητήµατα που άκριτα, σχεδόν υπνοβατικά παρέλαβε από ένα λαθεµένο παρελθόν σαν δήθεν «αυτονόητα», και που εξυψώνοντάς τα σε κεντρικό πολιτικό του άξονα το µόνο που κατάφερε ήταν να αυτοεγκλωβιστεί στο σηµερινό, ιδεολογικά εγγυηµένο αδιέξοδό του. Τα ζητήµατα αυτά σχετίζονται µε τις λεγόµενες «κοινωνικές µειοψηφίες» κι έχουν να κάνουν µε τους µετανάστες, τον σεξισµό, τους ποινικούς κρατούµενους, µε τους φασίστες κ.ο.κ. Τα λειψά, τα τµηµατικά αυτά ιδεολογήµατα που ενσωµατωµένα στα αντίστοιχα «επαναστατικά» εµπορεύµατα, εδώ και δεκαετίες έχοντας µετατραπεί σε ΔΟΜΙΚΟ ΚΑΡΚΙΝΟ του αντιεξουσιαστικού κινήµατος τον έχουν ολοφάνερα υποβιβάσει σε ρόλο «Φλόρενς Νάιτινγκέηλ», στον ρόλο µιας ακίνδυνης νοσοκόµας του συστήµατος. Το κίνηµα στην σηµερινή του φάση είτε θα ριζοσπαστικοποιηθεί πετώντας από πάνω του την θλιβερή ετούτη πραµάτεια και τους πραµατευτάδες της, είτε θα καταλήξει σαν µια ακόµα µόδα στην «λεκάνη απορροής» του τεράστιου ισορροπιστή που «όλα τα έλκει, όλα τα αφοµοιώνει κι όλα τα χρησιµοποιεί», της mainstream, της πλανητικής κλίµακας κυρίαρχης µόδας : της παγκοσµιοποίησης.
 
Όσον αφορά τα δευτερεύοντα και περιφερειακά αυτά ζητήµατα, η σύγχρονη ανατρεπτική κριτική είναι αταλάντευτη, µα πάνω απ' όλα είναι σαφής: η άσκεφτη και υπνωτική αναγωγή, η αναβάθµιση των από δεκαετίες ενσωµατωµένων στο σύστηµα αυτών ιδεολογηµάτων σε κεντρικό πολιτικό µας άξονα, είναι αδύνατον να παράγει άλλα αποτελέσµατα πέρα από την αναπαραγωγή του βασικότερου ιμάντα αφοµοίωσης του κινήµατος στους κόσµους του θεάµατος : την αναπαραγωγή µε άλλα λόγια του «αντιεξουσιαστικού» εµπορεύµατος, που φιλοδοξεί να φορµάρει συγκροτώντας τον χώρο σε κυβερνοχώρο µόδας και τους ιδιοκτήτες του σε ιδιοκτήτες της ζωής µας, µε ενδιάµεσα τα made in Japan ή οπουδήποτε αλλού φετιχικά τους σκουπίδια : η ιδεολογική βαλίτσα δεν πάει παραπέρα: είναι ολοκάθαρο πως ήρθε ο καιρός να ξαποστείλουµε τις ύαινες που χρόνια τώρα τρέφονται από το κουφάρι ενός κινήµατος που οι ίδιες δολοφόνησαν, πίσω εκεί απ' όπου και µας προέκυψαν, πίσω στο σκονισµένο χρονοντούλαπο της ιστορίας.
 
Αλλά η αναβάθµιση αυτή παράγει αποτελέσµατα που τραβάν µακρύτερα: αφοπλίζει ουσιαστικά τον χώρο, αφήνοντάς τον έκθετο σε συνεχή κίνδυνο πολιτικής του υπερκέρωσης και µαζικής του αφοµοίωσης στο σύστηµα: κι ο λόγος είναι απλός και ευδιάκριτος. Το σύστηµα σε κατάσταση καλπάζουσας παγκοσµιοποίησης δεν έχει καµία απολύτως ένσταση, κάθε άλλο µάλιστα, στο να ικανοποιήσει τα αξονικά αυτά ιδεολογήµατα - αιτήµατα του χώρου, τραβώντας έτσι το «χαλί κάτω από τα πόδια του» σε κάποια κρίσιµη στιγµή: Αναφέροµαι στον βασικότατο νόµο της «κοινωνικής µηχανικής» που ονοµάζεται αποσυµπίεση, εκτόνωση µιας κοινωνικής κρίσης, µε βάση τον οποίο και λειτουργούν τα σύγχρονα καθεστώτα εδώ και µισό πάνω κάτω αιώνα, διαχειρίζοντας τόσο τις κρίσεις τους όσο και τους υπηκόους τους, και που καθώς φαίνεται µονάχα οι «αντιεξουσιαστές - ελευθεριακοί», δεν µπορούν ή δεν θέλουν να αντιληφθούν: κι αυτό γιατί όπως όλα τα ιδεολογήµατα έτσι και τα αξονικά αυτά αιτήµατα, είναι κατά βάση συντεχνιακά: και σαν τέτοια λειτουργούν αποσυµπιεστικά, εκτονώνοντας την όποια κρίση στον βαθµό που το σύστηµα έστω και εν µέρει τα ικανοποιεί, ακριβώς όπως η συµφωνία της Γκρενέλ ανάµεσα στους εργοδότες και τα συνδικάτα «ξεφούσκώσε» τον Μάη του '68: είναι συγκλονιστικά απλό, δίνεις λίγα για να µην χάσεις τα πάντα, και «ως διά µαγείας» η τάξη επανέρχεται. Αλλά στην περίπτωσή µας τα πράγµατα είναι κατά πολύ πιο εύκολα αφοµοιώσιµα, γιατί ενώ οι οικονοµικές παραχωρήσεις των εργοδοτών είναι πάντα ανεπιθύµητες και συνεπώς εκτός προγράµµατος, η ένταξη των µεταναστών στις δυτικές κοινωνίες, ο αντιρατσισµός, ο φεµινισµός, η καλυτέρεψη της θέσης των ποινικών, ο αντιφασισµός και δεν συµµαζεύεται, είναι σαφέστατα εντός προγράµµατος, είναι αιτήματα που στον α' ή στον β' βαθµό η παγκοσµιοποίηση έτσι κι αλλιώς θα τα ικανοποιήσει: κι αυτό γιατί τα ιδεολογήµατα αυτά ανήκουν εδώ και καιρό στο οπλοστάσιο του συστήµατος, που χρησιµοποιώντας τα, διαλύει κάθε τοπικό αρχαϊσµό και καθυστέρηση που µπαίνουν εµπόδια στο διάβα του παγκοσµιοποιητικού process.
 
Τώρα, το ποια ακριβώς είναι τα αποτελέσματα αυτής της πολιτικής του υπερκέρωσης στον χώρο, δεν χρειάζεται να είσαι Μαρξ για να τα αντιληφθείς. Πώς άραγε θα αντιδράσουν οι νεότεροι κύρια αγωνιστές του κινήµατος σαν καταλάβουν πως οι κοµβικές ιδεολογικές σηµειοσυνθέσεις για τις οποίες τόσο καιρό µάτωναν και πάλευαν, η µία µετά την άλλη ικανοποιούνται σαφώς αποτελεσµατικότερα και ταχύτερα από το ίδιο το σύστηµα; Η μαζική επαναφοµοίωσή τους από αυτό θα οριοθετήσει τον αναγκαστικό πια µονόδροµο της οριστικοποιηµένης και ολόπλευρης ήττας του κινήµατος. Εκτός πια κι αν κάποιοι «ενσαρκώνοντας» το λαϊκό ρητό πως την παραφροσύνη την στέλνει ο Θεός για να απαλύνει τον πόνο, ισχυριστούν πως το οριστικό «κλείσιµο» των ζητηµάτων αυτών της ολοκλήρωσης του συστήµατος, ήταν καρπός δικών τους αγώνων ... ή σαν να ισχυρίζεται κάποιος πως τρέχοντας πεζός βοήθησε καθοριστικά σπρώχνοντας την επιτάχυνση µιας σπορ φερράρι, που είχε ήδη πιάσει τα 200 χιλιόµετρα την ώρα: και πιστοποιώντας έτσι για ακόµα µια φορά κάτι που κάποτε ειπώθηκε από έναν ξεχασµένο πια σοφό: πως «η ιδεολογία που δεν αντιλέγει στον ίδιο της τον εαυτό, καταλήγει στην τρέλα».
 
Άραγε όλα αυτά σηµαίνουν πως όσο το σύστημα ολοκληρώνεται, τόσο ο «χώρος» αριθµητικά θα «αδειάζει»; Ίσως, αλλά όχι κι απαραίτητα: µπορεί να συνεχίσει να υπάρχει σαν μια µεγάλη ακίνδυνη παρέα, σαν ένας κυβερνοχώρος «αντιεξουσιαστικής» µόδας, που οι συνάξεις και οι καταλήψεις του θα υποφέρουν από την ενδηµική πια ψευδαίσθηση: πως τάχα οι ίδιες αποτελούν µιαν «αντικαπιταλιστική όαση», µια «τρύπα» στο εµπορευµατοποιηµένο συνεχές, προσπαθώντας έτσι µάταια να σκάψουν µια τρύπα στο νερό: και µε την µόνιµη πια απορία στο θολωµένο του µυαλό, για το αν η «Amstel» προµοτάρει την κατάληψη, ή η κατάληψη την «Amstel». Το µόνο σίγουρο είναι πως αυτή η σταδιακή ή ακαριαία πολιτική του υπερκέρωση θα του προκαλέσει µιαν αντίστοιχη σταδιακή ή ακαριαία εντροπική κατάρρευση: στον ίδιο βαθµό που το σύστηµα ολοκληρώνεται, λύνοντας στο όποιο ποσοστό και δίχως καµιά βοήθεια τα προβλήµατά του, το κίνηµα βλέποντας να ακυρώνονται οι συγκροτητικοί του αυτοί άξονες, θα σταµατήσει ουσιαστικά να έχει οποιανδήποτε ΑΙΤΙΑ ύπαρξης: εκτός ίσως από την ίδια την πλαστοποιηµένη και φυλορροούσα του εικόνα, που ταυτολογικά  νοµιµοποιώντας τον, στο στυλ «υπάρχω επειδή υπάρχω» θα του εξασφαλίσει έτσι µιαν κατάσταση ενός όλο και πιο ασήμαντου θεαµατικού τοµέα: ενός κυβερνοχώρου µόδας που η συνεχής εκροή και η ελαχιστοποίηση των δυνάµεων συνοχής του, θα έχει ολέθριες επιπτώσεις ακόµα και στην διακίνηση του όποιου «αντιεξουοιαστικού» εµπορεύµατος στο εσωτερικό του ...
 
Μόλις δύο δεκαετίες πριν το σύστηµα µας εγκλώβιζε στον τοµέα «µας» διαχωρίζοντάς µας πανέξυπνα από τον υπόλοιπο πληθυσµό, µέσα στον τοµέα «αντιεξουσιαστικής» µόδας του παλιού θεαµατότυπου, όπου η «επανάσταση» ήταν σχεδόν απεριόριστα διαθέσιµη, αρκεί να την αγόραζες. Σήµερα τα πράγµατα έχουν αλλάξει, κι όποιος πιστεύει πως το έκαναν προς το καλύτερο, είναι βαθιά νυχτωµένος. Σήµερα πια ιδεολογήµατα όπως ο διεθνισµός, ο φεµινισµός, ο αντιφασισµός κτλ. υπάρχουν αποκλειστικά και µόνο σαν άρρηκτα ενσωµατωµένα στα αντίστοιχα εµπορεύµατα σαν οι φετιχικές, οι υπεραισθητές τους ιδιότητες: και µ' αυτόν τον τρόπο χειροπόδαρα ζεµένα στο άρµα της παγκοσµιοποίησης και των «προοδευτικών» εταιριών της, ανήκουν αποκλειστικά και µόνο στην ιδεολογική της ατζέντα και πουθενά αλλού: εκτός κι αν κάποιος είναι τόσο αφελής που να πιστεύει πως ενάντια στο 99% των ΜΜΕ του πλανήτη «Γη», µπορεί να τα αποσπάσει από τα προϊόντα και τις εταιρίες και να ξαναδώσει στα ιδεολογήµατα αυτά την «πραγµατική», την προθεαµατική τους σηµασία. Εγχείρηµα µάταιο γιατί έτσι ουσιαστικά προσπαθείς να αντιστρέψεις την διαστατική ροή από το µέλλον προς το παρελθόν, σε µια εποχή όπου οι ιδεολογίες δεν είχαν ακόµα πλαστοποιηµένες ενσωµατωθεί σε προϊόντα.
 
Τα ζητήµατα αυτά της ολοκλήρωσης συστήµατος, οι αξονικές αυτές του χώρου ιδεολογίες, στην πραγµατικότητα δεν ανήκουν στο σήµερα αλλά σε έναν προηγούµενο ιστορικό κύκλο, σε αυτόν που στην Ελλάδα συνέπεσε µ' αυτόν της µεταπολίτευσης, και που έκλεισε οριστικά κι αµετάκλητα γύρω στα τέλη των 80's. Τα ιδεολογήµατα αυτά, αυτές οι τµηµατικές «αλήθειες» που στην ουσία έχουν τόση σχέση µε το σήµερα, όσην έχει κι ένα σκαφίδι πλυσίµατος ρούχων µε ένα υπερσύγχρονο πλυντήριο, δηλαδή καµία, έπαιξαν και έχασαν, συνεπώς αφοµοιώθηκαν σαν µόδες στο σύστηµα µιας άλλης εποχής. Το ειδικό τους βάρος έχει προ πολλού εκρεύσει, έχει ξεφτίσει στην συλλογική συνείδηση σε τέτοιο βαθµό, που αν το σύστηµα δεν τα επανέφερε µέσω του τεχνολογικού φετιχισµού, στην φανταχτερή δηλαδή «ψηφιακή» τους έκδοση, ο κόσµος θα τα έδινε τόση σηµασία όσην ακριβώς δίνουν οι Έλληνες σύζυγοι ο ένας στον άλλον µετά 10 χρόνια γάµου, δηλαδή επίσης καµία. Κι όπως είναι φυσικό τα εµπορευµατοποιηµένα αυτά ιδεολογήµατα δεν επαναφέρονται από το σύγχρονο σύστηµα για να ολοκληρωθούν, γιατί αυτό έχει ήδη συµβεί καιρό πριν, µε την ήττα της αριστεράς, ή του όποιου άλλου φορέα τους και µε την συνακόλουθη ενσωµάτωσή τους στο καθεστώς της περιόδου της μεταπολίτευσης. Με άλλα λόγια την ιστορία από την επανάληψή της, όχι σαν φάρσας αλλά πραγµατικά, χωρίζουν τα λεγόµενα «απροσπέλαστα τείχη της εντροπίας»: το ιστορικό process είναι απόλυτα µη αναστρέψιµο, στερείται «rewind» µιας και όπως ξέρουµε οι κοινωνίες σιχαίνονται τις επαναλήψεις τα πεθαµένα και ξεθωριασµένα αυτά λοιπόν ιδεολογήµατα επαναφέρονται στην ζωή από τις «προοδευτικές» εταιρίες του συστήµατος σαν τεχνολογικά εξοπλισµένες φάρσες για τρεις λόγους α) για να πουλήσουν, όσο βέβαια κάτι τέτοιο είναι δυνατόν για ξαναζεσταµένο φαγητό, β) για να προξενήσουν στην συλλογική συνείδηση σύγχυση και χωροχρονικό αποπροσανατολισµό, κρύβοντας σχολαστικά στην σκιά τους τις υλικές παραµέτρους που συνθέτουν το άµεσο µελλοντικό πέρασµα της παγκόσµιας κοινωνίας στους ζοφερούς κόσµους του µετακαπιταλιστικού κυβερνοφασισµού και γ) για να χρησιµοποιηθούν σαν ιδεολογικό άλλοθι στο ξήλωµα κάθε αναχρονιστικού τοπικισµού που µπαίνει εµπόδιο στον παγκοσµιοποιητικό µονόδροµο. Κι όπως διαπιστώσαµε στο α' τεύχος της «Εικονοµίας» ο «χώρος» υπνωτικά κι ανεγκέφαλα ποδηγετηµένος από αυτά τα υπό χρήση του συστήµατος ιδεολογήµατα, γίνεται όσον αφορά τον τρίτο αυτό λόγο, µπροστάρης κι αιχµή του δόρατος της παγκοσµιοποίησης.
 
Σε γενικές γραµµές αξίζει να συγκρατήσουµε πως οι επαναφορές των από καιρό πεθαµένων και ενσωµατωµένων τοµέων πολιτικής µόδας, στοχεύουν στην κατασκευή µιας εφησυχαστικής virtuaI reaIity, προορισµένης σε λαϊκή κατανάλωση: η δεξιά, η αριστερά, αλλά και ο αχώριστος συνέταιρος του θεαµατικού σετ, η «επανάσταση» ή καλύτερα το IifestyIe της, επαναφέρονται επιφορτισµένες µε την σύνθεση της εικονικής υποστήριξης των απαραίτητων δοµικών αναλογιών του καθεστώτος: η φυσιολογική εξάλλου απουσία και µιας ακόµα από αυτές τις νεκρές µόδες, πιθανότατα θα δημιουργούσε καταστροφικές σκέψεις κι απορίες στον λαό, σχετικές µε το σύνολο των θεαµατικών ισορροπιών. Κι έτσι το «εξηλεκτρισµένο» αυτό θέατρο κοινοβουλευτικών σκιών, το θέαµα, η µόδα της δηµοκρατίας, η ενεργοποίηση και η χρηση του από την µυστική πλανηταρχία σ' ένα βασικό συντείνει: στο να συγκαλύψει αποτελεσµατικά µέσα στην εκτυφλωτικά φωτισµένη λειτουργία του το προφανές: πως η δηµοκρατία από δεκαετίες τώρα βλέπει τα ραδίκια ανάποδα, «νοµοτελειακά» δολοφονηµένη από την διαδικασία συγκέντρωσης του κεφαλαίου στα χέρια ελαχίστων, κι από το φαινόµενο της γενικευµένης διαπλοκής που η συγκέντρωση αυτή εγγυάται. Το µοναδικό στοιχείο που σήµερα λείπει από την δηµοκρατία είναι η πραγµατικότητά της: η προϋπόθεση της ύπαρξης και λειτουργίας του προβαλλόµενου από τα ΜΜΕ φασµατικού ολογράµµατος που για καθαρά τυπικούς, για µουσειακούς λόγους αποκαλούν ακόµα «δηµοκρατία», δεν είναι παρά η ιστορική της απουσία.
 
Κάτω από κάθε θέαµα, κάτω από κάθε µόδα βρίσκεται «όλως τυχαίως» µια εξιδανικευµένη, µ' άλλα λόγια µια πλαστοποιηµένη εικόνα. Σε κάπως παλιότερους καιρούς ο Παττακός ή το ΚΚΕ, έπαιρναν τις εικόνες αντίστοιχα της Ελλάδας και της «Σοβιετικής» Ρωσίας µε στόχο να τις «ρετουσάρουν» λιγάκι... Κι έτσι αφού αυθαίρετα εννοείται, αφαιρούσαν από αυτές κάθε κοµµάτι που δεν τους συνέφερε, κι αφού πρόσθεταν εξίσου αυθαίρετα σ' αυτές οποιαδήποτε σάλτσα νόµιζαν πως τους συνέφερε κάνοντας την εικόνα τους πιο νόστιµη, σερβίριζαν το ωραιοποιηµένο, ψεύτικο αυτό project στον λαό µέσα από τα ΜΜΕ τους: το «µεγάλο κόλπο» που σκηνοθετεί τους κόσµους του θεάµατος, είναι ασφαλώς ο κάθε είδους φωτισµός. Αυτός µπορεί εξίσου καλά να αφορά κάθε είδους ακρότητα ή φαντασµαγορία που αυτοµατικά τείνει να µεταφέρει την λειτουργία του εγκεφάλου µας από το αριστερό ηµισφαίριο που έχει την δυνατότητα να ανιχνεύει κριτικά τις εισερχόµενες πληροφορίες και να τις κατατάσσει σε µια αιτιακή ροή, στο δεξιό του οµόλογο και στον κατώτερο λοβό: έτσι µπροστά στα οπτικοακουστικά ερεθίσµατα µιας όµορφης γυναίκας, µιας τηλεοπτικής φαντασµαγορίας, µιας παθιασµένης διαδήλωσης, ενός επικού τραγουδιού ή ενός φανατισµένου λόγου, ο εγκέφαλός µας τείνει να τα επεξεργαστεί συναισθηµατικά, όχι διαλεκτικά, και το κυριότερο εξαιτίας αυτής της µετατόπισης της εγκεφαλικής µας λειτουργίας, τείνουµε στο να µην µπορούµε να ξεχωρίσουµε το θέαµα, την εξιδανικευµένη φανταχτερή εκδοχή της πραγµατικότητας που στιγµιαία. µας περιβάλλει, από την «πραγµατική πραγµατικότητα». Και τέλος τα µη κριτικά, τα συναισθηµατικά επεξεργασµένα αυτά εισερχόµενα data, έρχεται να φορµάρει και να πιστοποιήσει αντιδιαλεκτικά η ενδορφίνη, το φυσικό οπιούχο που εκκρίνει ο οργανισµός µας όταν υφίσταται τέτοιου στυλ συναισθηµατικά ups and downs: στην κυριολεξία, αν τα ανορθολογικά επεξεργασµένα εισερχόµενα data αποτελούν τα δοµικά υλικά του θεάµατος, η ενδορφίνη είναι το νοµιµοποιητικό του τσιµέντο: αυτό δηλαδή που αυθαίρετα βαφτίζει την εξιδανίκευση - πλαστοποίηση σε αλήθεια, και που µέσα από τα φαντασµαγορικά «φώτα της ράµπας» της ψεύτικης εικόνας, του κυβερνοχώρου, πείθει το υποσυνείδητα το κριτικό µας βλέµµα να αποσυρθεί από τις «γκρίζες ζώνες» ταυτίζοντας έτσι ΥΠΝΟΒΑΤΙΚΑ την εξιδανίκευση, το θέαµα, µε την πραγµατικότητα.
 
Διαπιστώνουµε λοιπόν πως η έκφραση «Brain Junkie» είναι εξαιρετικά περιγραφική όσον αφορά τα ειδοποιά µας χαρακτηριστικά που είναι οι προϋποθέσεις της υποταγής µας τόσο στην ψεύτικη συνείδηση, στην ιδεολογία, όσο και στο σύγχρονο αδελφάκι της, στο θέαµα. Κάτω από αυτήν την οπτική είναι πιστεύω κατανοητή η προτεραιότητα που έδιναν όλα τα ολοκληρωτικά καθεστώτα της ιστορίας σε µεγαλοπρεπείς φιέστες και θριάµβους: γιατί απλά έτσι αλλοτρίωναν την οπτική των υπηκόων τους, ταχυδακτυλουργικά και υπνοβατικά πείθοντάς τους στην κατεύθυνση που διάλεγαν. Τέλος µε αυτόν ακριβώς τον τρόπο οι Έλληνες ταύτισαν σε πρώτο χρόνο τα virtual τσολιαδάκια της χούντας µε την πραγµατική Ελλάδα, και σε δεύτερο χρόνο σεβαστό τους ποσοστό ταύτισε την «σοβιετική» Ρωσία µε τα καλοθρεµµένα, ρωµαλέα και πάντα χαµογελαστά κνιτόπουλα των αφισών του ΚΚΕ. Τώρα, οι µέθοδες που εφάρµοσαν οι «ελευθεριακοί» ή οι «εναλλακτικοί» ώστε να εξιδανικεύσουν τις κάθε λογής κατηγορίες «κοινωνικών µειοψηφιών» στα µάτια των δύσµοιρων οπαδών τους, στην απόπειρά τους να χτίσουν την ακίνδυνη κι αποπροσανατολιστική «µεγάλη τους εικόνα», τον, ελευθεριακό τοµέα µόδας, ας µη νοµιστεί πως διέφεραν από τις ανάλογες τακτικές πλύσης εγκεφάλου που χρησιµοποιούσε η C.I.A. ή η K.G.B., παρά µονάχα ίσως στην έντασή τους. Κι από αυτές, ας αναφέρω την περισσότερο χαρακτηριστική, από όσες προσωπικά βίωσα.
 
Πριν 2-3 µήνες συγκεκριµένα έτυχε να βρεθώ σε μία «ελευθεριακή - εναλλακτική» κατάληψη, όπου θα γίνονταν µια «συζήτηση» για τους µετανάστες: αυτό που αντίκρυσα ήταν μια µεγάλη αίθουσα µε χαµηλό, µπλε φωτισµό: από τα ηχεία ξεχύνονται ένα εκκωφαντικό γκαραζόπανκ, ή όπως αλλιώς λέγεται, και σε µια µεγάλη οθόνη εναλλάσσονταν µε ταχύ ρυθµό εικόνες που έδειχναν µετανάστες σε διάφορες φάσεις extreme καταπίεσης ανάµικτες µε ενσταντανέ από βίαιες συγκρούσεις διαδηλωτών µε µπάτσους: η αίθουσα ήταν γεµάτη από πιτσιρικαρία που κοίταγε εκστασιασµένη το θέαµα, και µαζί κι εγώ που όλο και περισσότερο σιχαινόµουν αυθόρµητα τον εαυτό µου που είµαι αντιεξουσιαστής: η παρέλαση της οπτικοακουστικής πλύσης εγκεφάλου κράτησε κάνα µισάωρο μέχρι την στιγµή που η κοπελιά από την Ουκρανία που συνόδευα µου τράβηξε το χέρι λέγοντας: «πάµε να φύγουμε, σε παρακαλώ αυτό εδώ είναι κακό, είναι κακό ... ».
 
Τι έκαναν τώρα εκεί µέσα οι «ελευθεριακοί», απόλυτα συνειδητά πιστεύω, και είµαι σίγουρος γι' αυτό: όπως τα SS µε τις νυχτερινές πυρσοφορίες, ή όπως η C.I.A. ανακρίνοντας Βιετκόνγκ αιχµαλώτους, ή όπως η µαοϊκή αστυνοµία ή οι σύγχρονοι µουλάδες, απλά ενεργοποιούσαν το νόµο της «κοινωνικής µηχανικής» που µόλις αναλύσαµε: ολότελα αυθαίρετα διάλεγαν τα κοµµάτια της πραγµατικότητας των µεταναστών που πολιτικά τους επιβεβαίωναν: τα «έραβαν» σ' ένα οπτικό ποτ-πουρί, στο φιλµ, και τα πρόβαλλαν: το εκκωφαντικό ηχητικό background προκαλούσε την έκκριση της οπιούχας ενδορφίνης που όπως είδαµε είναι το απαραίτητο νοµιµοποιητικό, δοµικό «τσιµέντο» της υπνωτικής ιδεολογικής µαστούρας που συνήθως αποκαλείται «φανατισµός». Το εκκωφαντικό γκαραζοπάνκ συντρίβει τις κριτικές αντιστάσεις του κοινού, και µεταφέρει την εγκεφαλική λειτουργία, στο δεξί ηµισφαίριο και στον κατώτερο λοβό: οι εικόνες εισβάλλουν ακατέργαστες κριτικά, κι εγκαθίστανται στο υποσυνείδητο σαν αληθινές, µιας και ο κάτω µας εγκεφαλικός λοβός, ο λεγόµενος και «ερπετικός» (reptiIian) από την ίδια του την φύση αδυνατεί να ξεχωρίσει την ψεύτικη, αποσπασµατική εικόνα που οπτικοακουστικά «σερβίρει» ο «ελευθεριακός» κυβερνοχώρος, από την αληθινή πραγµατικότητα: αυτή εξαφανίζεται στο υποσυνείδητο από την χαλκευµένη τέτοια και game over: το «εναλλακτικό» ροµποτάκι, το οπαδικό ζόµπι που παβλοφικά εθίστηκε να µισεί υπνωτικά και άκριτα οτιδήποτε το ελληνικό µόνο και µόνο επειδή είναι ελληνικό, έχει ήδη βγει από τις γραµµές συναρµολόγησης του εργοστασίου παραγωγής αλλοτριωµένων συνειδήσεων, έτοιµο για ιδεολογική χρήση από τους ελευθεριακούς του αρχηγούς: µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο εκπαιδεύονται από την C.I.A. οι λεγόµενοι «αυτόµατοι - δολοφόνοι» του Κέννεντυ, του Οσβαλντ και του Λέννον. Το ίδιο «πρόγραµµα» διαµορφώνει και τους σύγχρονους ισλαµιστές - καµικάζι. Η µοναδική διαφορά ανάµεσα στην «εκπαίδευση» των αµέσως παραπάνω και σ' αυτήν των «ελευθεριακών - εναλλακτικών» είναι πως αυτή των τελευταίων είναι σαφώς χαµηλότερης έντασης, γιατί σε διαφορετική περίπτωση θα κατασκευάζονταν κάποιες εκατόντάδες ολότελα ανεξέλεγκτων ατόµων, που µη έχοντας πια την δυνατότητα διάκρισης ανάµεσα σε virtuaI reaIity και σε πραγµατικότητα, θα προσπαθούσαν ενάντια σε κάθε έννοια ισορροπιών και µε κάθε µέσο να προσαρµόσουν την δεύτερη στην πρώτη: µε αποτελέσματα ολέθρια τόσο για τους ίδιους, όσο και για το σύστηµα και τις ισορροπίες του: και είναι σίγουρο πως όλοι µας βρεθήκαµε κι όχι µονάχα µια φορά µάρτυρες, τέτοιων σκηνικών «βίαιας υποκατάστασης της συνείδησης». Πρόσφατα αρκετοί από εµάς βρεθήκαµε µάρτυρες µιας πολύ πιο ελαφριάς τέτοιου είδους απόπειρας στο πολυτεχνείο, όταν την οµιλία της Γερμανίδας αριστερίστριας που µας ενηµέρωνε για το «Χαϊλιγκεντάµ» συνόδευε µια συρραφή εικόνων από οδοµαχίες: µέσα στις σύγχρονες συνθήκες, σχεδόν κάθε οπτικοακουστική «ενηµέρωση» είναι ταυτόχρονα και προπαγάνδα κάποιου τοµέα µόδας. Όπου κάποια «επανάσταση» διαφηµίζεται, «κάποιο θέαµα συµβαίνει» ...
 
Τώρα κάποιος δικαιολογηµένα ίσως σε πρώτη ανάγνωση µπορεί να σκεφτεί: αυτά που έδειχνε το φιλµάκι µε τους µετανάστες, δεν ήταν αλήθεια; Μα φυσικά και είναι αλήθεια, µόνο που συµβαίνει να µην είναι η µοναδική τους αλήθεια! Είναι η µισή τους πραγµατικότητα, είναι η εξιδανικευµένη τους εικόνα, είναι ένα κολλάζ σηµειοσυνθέσεων που διαµορφώνει την φετιχική πανοπλία του νεοαριστερίστικου και ελευθεριακού κυβερνοχώρου: οι µετανάστες όπως και άλλες κοινωνικές µειοψηφίες φυσικά και κακοπληρώνονται, καταστέλλονται, εκβιάζονται, αλλά αυτά δεν είναι τα µόνα που κάνουν. Αλλά σ' αυτά τα «παραλειπόµενα» θα αναφερθώ συνοπτικά αµέσως παρακάτω, θυµίζοντας για την ώρα το γνωστό λαϊκό ρητό πως «όποιος λέει την µισή αλήθεια, λέει ταυτόχρονα ένα ολόκληρο ψέµα». Το Α και το Ω του κοινωνικού φαινοµένου που παγκόσµια κυριαρχεί και που αποκλήθηκε από τους παλιούς καταστασιακούς σαν «θέαµα» ή «µόδα», εµπερικλείεται σε δύο βασικές έννοιες: η πρώτη είναι η ταυτολογική νοµιµοποίηση που αυτοµατικά εξορίζει από την καθηµερινότητα κάθε έννοια διαλεκτικής ή και απλής επαγωνικής λογικής η φυσιολογική αιτιακή ροή µέσα σε µια τεράστιας κλίµακας πραγµατική ψευδαίσθηση, που εδώ και πολύ καιρό ήδη ταυτίζεται µε τον οικονοµικά ενοποιηµένο πλανήτη, απλά ακινητοποιείται: το σύστηµα αναπτύσσεται πια έξω από και ενάντια σε κάθε λογική, νοµιµοποιηµένο αποκλειστικά από τον ίδιο τον εξιδανικευµένο κι έτσι πλαστοποιηµένο εαυτό του!. Όλες οι παράµετροι «ανάπτυξης» γίνονται «αυτονόητοι αυτοσκοποί»: ανάπτυξη για την ανάπτυξη, ψήφος για την ψήφο, σεξ για το σεξ, «επανάσταση» για την «επανάσταση», βία για την βία, κ.ο.κ. Η δεύτερη κοµβική έννοια, είναι η εξιδανίκευση - πλαστοποίηση: ΚΑΘΕ θέαµα, κάθε κυβερνοχώρος µόδας, έχει κάτι να κρύψει: έχει δύο πρόσωπα, α) το φανερό και δηµοσιοποιήσιµο, και β) το συγκαλυµµένο πού για τους όποιους λόγους η δηµοσιοποίησή του θα βλάψει το σύστηµα: η συνοπτική κριτική παρουσίαση των αξονικών ιδεολογηµάτων που εγκλωβίζουν σαµποτάροντας όπως είδαµε το αντιεξουσιαστικό κίνηµα, θα γίνει σε άµεση συνάρτηση µε την ταυτολογική τους (αυτό)νοµιµοποίηση και την ίδια στιγµή µε τα δύο αυτά πρόσωπά τους. Σε κάθε περίπτωση η ταυτολογική τους νοµιµοποίηση βρίσκει το «λογικό» της αιτιακό αντιστήριγµα στην εξιδανίκευσή τους, στο φανερό και ψεύτικό τους πρόσωπο, και φυσικά στην αποτελεσµατική συγκάλυψη από την µεριά τους, της «γκρίζας» ζώνης της πραγµατικότητάς τους που πονηρά ή απλά ανεγκέφαλα ο χώρος υπερασπίζεται.  
 
 
 
Μύθος 1 «αντιρατσισµός»: Κάποιοι «θεωρητικοί» ή απλά άτυποι αρχηγοί του χώρου προσπαθούν να κρύψουν το αδιέξοδο στο οποίο οι ίδιοι οδήγησαν τον χώρο, τις προσωπικές κριτικές τους ανεπάρκειες ή και τα «ανίερα» υλικά τους συµφέροντα,. πίσω από δακρύβρεχτα µελό και πίσω από τραβηγµένα από τα µαλλιά συνθήµατα, που ήδη πολλοί από τους µετανάστες τα βλέπουν γραµµένα στους τοίχους και γελάνε: πρόσφατα η εξιδανίκευση της εικόνας των µεταναστών από «προοδευτικούς» διανοούµενους έφτασε στα επίπεδα της καθαρής παραφροσύνης: σε talk show της tν, κάποιοι από αυτούς δήλωσαν πως η εγκληµατικότητα είναι στα ίσια µοιρασµένη ανάµεσα στους Έλληνες και στους αλλοδαπούς, κι ο λόγος γι' αυτό είναι πως ο αριθµός των ποινικών κρατούµενων ανάµεσα στις δύο αυτές κατηγορίες είναι περίπου ίσος! Και το χειρότερο είναι πως κανείς από τους «συζητητές» δεν θυµήθηκε ή δεν τόλµησε να αντιλέξει το πραγµατικά αυτονόητο, πως ο ελληνικός πληθυσµός είναι περίπου 4 µε 5 φορές περισσότερος, δηλαδή πως αναλογικά η εγκληµατικότητα των µεταναστών είναι 4 µε 5 φορές µεγαλύτερη αυτής των Ελλήνων! Αλλά ο στόχος µας εδώ, δεν είναι το να µπλέξουµε την ανάλυσή µας µε αριθµούς, αστυνοµικά σενάρια και στοιχεία στο «µαγείρεµα» των οποίων έχουν «επιστηµονικά» κι από καιρό εκπαιδευτεί οι κάθε λογής αριστεροί υπηρέτες της παγκοσµιοποίησης: αλλά και ο ίδιος ο όρος κοινωνική µειοψηφία, τουλάχιστον µε βάση τον ανεξέλεγκτο ρυθµό της «εισαγωγής» τους είναι όρος ολότελα παροδικός. Και πρακτικά, σε πολύ λιγότερα απ' όσο νοµίζουν χρόνια η µετατροπή της µειοψηφίας σε πλειοψηφία θα βάλει τις ελευθεριακές, τις εναλλακτικές κυράδες µας µπροστά σε κάποιο αδιανόητο, ωστόσο απόλυτα χειροπιαστό δίληµµα: ή τσαντόρ, ή µετανάστευση! Κάποιοι µου φαίνεται πως βολικά ξεχάσανε πως τα αποτελέσµατα της άλωσης του κράτους από µια κοινωνική επανάσταση, είναι ολότελα διαφορετικά από αυτά που προκύπτουν από την άλωση του κάτω από το βάρος της επιδροµής κάποιων εκατοµµυρίων ατόµων που προέρχονται από κάποιον ξένο ή και εχθρικό πολιτισµικό σχηµατισµό: άλλο σηµαίνει επαναστάτης, κι άλλο ο πεινασµένος! Αλλά αυτή η υπεραπλούστευση, το αυθαίρετο τσουβάλιασµα στις δύο και µόνο κατηγορίες του τελικού «ταξικού» Αρµαγεδδώνα, σ' αυτές των «αστών» και των «προλετάριων», έχει βαθιά χωµένες τις ρίζες της στο δυϊστικό µοντέλο, στην µανιχαϊκής προέλευσης ψευδαίσθηση του µαρξιστικού ντετερµινισµού, της µαρξιστικής ιδεολογίας: µέσα σ' ένα δηλαδή απόλυτα φανταστικό, ανύπαρκτο τοπίο, µέσα σε έναν κυβερνοχώρο µόδας απ' όπου έχει  χειρουργικά αφαιρεθεί κάθε τυχαιότητα, κάθε άλλη ρίζα πιθανότητας, ο διάβολος, οι αστοί, έρχονται µέσα στο βαγκνερικό λυκόφως των ταξικών καιρών αντιµέτωποι µε τον προλεταριακό µεσσία σε µια τιτάνια αναµέτρηση, µε φυσικά νοµοτελειακά ·προδιαγραµµένο τέλος: µέσα σ' αυτήν την αποκλειστικά δυϊστική αντίθεση, προφανώς τρίτος δεν χωρεί: κάθε άλλη κοινωνική τάση, κάθε άλλη κοινωνική τυχαιότητα που µε την ύπαρξή της «ενσαρκώνει» µιαν άλλη ρίζα πιθανότητας, µια διαφορετική χωροχρονική διακλάδωση, κηρύσσεται η ανύπαρκτη εξαιτίας της «ψεύτικης» συνείδησής της, η αυτοµατικά αναµένεται να παρασυρθεί στις δύο «λεκάνες απορροής» του τεχνητού κι αυθαίρετου «ελκυστή» της µαρξιστικής ιδεολογίας, να πάρει δηλαδή την θέση της πλάι στους αστούς ή στους προλετάριους µε άλλη, µε διαφορετική θέση. διάταξης, εξυπαρχής αποκλεισµένη. Ο κατηγοριοποιητικός αυτός ντετερµινισµός αποθεώθηκε µέσα στον σύγχρονο καπιταλισµό, όπου η αριστερά αντιµετώπισε τα πολυάριθµα κινήµατα της νεολαίας είτε απλά διαγράφοντάς τα (!) από την οπτική της σαν «µικροαστικά», είτε θέλοντας διπλωµατικά, σταδιακά να τα ενσωµατώσει υποκαθιστώντας την «ψεύτικη» συνείδησή τους, µε την δικιά της, την «αληθινή» και φυσικά παταγώδικα απέτυχε. Γιατί ο µαρξισµός δεν είναι παρά µια ακόµα ιδεολογία, µια ακόµα ψεύτικη, τµηµατική συνείδηση, που αυθαίρετα ξεριζώνει και εξαφανίζει από την «πραγµατικότητά της κάθε τυχαιότητα, κάθε κίνηµα και τάση που δεν χωρά στο µεταφυσικό της καλούπι: µια ακόµα ιδεολογία που κατηγορεί τις υπόλοιπες σαν ιδεολογίες, «ξεχνώντας» να κάνει το ίδιο για τον ίδιο της τον εαυτό. Και στην τελική κερδισµένες παροδικά, βγήκαν οι πιο µοντέρνες τάσεις - ιδεολογίες, από το ροκ και τον φεµινισµό µέχρι το πανκ και την πρέζα, καταδικάζοντας την όποια αριστερά στο περιθώριο.
 
Στην βάση λοιπόν του νεοαριστερίστικου κι ελευθεριακού εξιδανικευµένου µύθου που αφορά τους µετανάστες, ανιχνεύουµε τον απλουστευτικό και βαθύτατα κατηγοριοποιητικό µαρξιστικό δυϊσµό: Οι µετανάστες λοιπόν, µη όντας προφανώς αστοί, υπνοβατικά και υποσυνείδητα, σφαλερά λοιπόν κατατάσσονται στο νυχτωµένο µυαλό των «θεωρητικών» του χώρου σαν προλετάριοι! Πράγµα φυσικό γι' αυτούς, µιας και άλλη «θηκούλα» στο κατηγορηµατικοποιητικό τους µοντέλο δεν υπάρχει, και ιδιαίτερα σήµερα που οι παλιές «ενδιάµεσες τάξεις» εξαφανίζονται ταχύτατα. Κι ας τους χαλάσουµε την ιδεολογική τους σούπα αναρωτούµενοι µε τι άραγες θα µοιάζει µια «φρακταλική οντότητα» ενός µουσουλµάνου - προλετάριου που θα ζει ανάµεσα στις δύο αυτές πολιτισµικές διαστάσεις: Και η απάντηση είναι πως κάτι τέτοιο είναι δυνατόν να υπάρχει όσο περίεργο κι αν φαίνεται, αλλά µε πολύ διαφορετικό τρόπο από αυτόν που οι «ελευθεριακοί» φαντάζονται: είναι όπως λέµε στην «θεωρία» του χάους ζήτηµα αυτοοµοιότητας, που ασυνείδητα κι αυθόρµητα αναπαράγει ο «μουσουλµανο-προλετάριος», µοιράζοντας την συνείδησή του ανάµεσα στα δύο αυτά - δυϊστικά θρησκευτικά δόγµατα, ανάµεσα στους δύο αυτούς τοµείς µόδας - διαστάσεις: και ο µαρξισµός και ο µουσουλµανισµός είναι δυϊστικές, αποκαλυπτικές ιδεολογίες, και η αυτοοµοιότητα που και οι δύο τους αναπαράγουν είναι ακριβώς αυτός ο δυϊσµός: Αλλάχ και διάβολος από την µία, αστοί και προλετάριοι από την άλλη, κι οποιοδήποτε κλάσµα, τµήµα οπτικής του ατόµου κι αν «αποκόψεις» για να το αναλύσεις, βλέπεις µέσα του να επαναλαµβάνεται κανονικά κι απεριόριστα η δυϊστική δοµή: πάντα µέσα στην οπτική αυτή κάθε γεγονός αυθόρµητα εντάσσεται στο καλό ή στο κακό, στους µοναδικούς πόλους της δοµής αυτής; και σαν αποτέλεσµα ο Μαρξ και ο Μωάµεθ µπορούν κάλλιστα να συνυπάρξουν στο ίδιο άτοµο σαν µια καινούργια, µικτή θρησκεία που θα ξεπροβάλλει σαν η ΤΑΞΗ µέσα από το ψεύτικο χάος, που θα συνθέσει η φαινοµενική και µόνο «σύγκρουση» µεταξύ δύο ίδιων ουσιαστικά κοσµοθεωρήσεων: και η γέφυρα µεταξύ µαρξισµού και ισλαµισµού είναι το θεµελιώδες και κοινό µεταξύ τους γεγονός πως και οι δύο αυτοί ιδεολογικοί κορµοί εκδιώκουν την τυχαιότητα από τις γραµµές τους µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο, ρυθµίζοντάς την δηλαδή δυαδικά: κι έτσι τµήµατα των δύο θρησκειών ενώνονται µεταξύ τους σε µια «καινούργια» σύνθεση; υπακούοντας τυφλά κι αυθόρµητα στον δυαδικό παλµό που δοµεί ταυτόχρονα και τις δύο αυτές θρησκείες - διαστάσεις, φορµάροντας κάπου αναµεταξύ τους µια τρίτη κλωνική διάσταση-θρησκεία που φυσικά εξίσου θα αναπαράγει τον μητρικό» δυϊστικό παλµό: ΟΛΕΣ οι δυϊστικές θρησκείες σύµφωνα µε την χαοτική κριτική αντίληψη µπορούν να αναµιχθούν µεταξύ τους, γιατί οι οπαδοί όλων τους φετιχικά ευθυγραµµίζουν τις θρησκευτικές τους συµπεριφορές επάνω στον δυϊστικό παλµό. Αυτός είναι και ο «υπόγειος» ο υπεραισθητός λόγος που ανάγκασε τις τρεις δυϊστικές θρησκείες (ιουδαϊσµό, χριστιανισµό και ισλαµισµό) να ανέχονται σε σεβαστό ποσοστό η µία την άλλη, σε προφανή αντίθεση µε τους παγανιστές και ειδωλολάτρες. που κατά εκατοµµύρια και δίχως δεύτερη σκέψη τους αφάνισαν. Και στο µεταξύ ο µουσουλµανοµαρξιστής µας µέσα σε κάποια ελευθεριακή κατάληψη γονατισµένος πάντοτε στο χαλά κι του, συνεχίζει να µοιράζει τις υποκλίσεις του ανάµεσα στο κοράνι και στο «κεφάλαιο».
 
Αλλά και η ολότελα αυθαίρετη εξοµοίωση της κοινωνικής συνείδησης των τριτοκοσµικών µε αυτήν των Ελλήνων και των υπόλοιπων Ευρωπαίων, όπως και κάθε ιδεολογία ή θέαµα, κρύβει στην σκιά της το ποσοστό της αλήθειας που επιλεκτικά «ξέχασε» έξω από την εξιδανικευµένη, «µεγάλη της εικόνα»: και στην περίπτωσή µας το «ξεχασµένο» αυτό κοµµάτι δεν αποκλείεται διόλου να γυρίσει σαν µπούµεραγκ ενάντια στον ίδιο τον χώρο που τόσο µόχθησε για να φιλοτεχνήσει την εξιδανίκευση αυτή. Και η αποσιωποιηµένη αυτή αλήθεια δεν είναι άλλη από την αυθαίρετη και µεταφυσική αντικατάσταση αυτού που θα θέλαµε να υπάρχει, µε αυτό που πραγµατικά υπάρχει. Οι τριτοκοσµικοί µετανάστες δεν θα µπορούσαν να έχουν διαφορετική συνείδηση από αυτήν που τους προµήθεψε η χώρα προέλευσή τους. Προσοχή! δεν ισχυριζόµαστε πως το επίπεδο συνείδησης των µεταναστών αυτών είναι «κατώτερο» από το δικό µας, γιατί έτσι θα πέφταµε στην µαρξική παγίδα που κρίνει τα πάντα µέσα από τον παραµορφωτικό καθρέφτη του δυϊστικού δυτικού τρόπου σκέψης. Οι µετανάστες αυτοί ουσιαστικά είναι ακριβώς όπως τα κινήµατα και οι τάσεις της νεολαίας του 60, τυχαίοι παράγοντες που είναι αυτοί που είναι, και που αρνιόµαστε συνειδητά να τους τοποθετήσουµε στο ιδεολογικό «κρεβάτι του Προκρούστη», πετσοκόβοντας επιλεκτικά την πραγµατικότητά τους έτσι ώστε να τους χωρέσουµε στην κατηγορία «προλετάριος». Έτσι χαρακτηρίζουµε την κοινωνική τους συνείδηση απλά σαν διαφορετική από την δική µας. Το γεγονός πάντως παραµένει και ιδιαίτερα για τους µουσουλµάνους, πως η θέλησή τους να «συµπλεύσουν» µε τις κοινωνίες των χωρών της υποδοχής τους, δεν είναι καθόλου δεδοµένη. Και κάπου εδώ αρχίζει η αντιστροφή της πορείας του boomerang της «αντιεξουσιαστικής» ιδεολογίας, της ακρωτηριασµένης οπτικής του χώρου. Ο τριτοκοσµικός που τόσο το κίνηµα βοήθησε ώστε να ψιλοβολευτεί σε κάποια θεσούλα, και που θα αρχίσει επιτέλους να γλείφει τα κόκαλα που πέφτουν από το πλουσιοπάροχα στρωµένο τραπέζι των ιδιοκτητών αυτού του κόσµου, κάθε άλλο παρά είναι βέβαιο πως θα συµπαρασταθεί σε µιαν απόπειρα κοινωνικής ανατροπής. Κι αυτό γιατί µε ελάχιστες εξαιρέσεις τα κόκαλα αυτά θα µοιάζουν και γι' αυτόν στ' αλήθεια θα είναι σε σύγκριση µε την κατάσταση της χώρας προέλευσής του, τα οριοθετικά σηµεία ενός υλικού «παράδεισου» που θα πρέπει αν δεν θέλει να τον χάσει, να τον υπερασπιστεί: γεγονός που δεν εντάσσει «αυτόµατα» τον τριτοκοσµικό σε κάποιο κατώτερο επίπεδο κοινωνικής συνείδησης, αλλά µονάχα σε µια διαφορετικότητα, σ' έναν µικρόκοσµο που δεν είναι συνειδησιακά ενταγµένος στους κόσµους του θεάµατος και που κατά συνέπεια, µιας και δεν εντάσσεται στις αλλοτριώσεις του, εξίσου δεν µπορεί να ενταχθεί σε κάποια από τις «διαστρωµατώσεις» της κοινωνικής του συνείδησης: πιο πρακτικά, στο συντριπτικό τους ποσοστό οι τριτοκοσµικοl µετανάστες δεν είναι δυνατόν να κριθούν µε τα κριτήρια του θεαµατόκοσµου ή της ανατροπής του, γιατί απλά δεν ανήκουν σ' αυτόν. Κι αναφέροµαι βέβαια, όχι σε Ρώσους ή Πολωνούς που λίγο - πολύ. εντάσσονται στο δικό µας πολιτισµικό συνεχές, στην δικιά µας «διάσταση» αλλά στους εκατοντάδες χιλιάδες τριτοκοσµικούς που οι µικρόκοσµοι - κοινότητές τους περιλαµβάνουν αποκλειστικά σχεδόν, ένα άθλιο δωµάτιο µοιρασµένο σε 4 - 5 από δαύτους, και το απαραίτητο µηνιαίο τσεκ µε το οποίο και διοχετεύουν τα 2/3 ή και παραπάνω του εξίσου άθλιου µισθού τους στην οικογένεια που τους περιµένει στην χώρα καταγωγής τους. Στα µάτια τους ο τρόπος ζωής µας µοιάζει περίπου εξωγήινος, και σε καµιά περίπτωση δεν µπορούν να κριθούν «ταξικά» όπως θα το έβαζε κάποιος µαρξιστής, γιατί στις σύγχρονες κοινωνίες ο σχηµατισµός της κοινωνικής συνείδησης έχει από δεκαετίες µεταθέσει το κέντρο βάρους του από την παραγωγή στην κατανάλωση, την οποία όπως είδαµε οι δύσµοιροι τριτοκοσµικοί την αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι: η χώρα «µας» δεν αποτελεί γι' αυτούς χώρο κοινωνικού προσδιορισµού, αλλά µια αγελάδα από την οποία ο καθένας θα αρµέξει όσα πιο πολλά ευρώ µπορεί, πράγµα για το οποίο φυσικά κανένας αντιεξουσιαστής δεν πρόκειται να τον κατηγορήσει, και καλά θα κάνει. Οι τριτοκοσµικοί µάλλον θα µπορούσαν να αποδοθούν καλύτερα µε την φράση «περαστικοί περιθωριακοί παρίες», που σε κάποια επαναστατική κρίση το κίνηµα το καλύτερο που θα µπορούσε να προσµένει απ' αυτούς, και µε ελάχιστες εξαιρέσεις, είναι η ουδετερότητά τους. Κι ας µην ξεχνάµε πως σε παρόµοιες κρίσεις στην σύγχρονη ιστορία οι εξωπολιτισµικές µειονότητες, όπως οι Κινέζοι στην Αµερική, παρά το γεγονός της βάναυσής τους µεταχείρισης από τους εργοδότες, σχεδόν πάντα τήρησαν απέναντι σ' αυτούς µια ευµενή παθητικότητα: κι όχι γιατί τους φοβούνταν ή ... γιατί τους «αγαπούσαν», αλλά γιατί αποκοµµένοι και αυτόβουλα από µια ολότελα ξένη κι εχθρική σ' αυτούς ντόπια δυτική κουλτούρα, θεώρησαν τις όποιες αντιθέσεις εξελίσσονταν στο εσωτερικό της, στο οποίο εξάλλου οι ίδιοι δεν είχαν καµιά πρόσβαση, σαν µια de facto ξένη σ' αυτούς υπόθεση: όταν είσαι ξένος σε ξένο τόπο φοβάσαι, πόσο µάλλον περισσότερο φοβάσαι όταν ο τόπος που δεν κατανοείς έτσι κι αλλιώς, τείνει να αλλάξει µε µια κοινωνική επανάσταση, µε άλλα λόγια µ' έναν ακόµα πιο ακατανόητο τρόπο: και µπροστά σ' όλα αυτά, η σιγουριά αυτού που υπάρχει πάντα ήταν προτιµητέα µπροστά στην αβεβαιότητα αυτού που θα µπορούσε να υπάρξει: ή όπως λέει µια παλιά κινέζικη παροιµία, «αν φοβάσαι µια φορά αυτόν που δεν γνωρίζεις, δέκα φορές παραπάνω να φοβάσαι τον φίλο του».
 
Αλλά για να µην τα ρίχνουµε όλα στους τριτοκοσµικούς είναι σωστό να θυµόµαστε τον σαφέστατα συντηρητικό πολιτικό προσανατολισµό της ελληνικής ή της ιταλικής οµογένειας στις ΗΠΑ, και µάλιστα µέσα σε µια εντελώς διαφορετική κλίµακα πολιτισµικών διαφορών µας µε τους «οικοδεσπότες» µας: κι αυτό γιατί οι τέτοιου είδους διαφορές ανάµεσα σε Έλληνες και Αµερικάνους της εποχής του «µεγάλου ξεριζωµού», ανάµεσα στα 1922 και στον Β' πόλεµο, ήταν σαφώς µικρότερες από αυτές που σήµερα υπάρχουν ανάµεσα σε Έλληνες και Πακιστανούς ή Αφρικάνους.
 
Οι πολιτισµικές διαφορές παίζουν ασύγκριτα µεγαλύτερο ρόλο στις σχέσεις µεταξύ των λαών, απ' όσο η µαρξιστική ψευδαίσθηση παραδέχονταν, βαφτίζοντάς τους ιδεολογικά κι αυθαίρετα σαν «προλετάριους» ή σαν εν δυνάµει τέτοιους: σε τέτοιου είδους διαπολιτιστικές επαφές ισχύει ο νόµος της «κοινωνικής µηχανικής» πως η κόλαση του ενός, είναι ο παράδεισος του άλλου. Είναι ιδεολογικός στρουθοκαµηλισµός το να µην θέλουµε για παράδειγµα να δούµε πως αυτοί που ξεσηκώθηκαν στις µεγάλες ταραχές στην Γαλλία του 2005 αν θυµάµαι καλά, ήσαν µαύροι και µουσουλµάνοι που εξεγέρθηκαν ενάντια σε ένα ξένο κι εχθρικό γι' αυτούς πολιτισµικό µόρφωµα, ενάντια στον λευκό, δυτικό και χριστιανικό καπιταλισµό. Όπως και είναι ταρτούφικο το να µην µπορούµε ή µάλλον να µην θέλουµε να αντικρύσουµε την ωµή πραγµατικότητα: πώς οι διανοούµενοι που σήκωσαν ανταρσία ενάντια στην έννοια της διαφοροποίησης, κι όχι αναγκαστικά πολέµου µεταξύ των πολιτισµών, ήσαν στην τεράστια πλειοψηφία τους «προοδευτικοί» διανοούµενοι, υποκινούµενοι ή άρρηκτα δεµένοι µε πανίσχυρα οικονοµικά κέντρα, που τα συµφέροντά τους ήταν στενά συνυφασµένα µε την πρόοδο και το βάθαιµα της παγκοσµιοποίησης.
 
Ανακεφαλαιώνοντας την κριτική µας παρουσίαση του θεάµατος, του µύθου συγκρότηση του ελευθεριακού -εναλλακτικού τοµέα µόδας «µετανάστες», διαπιστώνουµε πως η σε µαζική κλίµακα ανάµιξή µας στο ζήτηµα αυτό αποκλείεται εκ των προτέρων. Η θέση είναι «ρεζερβέ», είναι ήδη κατειληµµένη από τα µαντρόσκυλα του συστήµατος, από τις «προοδευτικές» εταιρίες και τα µεγάλα κόµµατα που έτσι κι αλλιώς βγάζουν την γραµµή: πρακτικά καθώς «έχουν το καρπούζι έχουν και το µαχαίρι» ή µε άλλα λόγια µιας και κατέχουν την οικονοµία του τοµέα, τα «προοδευτικά» ΜΜΕ και εµπορεύµατα κατέχουν εξίσου κυριαρχικά και τον πολιτικό του προσανατολισµό: µια αντιεξουσιαστική ανάµιξη στον τοµέα αυτόν, θα µας µετέτρεπε σε πολιτικά υπερκερωµένους ουραγούς των «προοδευτικών» και αριστερών: θα κάναµε µια µάχη της οποίας τα όποια αποτελέσµατα θα καταγράφονταν στην δική τους πολιτική ατζέντα, και τα όποια οφέλη θα εµπλούτιζαν τα δικά τους εκλογικά ποσοστά: από την άλλη βέβαια µεριά η απαγκίστρωση του αντιεξουσιαστικού κινήµατος από ένα ζήτηµα που είναι απόλυτα ξένο στην ανατρεπτική λογική, µιας και το ίδιο το σύστηµα στον α' ή στον β' βαθµό θα το διευθετήσει, δεν σηµαίνει και πως θα εγκαταλείψουµε τον ανθρωποκεντρισµό µας που είναι ιδιαίτερο γνώρισµα ΜΟΝΑΧΑ του κινήµατός µας, ή πως θα γυρίσουµε την πλάτη µας στους µετανάστες: ας το «κάνω φραγκοδίφραγκα»: είναι δεδοµένη η συµπαράστασή µας σε «µικρής κλίµακας» επιχειρήσεις, όπως η προστασία τους σε επιθέσεις νεοφασιστών, όπως και σε κάποιες περιπτώσεις η οικονοµική µας βοήθεια, έχοντας βέβαια πάντα στο µυαλό πως η διευθέτηση αυτών των ζητηµάτων βρίσκεται τελικά πάντα στην δικαιοδοσία του συστήµατος. Δεν εγκαταλείπουµε το ζήτηµα, απλά το αποσυνδέουµε από τον χώρο σαν συγκροτητικό, αξονικό του θέµα, ακριβώς όπως κόβουµε ένα χέρι που 'χει πιάσει γάγγραινα για να σώσουµε το υπόλοιπό µας σώµα, αν προλαβαίνουµε βέβαια. Τελειώνω µε κάτι στ' αλήθεια «αυτονόητο»: η σε ατοµικό επίπεδο προσέγγιση ιδίως µεταναστών από τις ανατολικές χώρες, που εξάλλου σε αντίθεση µε τους τριτοκοσµικούς αναπνέουν σχεδόν τον ίδιο µε µας «πολιτισµικό αέρα», και η ένταξή τους στις αντιεξουσιαστικές µας συλλογικότητες, είναι πάντα απαραίτητη αλλά κι ευχάριστη δουλειά. Είναι πολιτικά απαραίτητη γιατί δίνει πλούσιες προοπτικές στο κίνηµα, αλλά κι ευχάριστη γιατί έτσι µας δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσουµε και προσωπικά ακόµη τις πολιτιστικές δοµές µιας Ευρώπης βίαια αποκοµµένης από την Ευρώπη, για µισό περίπου αιώνα. Σε κάθε περίπτωση θα δουλέψουµε µε εξαιρέσεις και ίσως είναι η ώρα να σταµατήσουµε να πηγαίνουµε εµείς στους µετανάστες, προσφέροντάς τους έτσι την δυνατότητα να µας αναζητήσουν.
 
Ο ίδιος ο καπιταλισµός σαν κοινωνικό φαινόµενο δεν ήταν η αιτία της ύπαρξης των πολιτισµικών διαφορών, αλλά το αποτέλεσµά τους. Αναπτύχθηκε. σχεδόν αβίαστα και φυσιολογικά, σαν αυθόρµητο αποτέλεσµα της σύγκλισης κοινωνικών και τεχνολογικών παραµέτρων µονάχα στην δύση, µε ιδιαίτερο κοµβικό του φορέα τον αγγλοσαξονικό προτεσταντικό κόσµο, γεγονός που χαρακτηρίζει τους αριστερούς επικριτές του Χάντιγκτον τόσο µεταφυσικούς όσο και ο ίδιος. Αλλά ας µην ξεµακραίνουµε: ο σύγχρονος διεθνισµός µεταξύ των ανθρώπων, κι όχι ο παγκοσµιοποιητικός τέτοιος, αυτός µεταξύ των εµπορευµάτων, δεν θα προκύψει από το οικονοµικό πλησίασµα µεταξύ κάποιων καταναλωτικών ροµπότ, µήτε σαν µια χιµαιρική µαρξιστική κατηγοριοποίηση µιας ανώνυµης δίχως καµιά ταυτότητα «µάζας»: ο διεθνισµός µας φτιάχνεται κάθε στιγµή, και φτιάχνεται πολεµικά στο αµόνι του πλησιάσµατος µεταξύ ανθρώπων µε πολιτισµική ταυτότητα. Καµιά µόδα ας µην αφήσουµε να χαλάσει αυτό το πλησίασµα: όλα είναι σχετικά ή θα τα υποχρεώσουµε να γίνουν, και ο καφές που θα ενώσει τον Έλληνα µε τον Τούρκο και τον Ιταλό, δεν θα είναι ένα ξενέρωτο «αντιεξουσιαστικό» εµπόρευµα που θα ενώσει τρεις ανώνυµους δίχως προϊστορία και ταυτότητα καταναλωτές του: αντίθετα θα 'χει το δυνατό, το ζωντανό άρωµα που προκύπτει από την αβίαστη σύνθεση ενός Έλληνα, ενός Τούρκου κι ενός Ιταλού αντιεξουσιαστή που µέσα σ' ένα πλέγµα αλληλοβοήθειας ανακαλύπτει ο καθένας το δικό του µονοπάτι που θα ενώσει το παρελθόν µε το µέλλον του πολιτισµού του, και ταυτόχρονα την σύνδεση της δικιάς του πραγµατικότητας µε την παγκόσµια, αυτοδιευθυνόµενη κοινωνία του συλλογικού ονείρου: δεν υπάρχουν «πολιτισµοί στον τοίχο», παρά µονάχα αδιέξοδα ιδεολογήµατα.
 
 
 
Μύθος 2 «ποινικοί κρατούµενοι: Η «κολόνια αυτή κρατάει χρόνια», τουλάχιστον από την εποχή που εκδόθηκε ένα ολοφάνερα προβοκατόρικο ανάγνωσµα σχετικό µε την ζωή κάποιου Μεσρίν, κι ήρθε επιτέλους η στιγµή να ξεµαγέψουµε κριτικά το θέµα: οι ποινικοί κρατούµενοι έχουν άσκεφτα κι ανεγκέφαλα σε τέτοιο βαθµό εξιδανικευτεί, έχουν τόσο πολύ ηρωοποιηθεί, που έφτασαν να θεωρούνται από µεγάλο τµήµα του χώρου σαν «de facto» επαναστάτες και φυσικά σαν ένα ακόµα «αυτονόητα» αξονικό, συγκροτητικό του θέµα: και η αλήθεια είναι πως έχουµε να κάνουµε µε ένα ακόµα αδιέξοδο, µεταφυσικό ιδεολόγηµα: ας δούµε πώς: Πολλοί, οι περισσότεροι µέσα στον χώρο, θεωρούν την άµεσή τους απελευθέρωση σαν κάποιο «αυτονόητο» συνεκτικό αίτηµα. Εδώ δεν πρόκειται βέβαια να αρνηθούµε πως για παράδειγµα, τουλάχιστον οι κρατούµενοι για «εγκλήµατα» κατά της περιουσίας, αλλά και πολλές άλλες κατηγορίες τους θα τύχουν άµεσης απελευθέρωσης από ένα νικηφόρο επαναστατικό καθεστώς: ούτε πάλι φιλοδοξούµε να συγγράψουµε τον ποινικό κώδικα της µελλοντικής κοινωνικής δηµοκρατίας, καθορίζοντας έτσι επακριβώς ποιοι από τους ποινικούς θα πάρουν στο χέρι «passport» εξόδου: το πρόβληµα στο όλο σκεπτικό της «άµεσης απελευθέρωσής» τους, είναι απλά πως η κοινωνική επανάσταση, δεν έχει γίνει ακόµα! Κι είναι καιρός να συντείνουµε µε κάποιο τρόπο στο λιώσιµο της καραµέλας που µόνιµα µασουλάν τρεις δεκαετίες τώρα κάποιοι άσκεφτοι θερµοκέφαλοι, προσδιορίζοντάς την αρχικά στην φράση: «Θα περιµένουµε λοιπόν την επανάσταση;», φράση που βέβαια αναγνωρίζεται σαν το κεντρικό σλόγκαν και µαζί το κυρίαρχο, αλλά και µοναδικό επιχείρηµα των ποικίλων προβοκατόρων της ασφάλειας που κατά καιρούς έδρασαν στον χώρο.
 
Ένας βαθµοφόρος µπάτσος παρατήρησε εξαιρετικά είναι η αλήθεια εύστοχα, πως «παλιότερα οι αναρχικοί πολιτικοποιούσαν τους ποινικούς, ενώ σήµερα οι ποινικοί ποινικοποιούν τους αναρχικούς», ή κάπως έτσι: το γεγονός πάντως είναι ένα, πως ο χώρος των ποινικών όπως και παντού έτσι και στην Ελλάδα, τις τελευταίες δεκαετίες έχει µετατραπεί σ' έναν στάνταρ θεαµατικό τοµέα, σ' έναν κυβερνοχώρο µόδας, µε εξίσου στάνταρ κι οµογενοποιηµένες, υπνοβατικές συµπεριφορές, και µε τα ανάλογα εµπορεύµατα που φετιχικά τον συγκροτούν: όπλα, Ρωσίδες,  κόκα, κτλ. Έχει δηλαδή µετατραπεί σε «τρόπο ζωής» µε τα ανάλογα «λούκια» - κυκλώµατα και µε τις όποιες αντίστοιχες λύσεις προµηθεύει στα µέλη του ιδιότυπου αυτού «club». Και ήδη βρισκόµαστε στην καρδιά του ζητήµατος. Ο ποινικός τοµέας απορροφά τον αντιεξουσιαστή γιατί απλά έχει λύσεις ζωής να του προσφέρει, και λύσεις µάλιστα µασκαρεµένες µε το άρωµα µιας «µαγικής διαφυγής» από την µίζερη συνήθως οικονοµική του καθηµερινότητα: είναι ένας τοµέας µόδας, που βαµµένος εξωτερικά και µε τα χρώµατα της ηρωοποίησης παρουσιάζει εσωτερικές δυνάµεις συνοχής κατά πολύ ανώτερες από τον ουσιαστικά αδιέξοδο για την µεγάλη πλειοψηφία των funs του «αντιεξουσιαστικό» τοµέα µόδας: κι από αυτήν την ηρωοποίηση, την εξιδανικευµένη πλαστοποίηση του ποινικού θεαµατικού τοµέα αρπάζουµε τον «µίτο της Αριάδνης» που θα µας οδηγήσει βαθύτερα στον τοµέα αυτόν, στην «εξηλεκτρισµένη» µοντέρνα εκδοχή της «αυλής των θαυµάτων» του Φρανσουά Βιλλιόν.
 
Όπως κάθε τοµέας µόδας έτσι και ο ποινικός, διαθέτει δύο πρόσωπα: ένα φανερό, κι ένα κρυφό, συγκαλυµµένο. Όσον αφορά τον χώρο, αυτός παρασυρµένος από κάποιον εκτός τόπου και χρόνου άκριτο ροµαντισµό, που σηµειωτέον για το 90% και βάλε των ποινικών αποτελεί µονάχα αφορµή ακατάσχετου γέλιου, αλλά και παρακινηµένος ανάλογα από τους κριτικά ανεπαρκείς ή πονηρούς του αρχηγίσκους, επιµένει να συγκεντρώνει το βλέµµα του υπνωτισµένα στο φανερό: κι ας µην νοµιστεί πως «βλέπει αυτό που θέλει» γιατί στην ουσία βλέπει το ποσοστό και µόνο της συνολικής εικόνας του ποινικού τοµέα, που οι πολιτικοί του πάτρονες του επιβάλλουν µε την προπαγάνδα τους να δει: και είναι φυσικά αλήθεια πως το φανερό πρόσωπο του τοµέα καλύπτεται από κάποιους σαν τον Παλαιοκώστα που στα πλαίσια µιας Κοινωνικής Δηµοκρατίας θα τους ταίριαζε µάλλον η ιδιότητα του δικαστή, παρά του ποινικού: είναι επίσης αλήθεια πως ανάµεσα στους ποινικούς ασφαλώς και υπάρχει µια ελάχιστη µερίδα µε αναπτυγµένη κοινωνική συνείδηση: αυτές όµως οι αλήθειες, δεν είναι οι µόνες αλήθειες: γιατί ανασκαλεύοντας το συγκαλυµµένο πρόσωπο του τοµέα ανακαλύπτει κανείς περιπτώσεις ατόµων που στα σίγουρα. θα προτιµούσε να αγνοεί την ύπαρξή τους: ψυχοπαθείς, ναρκοµανείς, βιαστές, και οτιδήποτε άλλο, και το θέµα σίγουρα δεν πρέπει να αντιµετωπίζεται ηθικά, αλλά σαφώς κριτικά.
 
Σε γενικές γραµµές υπάρχουν δύο απόψεις σχετικές µε το πρόβληµα των ποινικών: η πρώτη, η «αστική», αφορά την διεκδίκηση καλύτερων συνθηκών, τις µειώσεις των ποινών, τις άδειες, κ.ο.κ., που είναι βέβαια η περισσότερο εφικτή, αλλά σαν καθ' ύλην αντικείµενο απασχόλησης των δικηγόρων και σαν φανερά συντεχνιακό αίτηµα, είναι αδύνατο είτε να υποστηρίξει είτε να υποστηριχτεί από κάποιο ανατρεπτικό κίνηµα: κι έτσι ερχόµαστε στην δεύτερη άποψη, αυτήν που κυριαρχεί στον χώρο, και που προτείνει συναισθηµατικά, άκριτα και.υπνωτισµένη από την λάµψη του δηµοσιοποιηµένου, από τα ΜΜΕ του χώρου, φανερού, λειψού κι επίτηδες ακρωτηριασµένου προσώπου των ποινικών, την άµεση απελευθέρωση του συνόλου τους. Ας την εξετάσουµε.
 
Σ' αυτήν την άποψη διακρίνουµε και πάλι την ιδεολογική κι απλοϊκή «τσουβαλοποίηση» του µαρξισµού. Δηλαδή µιας και αναγνωρίζονται σαν υπαρκτοί, µονάχα οι δύο πόλοι της µεταφυσικής, µαρξιστικής δυϊστικής αντίθεσης, οι αστοί και οι προλετάριοι, και καθώς είναι φανερό πως οι ποινικοί δεν είναι αστοί τουλάχιστο σε ποσοστό 90%, ο χώρος τους κατηγοριοποιεί υπνωτικά στο προλεταριάτο: βέβαια µέσα στην απίθανη διανοητική σύγχυση του χώρου, η κατηγοριοποίησή τους εκεί γίνεται µε βάση ακόµα περισσότερο αφηρηµένους και µεταφυσικούς όρους, όπως «καταπίεση» (!) Λες και αν κάποιος ψυχοπαθής που καταπιέζεται πραγµατικά από το γεγονός πως δεν µπορεί να βιάσει και να σφάξει, σε περίπτωση που τελικά το κάνει, θα πρέπει αυτοµατικά να κατατάσσεται στους «καταπιεσµένους προλετάριους»! Αλλά ας συνεχίσουµε.
 
Το πρόβληµα της άποψης αυτής εστιάζεται στην αρχική εξιδανίκευση του τοµέα αφενός, κι από την άλλη στην πλήρη άγνοια του χώρου για το µε ποιον ακριβώς τρόπο λειτουργεί εσωτερικά κάποιος τοµέας, κάποιος κυβερνοχώρος µόδας. Έχουµε λοιπόν από την µια µεριά την πραγµατική διάρθρωση της αιτιακής ροής, που στην διάσταση που βιώνουµε είναι αναπόδραστη για όλους και για όλα: ένα ποτήρι πέφτει από το ράφι και σπάει: αίτιο και µαζί παρελθόν του φαινοµένου είναι η βαρύτητα, που κατευθύνεται αποκλειστικά και µόνο προς το αποτέλεσµα και µέλλον του, το σπάσιµο: και φυσικά είναι αδύνατο, τουλάχιστον µέσα στο δικό µας χωροχρονικό συνεχές η αιτιακή αυτή ροή από το αίτιο προς το αποτέλεσµα να αναστραφεί, έτσι ώστε από µόνο του το ποτήρι να πηδήξει πίσω στο ράφι και να ξανασχηµατιστεί. Ας το εξειδικεύσουµε στην περίπτωσή µας.
 
Η πραγµατικότητα λοιπόν ισχυρίζεται το εξής: µέσα στην ιστορική διαδικασία, δεν ήταν οι ποινικοί κρατούµενοι το αίτιο δηµιουργίας της κοινωνίας και των νόµων, αλλά ήταν αντίστροφα το αποτέλεσµά τους. Κι αυτό επειδή για να αποκτήσει κανείς την ιδιότητα του ποινικού, προϋποτίθεται η ύπαρξη της κοινωνίας και των νόµων, συνεπώς µέσα στην αιτιακή ροή η κοινωνία (αίτιο) δηµιουργεί τους κρατούµενούς της (αποτέλεσµα). Ερχόµαστε τώρα για να «διαβάσουµε» την µεταφυσική στρέβλωση της άποψης του αντιεξουσιαστικού χώρου, που στην ουσία θεωρεί την «άµεση απελευθέρωση» των ποινικών, σαν µια «de facto» πράξη στρατολόγησης κάποιων εξίσου «de facto» επαναστατών, που αποτελούν τµήµα του «στρατού» που θα απελευθερώσει την κοινωνία.
 
Η εξιδανίκευση όπως είπαµε της εικόνας των ποινικών, έγκειται στην αυθαίρετη αποσιωποίηση της αιτίας της κράτησής τους: αυτή εξαφανίζεται ταχυδακτυλουργικά πίσω από την λάµψη, πίσω από το ηρωοποιηµένο, φανερό πρόσωπο του τοµέα, που  ουσιαστικά κολλά σαν πραγµατικότητα µονάχα σ' ένα ελάχιστο ποσοστό των κρατουµένων: και η «ιδεολογική εγχείρηση» συνεχίζεται, και µιας και η αιτία της ιδιότητάς τους εξιδανικευόµενη εξαφανίστηκε, ο τοµέας εµφανίζεται ουσιαστικά σαν «αγνό και αµόλυντο» ιδεατό, σαν µια ουρανοκατέβατη κατασκευή, σαν το αίτιο που σαν αποτέλεσµά του θα 'χει την κοινωνία, την απελευθέρωσή της: µε άλλα λόγια ο χώρος, τοποθετώντας αυθαίρετα στην θέση του αίτιου τους ποινικούς, και σ' αυτήν του αποτελέσµατος την κοινωνία, επιχειρεί µια µεταφυσική αναστροφή του διαστατικού process, που'χει τόσες πιθανότητες επιτυχίας, ακριβώς όσες έχει κι ένα σπασµένο ποτήρι να πηδήξει από µόνο του πίσω στο ράφι και να ξανασχηµατιστεί.
 
 
 
 
 
Εγχείρηµα προφανώς µάταιο, γιατί απλά καταργώντας το αποτέλεσµα, δεν καταργείς και την αιτία του, αλλά µονάχα το αντίστροφο: ή από χρονικής µεριάς, µια τέτοιου είδους «επαναστατική» απελευθέρωση είναι αδύνατη, γιατί η επανάσταση δεν έχει ακόµα συµβεί! Αλλά και κάποιες ηθικής υφής παραλλαγές, όπως «η άδικη κοινωνία έχωσε µέσα τους δίκαιους ποινικούς, συνεπώς πρέπει να τους απελευθερώσουµε», σκοντάφτει πάνω στον ίδιο ακριβώς χωροχρονικό ύφαλο της Επανάστασης που απλά δεν έχει ακόµα συµβεί! Όµως η «µαθηµατική» απόδειξη στ' αλήθεια δεν λέει και πολλά, αν δεν εξειδικευτεί κοινωνικά: κι αυτό θα κάνουµε ξετινάζοντας µια και καλή τέτοια ιδεολογήµατα, τέτοιες µεταφυσικές αυταπάτες που χρησιµοποιούνται δολερά από «κάποιους», έτσι ώστε να αιχµαλωτίσουν το κίνηµα στην προφανώς αδιέξοδη, «αυτονόητή» τους «λογική»: και θα αναλύσουµε εδώ τον «χωροχρονικό ύφαλο» που πάνω της ναυάγησε το ύποπτα φωταγωγηµένο καραβάκι της «ελευθεριακής - εναλλακτικής» µόδας, χρησιµοποιώντας το νυστέρι της όιαλεκτικής του χάους.
 
Αυτός ο «χωροχρονικός ύφαλος» της επανάστασης που ακόµα δεν συνέβη, δεν είναι παρά τα «απροσπέλαστα τείχη της εντροπίας». Αρχίζοντας λίγο µετά την μεταπολίτευση, παρόµοια αιτήµατα απελευθέρωσης των ποινικών του κινήµατος της εποχής, σε κάποια πρώτα στάδια η αλήθεια είναι πως βρήκαν σοβαρή απήχηση µέσα στον λαό. Και ο λόγος ήταν πως οι ιδιότητες των ποινικών και των πολιτικών κρατούμενων ήταν εξαιτίας της χούντας αρκετά µπερδεµένες µεταξύ τους, µε εξίσου συγκεχυµένα τα σύνορα της οριοθέτησής τους. Καθώς όµως τα χρόνια περνούσαν, µε την εξάπλωση των drugs µέσα στα 80's, και µε την ραγδαία εισβολή των µεταναστών και της υψηλής εγκληµατικότητας που µετέφεραν «στις αποσκευές τους», µέσα στα 90's ο κόσµος φοβήθηκε. Το κακό συµπληρώθηκε µε την αύξηση της φτώχειας και της αντίστοιχης ντόπιας εγκληµατικότητας, µε αποτέλεσµα κι όχι άδικα, η εξιδανικευµένη εικόνα του «ληστή ρε τις γλαδιόλες» ή του ροµαντικού πιστολέρο που µονάχος του µάχεται το σύστηµα, δεν άργησε να αντικατασταθεί στα µάτια του λαού από αυτήν του τρελλαµένου τοξικοµανή, ή του διψασµένου για αίµα Αλβανού. Έτσι σιγά µα σταθερά, τα αιτήµατα απελευθέρωσης των ποινικών άρχισαν να χάνουν το ειδικό τους βάρος, άρχισαν να οποσυντίθεται µέσα στην συλλογική συνείδηση, να εκρρέουν εντροπικά, να ελαχιστοποιούν την πιστότητά τους. Κι έτσι φτάσαµε στο σηµερινό σηµείο, όπου µια µαζική απελευθέρωση των ποινικών από την παλιά της ευµενή αντιµετώπιση µετατράπηκε σε κυρίαρχο εφιάλτη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού σε τέτοιο βαθµό, που η κυβέρνηση που και σαν ακόµα απλή της σκέψη τυχόν την δηµοσιοποιούσε, θα κατέρρεε µέσα σε 48 το πολύ ώρες. Ποια είναι λοιπόν τα «απροσπέλαστα τείχη εντροπίας» που κυριαρχικά απαγορεύουν την όποια επανάληψη του ιστορικού process, και την επαναφορά αιτηµάτων περασµένων κι οριστικά πεθαµένων πια εποχών; µα... τι άλλο από την µεταβολή αυτή της συλλογικής συνείδησης σε σαφώς συντηρητικότερες κατευθύνσεις! Είναι ακριβώς η επανάσταση που απουσιάζει από το αφελές «σκεπτικό» του χώρου, και που θα δηµιουργούσε τις προϋποθέσεις, την ριζοσπαστικοποίηση της συνείδησης του λαού, που σαν αποτέλεσµά της θα είχε την απελευθέρωση των ποινικών.
 
Και το θέµα πιστεύω πως κλείνει οριστικά, µε την διατύπωση των λειτουργιών του τοµέα των ποινικών, που φυσικά συγκροτείται και κινείται φετιχικά, υπνοβατικά, ακριβώς όπως όλοι οι κυβερνοχώροι µόδας: στην αδύνατη όπως είδαµε περίπτωση της µαζικής τους αποφυλόκισης µέσα στις σηµερινές κοινωνικές δοµές όπου η επανάσταση προφανώς απουσιάζει, δεν θα 'χαν καµιά διαφορετική µοίρα από αυτήν που έχουν σήµερα: αργά ή γρήγορα το συντριπτικό τους ποσοστό θα ξαναγυρνούσε στις «συνήθεις ασχολίες τους» και φυσικά κάποια στιγµή στην φυλακή, συνεχίζοντας έτσι το υπνοβατικό, φαύλο, κυκλικό τους «ταξιδάκι»: η παρανοµία λένε πως σαν τρόπος ζωής σε εθίζει σαν ναρκωτικό, και η σύγχρονη κριτική της αλλοτρίωσης συµφωνεί κι επαυξάνει προσθέτοντας µονάχα πως σε υπνωτίζει: υπνωτίζει τους αλλοτριωµένους φίλους της µε κεντρικό φορέα της τα φετιχικά εµπορεύµατα συγκρότησης του τοµέα, και µε ιµάντα µεταβίβασης αυτής της άκριτης υπνοβασίας την υποσυνείδητη, υπεραισθητή έλξη που αυτά ασκούν πάνω στους σκλάβους τους η παρανοµία δεν είναι τρόπος ζωής, είναι τρόπος αλλοτρίωσης: κι αυτό επειδή δίνοντας ένα πιστόλι σε κάποιον πρώην ληστή που στο µεταξύ µε κάποιον τρόπο πλούτισε, µπορείς σε µεγάλο ποσοστό να 'σαι σίγουρος πως θα το χρησιµοποιήσει, ακόµα κι αν δεν υπάρχει καµία απολύτως οικονοµική ανάγκη γι' αυτό. Πρακτικά, µέσα στους κόσµους του θεάµατος τα εµπορεύµατα ζωντάνεψαν και µας διατάζουν και εµείς σε µεγάλο βαθµό υπακούµε: πρόκειται για γενική κοινωνική συνθήκη, στην οποία ο ποινικός fun του τοµέα µόδας «παρανοµία» δεν έχει κάποιον ιδιαίτερο λόγο να υπόκειται λιγότερο ή περισσότερο σ' αυτήν, από τους funs των υπόλοιπων τοµέων µόδας. Σε γενικές γραµµές η πείρα της ζωής απόδειξε πως η οποιαδήποτε γειτνίαση του κινήµατος µε τον τοµέα των ποινικών κρατούµενων, ποτέ της δεν ωφέλησε το κίνηµα, το αντίθετο µάλιστα: και οι πιθανότητες ζηµίας σήµερα µε την διανοητική σύγχυσή του, και µ' όλες τις µπουκαπόρτες του ανοιχτές κι απόλυτα εκτεθειµένες στα κύµατα της αφοµοίωσης, προφανώς πολλαπλασιάζονται. Η αποµυθοποίηση του τοµέα των ποινικών και η άµεση αποκαθήλωσή του από «αυτονόητο» αξονικό αίτηµα του χώρου επείγει, µιας κι απ' όσο είδαµε η άκριτη αποδοχή του και η «μετάγγιση»  αγωνιστών στον τοµέα αυτόν, δεν κάνει τίποτα άλλο από το να ανταλλάσσει το ένα αδιέξοδο µε κάποιο άλλο: η απαγκίστρωση αυτή εξάλλου κάνει πολύ περισσότερο δύσκολη την άλωση του χώρου από χαφιέδες, γιατί είναι καιρός κάποιοι να καταλάβουν πως ανάµεσα στους ποινικούς που είναι στ' αλήθεια «παλικάρια», υπάρχει κι ένα πλήθος από καταδότες που ασύστολα θα πούλαγαν και την µάνα τους ακόµη. Η συµπαράστασή µας σ' αυτούς σε µια σειρά από ζητήµατα, δεν σηµαίνει και κάποια «αυτονόητη» εξάρτηση. Ας µην λοιπόν µπερδεύουµε την δουλειά των δικηγόρων µε την ανατρεπτική κριτικοπρακτική µας δραστηριότητα: και βέβαια ακόµα και στην µεµονωµένη ένταξη πρώην ποινικών στις συλλογικότητές µας, πρέπει να 'µαστε εξαιρετικά προσεκτικοί και φειδωλοί, για λόγους λίγο - πολύ ευνόητους ... Η επανένταξη οποιουδήποτε περιθωριακού στην κοινωνία, λες κι εµείς όπως είµαστε αυτήν την στιγµή είµαστε λιγότερο περιθωριακοί, δεν είναι δουλειά δικιά µας, καθότι όπως είπαµε άλλο πράγµα είναι ο κοινωνικός λειτουργός, κι άλλο ο φορέας κι επεξεργαστής µιας ανατρεπτικής δραστηριότητας.
 
 
 
 
Μύθος 3 «αντιφασισµός»: απ' ότι έγινε µέχρι τώρα κατανοητό, µέσα σ' αυτό το κείµενο δεν προβαίνουµε σε κάποιες θεωρητικές κι ακαδηµαϊκές διορθώσεις όρων, αλλά αντίθετα προσπαθούµε να απαλείψουµε κριτικά πρακτικές ολέθριες όπως είδαµε για το κίνηµα και που ήδη κοντεύουν να το µετατρέψουν σε έναν ασυνάρτητο κι ακίνδυνο τοµέα µόδας: το ίδιο σκοπεύουµε να κάνουµε µε το ιδεολόγηµα του «αντιφασισµού», ενός αριστερής προέλευσης αναχρονισµού, που έχοντας εγκατασταθεί από καιρό τώρα στον χώρο σαν αξονική, συγκροτητική του φαντασίωση, τον µετατρέπει γοργά σε κάτι που ανησυχητικά αρχίζει να µοιάζει σε «νεολαία Λαµπράκη», ή σε µαοϊκό γκρουπάκι της µεταπoλίτεuσης. Και η επαναφορά αυτού του πολιτικού νεαντερταλισµού από «κάποιους», θα 'µασταν αρκετά αφελείς να πιστέψουµε πως ανταποκρίνεται µονάχα στο πραγµατικά πισωγυρισµένο και άθλιο κριτικό επίπεδο του χώρου: κι αυτό γιατί η χρήση τέτοιου είδους αρχαϊκού πολιτικού λεξιλογίου κρύβει πίσω της συγκεκριµένα συµφέροντα, που κυριολεκτικά τρέµουν µπροστά στο ενδεχόµενο ενός ριζοσπαστικού βαθαίµατος του αντιεξουσιαστικού λόγου, όπως ακριβώς ο διάβολος µπροστά στο λιβάνι: κι ας µην ξεχνάµε πως είναι µάλλον δύσκολο να κατηγορηθούν σαν «φασιστικές», οι εταιρίες που πουλάν «προοδευτικό» εµπόρευµα, όσο και οι αρχηγίσκοι που ασύστολα το προµοτάρουν. Κι έτσι κρατούν µε την προπαγάνδα τους το επίπεδο της κριτικής σε τέτοια επίπεδα, που θα 'ναι προφανώς ακίνδυνη για τους ίδιους και τα συµφέροντά τους και κάπου εδώ θα παραθέσω ελαφρά παραλλαγµένο ένα σύνθηµα γραµµένο στους τοίχους της θεολογικής: πως «οι ιδεολόγοι έχουν µια βασική οµοιότητα µε τις πυγολαµπίδες: και οι δυο για να λάµψουν, χρειάζονται σκοτάδι ... ». Και µάλλον δύσκολα µπορεί να αντικρουστεί το γεγονός πως πάντα οι κάθε λογής και χρώµατος αφεντάδες θέλοντας να κυβερνήσουν τον λαό, δεν φρόντιζαν να ανεβάσουν το δικό τους επίπεδο νοηµοσύνης: βλέπεις ήταν κατά πολύ ευκολότερο να κατεβάσουν αυτό του λαού ... Και µιας και οι «υπέροχες» εκείνες εποχές που η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης ήταν θανάσιµο αµάρτηµα για το «κοπάδι» έσβησαν οριστικά, οι επίδοξοι «ελευθεριακοί» ιδιοκτήτες µας στην θέση του µεσαιωνικού σκοταδισµού χρησιµοποιούν το σύγχρονο «ψηφιακό» οµόλογό του: την ενσωµατωµένη σε εµπορεύµατα ιδεολογία τους, το θέαµά τους. Έτσι λοιπόν φροντίζουν να κατεβάζουν το επίπεδο εκεί που συµφέρει τόσο στους ίδιους, όσο και στο σύστηµα που τους προσέλαβε.
 
Τα από δεκαετίες αδειασµένα από νόηµα αυτά ιδεολογήµατα, ο «αντιφασισµός», ο«αντιρατσισµός», κτλ., δεν κάνουν κάτι διαφορετικό από το να αποπροσανατολίζουν το αντιεξουσιαστικό κίνηµα, και να το κρατούν µέσα στις λογικές συστήµατος, αφήνοντας έτσι πάντα ανοιχτή την κερκόπορτα σε µια πανεύκολη πολιτική του υπερκέρωση. Κάθε αντιφασιστική ή παρόµοια αναχρονιστική νότα, τραβά το κίνηµα κάποιες δεκαετίες πίσω, τότε που ακόµα υπήρχαν φασίστες και ο αποπροσανατολισµός του είναι «ηλίου φαεινότερος»: γιατί περιγράφοντας τον σύγχρονο καπιταλισµό σαν ρατσιστικό, φασιστικό, ή εθνικιστικό, το στρέφει όχι ενάντια στις εµπροσθοφυλακές του συστήµατος, αλλά ούτε καν ενάντια στις οπισθοφυλακές του, το στρέφει ενάντια στο απόλυτο κενό, ακριβώς όπως τον Δον Κιχώτη ενάντια στους ανεµόµυλους. Αλλά το κακό δεν σταµατά εκεί, γιατί χρησιµοποιώντας συνθήµατα µιας ξεχασµένης µέσα στην άβυσσο του χρόνου εποχής, και ζητώντας έτσι από τον καπιταλισµό να ολοκληρωθεί την στιγµή που από δεκαετίες τώρα το 'χει ήδη κάνει, το κίνηµα βάζει από µόνο του το κεφάλι του πάνω στον πάγκο της αφοµοίωσης και η υπερκέρωσή του από κει και πέρα είναι απλά στην απόλυτη δικαιοδοσία του συστήµατος, που παίζοντας πια εντός έδρας µπορεί µε τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς του να εκτονώσει ακαριαία την όποια κίνησή του. Πρακτικά το ανατρεπτικό κίνηµα χρησιµοποιώντας τα παρωχηµένα αυτά ιδεολογήµατα αυτοϋποβιβάζεται σε δηµοκρατικό: ζητά ουσιαστικά δηµοκρατία, το σύστηµα του πετά ένα ψίχουλο δηµοκρατίας, η κατάσταση «ξεφουσκώνει» αποσυµπιέζεται, τέλος ... Κι ας µην ξεχνάµε κάτι βασικό: ο καπιταλισµός σε φάση καλπάζουσας παγκοσµιοποίησης είναι βαθύτατα αντιφασιστικός, αντιρατσιστικός, αντισεξιστικός ή ότι άλλο, γιατί έτσι τον συµφέρει: χρησιµοποιεί τα ιδεολογήµατα αυτά που από δεκαετίες τα ενσωµάτωσε µαζί µε τους φορείς τους, για να διαλύσει τοπικισµούς κι  αρχαϊσµούς που υψώνονται στο διάβα του, και το κίνηµα εγκλωβισµένο µέσα στις αξονικές αυτές αλλοτριώσεις του, το µόνο που καταφέρνει είναι το να παίζει τον ρόλο ενός ουραγού υπό διάλυση: εγείροντας δηµοκρατικά ιδεολογήµατα «ενάντια» στο σύγχρονο σύστηµα, ο χώρος προσπαθεί µάταια να «κοµίσει γλαύκας εις Αθήνας, ή αλλιώς µοιάζει καταπληκτικά µε τον εγγονό που θέλει να δείξει στον παππού που είναι «το έτσι» της γιαγιάς το σύστηµα είναι εχθρός µας όχι επειδή δεν είναι δηµοκρατικό, αλλά ακριβώς επειδή είναι.
 
Κάποια στιγµή οι ελευθεριακοί, οι αντιεξουσιαστές κι οι όσοι τέλος πάντων επιθυµούν την επαναστατική µετατροπή της κοινωνίας, πρέπει να καταλάβουν πως οι εργοδότες και τα ΜΑΤ που συναντούν µπροστά τους στην δουλειά και στον δρόµο, καµία δεν έχουν σχέση µε κάποιον «φασισµό», που έτσι κι αλλιώς «βούτηξε» στο χρονοντούλαπο της ιστορίας ήδη από το 1974: τα ΜΑΤ είναι τα όργανα καταστολής της σύγχρονης κοινωνίας του θεάµατος που έχει τόση σχέση µε τον φασισµό, όσο το internet µε κάποιο ταχυδροµικό περιστέρι: και δεν φαντάζοµαι να 'χει κανείς αντίρρηση, πως αν στα γεγονότα του Μαρτίου αντί για τα ΜΑΤ είχαµε µπροστά µας τους µελανοχίτωνες του Μουσολίνι ή τα εσ-ντε του Χίτλερ, στην περίπτωση αυτή τα κοφίνια µας ούτε η πλατεία Συντάγµατος δεν θα τα χωρούσε ... Είναι ίσως λοιπόν «καλύτερη» η δηµοκρατία από τον φασισµό; ΟΧΙ, είναι µονάχα διαφορετική, γιατί η κυριαρχία της δεν βασίζεται στην ανοιχτή βία, είναι πολύ έξυπνη για να κάνει κάτι τέτοιο: είµαστε άραγε κι εµείς έστω και λίγο ξύπνιοι για να καταλάβουµε τελικά πως η δηµοκρατία κυριαρχεί βασισµένη στο θέαµα, στην τεχνολογικά εξοπλισµένη παραπλάνηση;
 
Κι όµως, τα ΟΛΕΘΡΙΑ αποτελέσµατα που παράγονται από την χρήση που υφίσταται ο χώρος από τα αντιφασιστικά ιδεολογήµατα, παν ακόµα µακρύτερα: γιατί επαναφέροντας ιδεολογήµατα µιας παρωχηµένης εποχής, φετιχικά και υποσυνείδητα ταυτόχρονα επαναφέρεις και τις αντίστοιχες, εξίσου παρωχηµένες πρακτικές τους: αντιφασισµός λοιπόν: Βαρκελώνη '36, συνεπώς µαθηµατικά και άκριτα, ηρωϊκά κατά µέτωπο γιουρούσια και οδοφράγµατα: το πόσο µάταια κι αναχρονιστική είναι η «µαγεµένη» επαναφορά της πρακτικής που αντιστοιχούσε στον αντιφασισµό της εποχής εκείνης το διαπιστώνεις άµεσα, συγκρίνοντας τις κραυγαλέες πολεοδομικές διαφορές του 1936 µε το σήµερα: για όποιον έχει περπατήσει στις «ράμπλας» και στα «Μπάριος» της Βαρκελώνης, που σαν διατηρητέα έµειναν απαράλλακτα µέσα στο πέρασµα του χρόνου, γίνεται αµέσως φανερό πως για ένα εξαιρετικά αποτελεσµατικό οδόφραγµα που θα κόψει την πόλη στα δύο, ένα αναποδογυρισµένο διπλό κρεβάτι και δύο καρέκλες είναι αρκετά: το ίδιο και στην Σεβίλλη, ή στο παρισινό καρτιέ - λατέν, όπου απλώνοντας τα χέρια σου δίχως καµιά υπερβολή, ακουµπάς τους οριοθετικούς του δρόµου τοίχους των σπιτιών: κι ας µην ξεχνάµε πως τον «παλιό εκείνο τον καιρό» πέρα από τις τεράστιες, τις πλατιές σύγχρονες αστικές λεωφόρους, ήταν εξίσου ανύπαρκτα τα δακρυγόνα, τα ελικόπτερα και τα τάνκς. Και συνυπολογίζοντας το βασικότερο, το γεγονός δηλαδή πως οι εξεγερµένοι ήσαν και πολλαπλάσιοι, αλλά και άπειρες φορές πιο αποφασισµένοι σε σύγκριση µε τους σηµερινούς, γίνεται ολοφάνερο το πόσο µάταιη είναι η υποσυνείδητη η υπνωτική επαναφορά των αντίστοιχων στον αντιφασισµό πρακτικών στις σύγχρονες συνθήκες. Γεγονός που κάθε άλλο παρά στεναχωρά το σύστηµα, που όπως απέδειξε τα τελευταία 20 µε 25 χρόνια µπορεί λίγο - πολύ άνετα να χειριστεί στρατηγικά κάθε περίπτωση ανεγκέψαλης και µετωπικής µε αυτό αντιπαράθεσης: Λυπάµαι που σας κακοκαρδίζω φίλοι µου, δεν ξέρω αν τελικά νικήσει ο «τρόµος», αλλά το µόνο σίγουρο είναι πως δεν θα νικήσει «ο δρόµος», απλά γιατί διαπλατύνθηκε......
 
Σαν συµπέρασµα το αντιφασιστικό αξονικό του χώρου ζήτηµα, το µόνο που καταφέρνει είναι να τον αφοπλίζει κριτικοπρακτικά, βάζοντάς τον να «παίξει» σε τοµείς που από κάθε άποψη κι από πολύν καιρό έχει κυριαρχικά «ρεζερβάρει» το σύστηµα. Εχθρός από δεκαετίες τώρα δεν είναι πια ο ανύπαρκτος εξάλλου φασισµός αλλά ο σύγχρονος θεαµατικός καπιταλισµός, και σαν κάποιοι είναι κριτικά ανεπαρκείς να τον αναλύσουν ώστε να τον πολεµήσουν, ή απλά απρόθυµοι να το κάνουν, πρέπει τουλάχιστον άµεσα να σταµατήσουν να καλύπτουν την προσωπική τους ανικανότητα ή τις πονηρές τους business πίσω από τον απλοϊκό αποπροσανατολισµό του χώρου που οι ίδιοι, χρόνια τώρα επιχειρούν, πετώντας τον από το ένα αδιέξοδο ιδεολόγηµα στο άλλο.
 
«Καθαρές», έννοιες όπως «φασισμός», «ελευθερία» και «καταπίεση» δεν υπάρχουν σαν διαχρονικές αλλά µονάχα σε άµεση συνάρτηση µε την εποχή τους: κάθε εποχή δηµιουργεί την δική της επανάσταση και τους λεκτικούς όρους που την περιγράφουν: ο φασισµός είναι ένα συγκεκριµένο ιστορικό συµβάν που ξετυλίχτηκε σε εξίσου συγκεκριμένους τόπους και χρόνους, και ο όρος αυτός δεν µπορεί να χρησιµοποιείται για να περιγράψει σύγχρονα φαινόµενα, γιατί όπως είδαµε µονάχα σύγχυση η χρήση αυτή εγγυάται: κι άµα καµιά φορά ακούµε όρους όπως «ελευθερία» ή «καταπίεση» να αναφέρονται γενικά, διαχρονικά και αόριστα, ας είμαστε σίγουροι πως δεν προστίθενται στο µαργαριταρόστεµµα της επαναστατικής διαλεκτικής, αλλά σαν µια ακόµα φτυσιά στην σιχαµερή σαλιάρα της παπαδίστικης µεταφυσικής: της ιδεολογίας. Τα αξονικά αυτά του χώρου ιδεολογήµατα αποτελούν ξεκάθαρα κοµµάτια του συστήµατος, που υιοθετώντας τα κινδυνεύει άµεσα, αν δεν έχει ήδη συµβεί, να ενσωµατωθεί αµετάκλητα σ' αυτό: το να υποβαθµίζεις το κίνηµα σε ρόλο ψαριού - πιλότου, που ζει από τις τροφές που αποµένουν στα δόντια του, καρχαρία, ενέχει ακριβώς τον ίδιο κίνδυνο µιας βαρκούλας που βρίσκεται στα απόνερα ενός Τιτανικού: πρακτικά, όποιος τρέφεται από τις βραχυπρόθεσµα υπό εξαφάνιση δευτερεύουσες ανεπάρκειες του συστήµατος, η ολοκλήρωση του τελευταίου de facto τον καταδικάζει σε εξαφάνιση, κάτω από τις σωρευτικές συνέπειες της διαλεκτικής του «ασιτίας».
 
 
 
 
Μύθος 4 «αντισεξισµός»: Και εδώ θα ασχοληθούµε µε ένα ακόµα ιδεολόγηµα, µε µια λειψή, επιλεκτικά τµηµατική οπτική, όσο και µε τον θεαµατικό του αντίποδα, το αξονικό του χώρου ιδεολόγηµα του αντισεξισµού, και βέβαια με τους ρόλους που τα ιδεολογήµατα αυτά αναπαράγουν. Ο προθεαµατικός, ο προκαπιταλιστικός σεξισµός εύρισκε φυσικά την νοµιµοποίησή του στις θρησκείες, ταυτίζονταν κυριολεκτικά µε αυτές και θεσµοθετούσε την πλέρια αλλοτρίωση, την αποξένωση των γυναικών από την διαχείριση της ίδιας της ζωής τους... Στην βαθιά ουσία του ο προθεαµατικός θρησκειογενής σεξισµός έκρυβε πίσω του την προστασία της οικογενειακής περιουσίας µέσω της «κανονικότητας» της κληρονοµικής διαδοχής. Στο κέντρο όλων αυτών βρίσκονταν η καθαρότητα του αίµατος που εξασφαλίζονταν µε τον θεσµό της παρθενίας και µε την ολοκληρωτική κατοχή της γυναίκας από τον άντρα. Όλα ετούτα θέσπιζαν ένα αντιερωτικό, ένα απάνθρωπο κοινωνικό καθεστώς και ίσαµε δω αναφερόµαστε στις προθεαµατικές κοινωνίες, σε αυτές που οι µαρξιστές ονοµάζουν «ταξικές».
 
Από τις αρχές πάνω- κάτω του 20ου αιώνα άρχισε να εµφανίζεται ιδιαίτερα στις αγγλοσαξωνικές χώρες το γυναικείο κίνηµα, µοιρασµένο σε δύο σκέλη: α) στο κοσµοπολίτικο, στις λεγόµενες «σουφραζέττες» που πίστευε πως τα γυναικεία ζητήµατα µπορούσαν να επιλυθούν µέσα στα όρια του καπιταλιστικού κόσµου, και β) ατο επαναστατικό σύµφωνα µε το οποίο τα ζητήµατα αυτά µπορούσαν να διευθετηθούν µονάχα στα πλαίσια µιας κοινωνικής επανάστασης: και θυµίζω τους στίχους εκείνου του τραγουδιού της CNT: «αδελφές, πρέπει να φκιάξουµε την κοινωνία µας, γυναίκες χρειαζόµαστε την ένωσή σας, για την ηµέρα που θα ξηµερώσει η µεγάλη µας επανάσταση». Στην Ρωσία το σύνολο σχεδόν των γυναικείων ζητηµάτων, το θέµα της ισότητάς τους µε τους άντρες, το ζήτηµα της ψήφου κ.ο.κ. επιλύθηκε µέσα σ' ένα βραχύτατο διάστηµα, µέσα στα πρώτα χρόνια της Σοβιετικής εξουσίας. Από κει και στο εξής, ότι πρόβληµα θα αντιµετώπιζαν οι Ρωσίδες γυναίκες θα 'χε σχέση όχι πια µε τους άντρες τους, αλλά µε το σταλινικό καθεστώς, δηλαδή το πρόβληµα µιας ισότητας σε συνθήκες ίσης εκµετάλλευσής τους.
 
Στις προηγµένες καπιταλιστικές χώρες και µέχρι την δεκαετία του 70 πάνω - κάτω, η ισότητα µεταξύ των ανδρών και των γυναικών ήταν από νοµοθετικής µεριάς κι από όλες τις απόψεις, ήδη λυµένο: από το σηµείο εκείνο και µετά, οι όποιες ανισότητες ήσαν ακόµα ενεργές, δεν αποτελούσαν παρά χαµένες εκ των προτέρων µάχες οπισθοφυλακών του πιο αναχρονιστικού κοµµατιού του συστήµατος: οι αγώνες των γυναικών για την «πρακτική εµπέδωση» των ήδη από νοµικής πλευράς κεκτηµένων, βέβαια συνεχίστηκαν: αυτό όµως που κακώς συνεχίστηκε, ήταν η συµπερίληψη των τέτοιου είδους φεµινιστικών αιτηµάτων, στα προγράµµατα των ανατρεπτικών οµάδων κι οργανώσεων: η διευθέτησή τους έπρεπε πια σαν θέµα εφαρµογής των νόµων, να είναι αποκλειστικά ζήτηµα της επαγγελµατικής απασχόλησης πολιτικών και δικηγόρων. Και όπως κι όλα τα ζητήµατα ολοκλήρωσης συστήµατος που εξετάζουµε, αναβαθρισµένα σε αξονικά ζητήµατα συγκρότησης του δικού µας εν προκειµένω χώρου, έτσι και το ζήτηµα των γυναικών αποτελεί την κερκόπορτα της αφοµοίωσης και της αποσυµπίεσης των κινήσεών του. Το σύστηµα βλέπετε µπορεί κατά βούληση και στον όποιο βαθµό κρίνει ή µπορεί, να το ικανοποιήσει ολότελα ακίνδυνα για το ίδιο ή απλά µπορεί να ισχυριστεί πως το κάνει, τραβώντας για ακόµα µια φορά το χαλί κάτω από τα πόδια του κινήµατος, υπερκερώνοντας, πλαγιοκοπώντας το πολιτικό για ακόµα µια φορά. Σήµερα ιδιαίτερα, που όλα τα κοµβικά ζητήµατα του φεµινισµού λύνονται θέλουν δεν θέλουν αυτοµατικά σχεδόν από την υποχρεωτική «δηµοκρατία» της παγκοσµιοποίησης, η συµπερίληψη φεµινιστικών ή όποιων άλλων ζητηµάτων ολοκλήρωσης του συστήµατος στα κιτάπια του αντιεξουσιαστικού κινήµατος αποτελεί αποπροσανατολιστική προβοκάτσια, που το παραδίνει δεµένο χειροπόδαρα στο άρµα της παγκοσµιοποίησης.
 
Ο σεξισµός όπως και ο κοσµοπολίτικος φεµινισµός η αντισεξισµός µέσα στους σύγχρονους κόσµους του θεάµατος µεταµορφώθηκαν από απλές ιδεολογίες σε µόδες, σε ιδεολογίες ενσωµατωµένες πάνω σε εµπορεύµατα - φετίχ: µετατράπηκαν σε IifestyIes, σε κωδικούς υπνωτισµένης συµπεριφοράς που τα κλειδιά τους κατέχονται από τα συγκροτητικά τους «µαγεµένα» προϊόντα. Από το σηµείο αυτό της µετατροπής τους σε τοµείς - κυβερνοχώρους µόδας, κάθε τους λειτουργία εκτελείται σε άµεση συνάρτηση µε τους νόµους της «κοινωνικής µηχανικής».
 
Ο αρσενικός σεξισµός γεννήθηκε σαν µόδα, όντας το αποτέλεσµα της αντίδρασης του ανδρικού πληθυσµού σε δύο παραµέτρους: α) στον περιορισµό της εξουσίας του πάνω στην γυναίκα, σαν αποτέλεσµα των ραγδαίων κατακτήσεων του φεµινιστικού κινήµατος και β') στην αντίδραση ενάντια στην αλλαγή του ρόλου του µέσα στις κοινωνίες των 50's και των 60's αρχικά: πιο συγκεκριµένα, ο αντρικός πληθυσµός είχε ήδη αρχίσει µε γεωµετρική πρόοδο να προσανατολίζεται από τα χειρωνακτικά επαγγέλµατα που εξαιτίας της φυσικής του εξειδίκευσης, της δύναµης και διάπλασής του νοµιµοποιούσαν, επιβεβαίωναν τον αντρισµό του, σε δουλειές γραφείου: ο αγρότης, ο εργάτης κτλ, είχε πια µαζικά αρχίσει να µετατρέπεται σε ένα εκφυλισµένο, σε ένα µαλθακό όσο και πολυάριθµο στρώµα µεσαίων στελεχών. Και σ' αυτά ακριβώς τα µεσαία στελέχη ήταν που απευθύνονταν και τα πρώτα «µάτσο», τα πρώτα σεξιστικά προϊόντα: πιο απλά, την θρησκευτικής υφής αλλοτρίωση του ανδρισµού, την αντικατέστησε η αλλοτρίωσή του από το σεξιστικό εµπόρευµα: πρακτικά, ο άντρας από «πιστός οικογενειάρχης» θα µετατρέπονταν σε σεξουαλικό κακέκτυπο, σ' ένα fashion victim του Iifestyle «plastic macho» χάνοντας τον πραγµατικό του εαυτό σε µια απελπισµένη απόπειρα να ταυτιστεί µε τις εξιδανικευµένες, µε τις ψεύτικες «αρσενικές» διαφηµιστικές θεαµατοµορφές: ταύτιση που ολοκληρώνονταν µε υποσυνείδητη γέφυρα προσοµοίωσης την αγορά του σεξιστικού προϊόντος, που οι «τεχνητές προσωπικότητες» της διαφήµισης, stars ή όχι κουνούσαν κοροϊδευτικά µπροστά στα µάτια του.
 
Τα παλιά προθεαµατικά αντρικά προνόµια τα αντικατέστησαν «αντρικά» εµπορεύµατα: και σαν τέτοια προϊόντα ανιχνεύουµε χιλιάδες: µοτοσυκλέτες µεγάλου κυβισµού, σκληρά άφιλτρα τσιγάρα, περιοδικά για «άντρες», επιθετικά µαύρα γυαλιά και πέτσινα, σπορ γρήγορα αυτοκίνητα, είδη ρουχισµού - όπλα, εργαλεία body building, ακόµα κι ένα εισιτήριο για κάποιο ποδοσφαιρικό ντέρµπι. Και αφού απαριθµήσαµε όλες αυτές τις βαριάντες ανασφάλειας, ας προχωρήσουµε για να δούµε ποια ήταν τα φεµινιστικά προϊόντα που διαπραγµατεύονταν την αλλοτρίωση, την αποξένωση της σύγχρονης γυναίκας από τον ίδιο της τον εαυτό, και την συνακόλουθη έλλειψη της σεξουαλικής της ταυτότητας και σαν τέτοια φεµινιστικά εµπορεύµατα, όχι βέβαια έκπληκτοι ανακαλύπτουµε ΑΚΡΙΒΩΣ ΤΑ ΙΔΙΑ µε αυτά του «αρσενικού» σεξιστικού Iifestyle, που ειδικά στις δεκαετίες των 60's και 70's του εξαιρετικά επιθετικού φεµινισµού συνέθεσαν την µόδα του «οµογενοποιηµένου sex» του unisex, που σαν «σήµα κατατεθέν», σαν κυρίαρχη εικόνα του είχε την κλασική photo µιας κοπέλας µε µαύρο πέτσινο να καβαλά µια «Harley». Με άλλα λόγια ο άντρας αλλοτρίωνε, αποξένωνε την σεξουαλικότητά του προσπαθώντας µέσω κατανάλωσης να ταυτιστεί φετιχικά µε τα εξιδανικευµένα αντρικά πρότυπα της εποχής, µιλάµε πάντα για 60's και 70's, αλλά και η γυναίκα αλλοτρίωνε την σεξουαλικότητά της προσπαθώντας εξίσου να ταυτιστεί µε τις εξιδανικευµένες πρότυπες αρσενικές θεαµατοµορφές των διαφηµίσεων! Πρόκειται για κατάσταση ολοφάνερη ιδιαίτερα ανάµεσα στα «επαναστατικά» νεανικά trends της εποχής, όπου ακόµα και οι γυναίκες - stars εµφανίζονταν µε εξιδανικευµένα, κι όχι µόνο ενδυµατολογικά αρσενικά χαρακτηριστικά: και κάτω από αυτήν την οπτική γωνία είναι εύκολο το να καταλάβουµε το γιατί η «σεξουαλική επανάσταση» της εποχής εκείνης απέτυχε τραγικά στο να απελευθερώσει τόσο τις γυναίκες, όσο και τους άντρες: αλλά ας τα πάρουµε από την αρχή.
 
Τόσο ο αρσενικός σεξισµός, όσο και ο θηλυκός αντισεξισμός δηλαδή ουσιαστικά και πάλι σεξισµός, στην παλιά, στην προθεαµατική τους µορφή, ήσαν ιδεολογίες: τµηµατικές, ψεύτικες «µατιές» του ενός φύλου προς το άλλο: ο άντρας µε καλυµµένη την οπτική του από την θρησκεία, έβλεπε στην γυναίκα µονάχα κάποιες από τις ιδιότητές της, κύρια την παιδοποιία και τα οικιακά: οι υπόλοιπές της ιδιότητες καλύπτονταν στα µάτια του άντρα από την θρησκευτική ψευδαίσθηση. Από την µεριά της πάλι η γυναίκα, βγαίνοντας για πρώτη φορά από το κλουβί της και δηµιουργώντας τις παλιές προθεαµατικές φεµινιστικές της οργανώσεις στις αρχές του περασµένου αιώνα, αντίκριζε µε θηλυκά µάτια έναν κόσµο αντρικό, και συνάµα προσπαθώντας µε τον ίδιο τρόπο να τον κατανοήσει: εξηγώντας µε άλλα λόγια την ολότητα, τον κόσµο της εποχής, επίσης τµηµατικά µία θεµελιώδης τµηµατική, ακρωτηριασµένη συνεπώς ιδεολογικά στρεβλωµένη φεµινιστική οπτική της εποχής, ήταν το γεγονός πως «ξεχνούσε» να περιλάβει στα θύµατα της θρησκευτικά νοµιµοποιηµένης προθεαµατικής καταπίεσης, και τον ίδιο τον άντρα: στην πραγµατικότητα οι φεµινιστικές οργανώσεις της περιόδου εκείνης είναι µάλλον άτοπο να τις αποδίδουµε µε τον όρο «αντισεξιστικές» ή «θηλυκά σεξιστικές», που είναι ακριβώς το ίδιο: κι αυτό γιατί ο όρος «σεξισµός» εµπεριέχει µια δριµύτητα, µιαν επιθετικότητα στις σχέσεις των δύο φύλων, που µονάχα δεκαετίες µετά κι ακριβέστερα µέσα στα 60's, µέσα στον σύγχρονο θεαµατικό καπιταλισµό µπόρεσε να υπάρξει, σαν αποτέλεσµα των εξτρεµιστικών ακροβασιών του «εµπορευµατικού λόγου».
 
Κάθε ιδεολογία που σαν θέαµα, σαν µόδα ενσωµατώνεται σε εµπορεύµατα πλαστοποιείται: το τµηµατικό ιδεολογικό ψέµα πλαστοποιείται ακόµα παραπάνω, στους ρυθµούς αναπαραγωγής των προϊόντων στα οποία ενσωµατώθηκε: και µια βασικότατη παράµετρος αυτής της αναπαραγωγής είναι ο ανταγωνισµός. Η «θηλυκή» ιδεολογία που σαν φετιχική ιδιότητα «αποτυπώθηκε» στο φεµινιστικό εµπόρευµα των 60's και µετά, ήταν µια λειψή µια στρεβλωµένη οπτική, που είτε αγνοεί είτε ήθελε να αγνοεί το σύνολο των ανδρικών ιδιοτήτων: βρισκόµαστε τώρα στα 60's, εποχή από κάθε άποψη εξτρεµιστική, όπου «εξορισµού» το Iίfestyle που ήθελε να πουλήσει, έπρεπε να «στολίζει» τα έντυπα κυρίως εµπορεύµατά του µε όλο και περισσότερο εµπρηστικές, όλο και περισσότερο εξτρεµιστικές ιδεολογικές σηµειοσυνθέσεις: συνθήκη γενική της περιόδου εκείνης, που βέβαια ήταν αδύνατο να αποφύγει το φεµινιστικό εµπόρευµα: είναι απλό: ένα κοµµουνιστικό έντυπο για να πουλήσει, πρέπει να δαιµονοποιεί τους φασίστες σε ολοένα και αυξανόµενο βαθµό, και τανάπαλιν: έτσι και τα φεµινιστικά έντυπα, έχοντας ήδη ενσωµατώσει την λειψή οπτική του αντρικού φύλου, συνεχίζουν να εξειδικεύουν την αρχική πλαστοποίηση, αυξάνοντάς την σε παροξυστικό βαθµό, και δαιµονοποιώντας σωρευτικά τις ανδρικές ιδιότητες, έτσι ώστε να πουλήσουν! Έτσι σε καθοριστικό βαθµό ο σύγχρονος «αντί» σεξ-ισµός, δεν είναι παρά ένα εξτρεµιστικό καπρίτσιο, η στρεβλωµένη εικόνα του ανδρικού φύλου, όπως αυτή σαν αποτέλεσµα προέκυψε από τον οικονοµικό ανταγωνισµό µεταξύ των φεµινιστικών εντύπων εµπορευµάτων.
 
Η σεξουαλική «επανάσταση» των 60's και των 70's απέτυχε, γιατί εξελίχτηκε σε µια σύγκρουση µεταξύ µονόφθαλµων και τυφλών: οι µονόφθαλµοι άντρες αλλοτριώνονταν σεξουαλικά, καθώς αναλώνονταν σε καταναλωτικούς ρόλους, προσπαθώντας να ταυτιστούν µε τις πρότυπες αρσενικές ερωτικές «περσόνες» τους, ενώ οι γυναίκες σαν κυριολεκτικά τυφλές προσπαθούσαν ουσιαστικά να ταυτιστούν µε τα ίδια αρσενικά πρότυπα που ποδηγετούσαν τους άντρες, τους µισητούς αντίζηλούς τους! Βέβαια νικητής µέσα σ' αυτόν τον φαύλο κύκλο ούτε υπήρξε, ούτε και υπάρχει, γιατί απ' όσο τουλάχιστον γνωρίζω, ο νευραλγικός τοµέας του συστήµατος που ονοµάζεται «σεξοοικονοµία» εξακολουθεί να ζει και να βασιλεύει: απλά µέσα σε ένα ψευδαισθητικό ολόγραµµα περιρρέουσας «ορσενικής» κυριαρχίας, µέσα στην σύγκρουση αυτή όπως πάντα γίνεται ο τυφλός κατέγραψε στο παθητικό του σαφώς περισσότερες απώλειες από τον µονόφθαλµο.
 
Σήµερα πια βέβαια, όλ' αυτά αποτελούν ένα παρελθόν: το σύστηµα έχει από καιρό κατασκευάσει µια ατέλειωτη σειρά από «ατόφια» θηλυκές τεχνητές προσωπικότητες κι έτσι οι γυναίκες µπόρεσαν να αλλοτριωθούν σε περισσότερο «υγιή» βάση, ταυτιζόµενες καταναλωτικά µαζί τους: οι άντρες είναι πια απόλυτα «ελεύθεροι» να σιχαίνονται τις γυναίκες ακριβώς επειδή λατρεύουν τα εξιδανικευµένα διαφηµιστικά τους ολογράµµατα, και φυσικά και το αντίστροφο: Τόσο ο σεξισµός όσο και ο φεµινισµός έχουν προ πολλού κλείσει τον κύκλο τους, από την στιγµή δηλαδή που το σύστηµα τους περιέλαβε στο θεαµατικό του ρεπερτόριο, κάτι που µπόρεσε να συµβεί µονάχα αφού ικανοποίησε τα κοµβικά αιτήµατα του δεύτερου: βλέπετε, δεν είναι και τόσο σοφό να κουνάς συνέχεια την εικόνα ενός πλούσιου δείπνου µπροστά στα µάτια κάποιου πεινασµένου ...
 
Εν κατακλείδι ο µύθος αυτός του αρσενικού σεξισµού λειτουργεί ακριβώς όπως και τα υπόλοιπα ζητήµατα ολοκλήρωσης του συστήµατος: µε άλλα λόγια λειτουργεί σαν ένα αγκίστρι που πέταξε το σύστηµα στο ανατρεπτικό κίνηµα έτσι ώστε αυτό να τσιµπήσει, να ψαρευτεί, και να ενσωµατωθεί σαν ακόµα ένας αφοπλισµένος, «ξεφούσκωτος» τοµέας µόδας. Διαπιστώσαµε ήδη είναι πως το να συντρέξεις για παράδειγµα κάποια κακοποιηµένη γυναίκα είναι κάτι το ολότελα διαφορετικό από το να αναβαθµίζεις ανεγκέφαλα τον ξεθωριασµένο, ιστορικά ξοφληµένο φεµινισµό σε αξονικό σου ζήτηµα, τσιµπώντας έτσι την θανάσιµη µπουκιά από το αγκίστρι του συστήµατος. Επίσης τέτοιου είδους βοήθεια σε θύµατα σεξιστικής ανδρικής συνήθως συµπεριφοράς µπορούµε να προσφέρουµε και µέσα από οργανώσεις σαφώς όχι χαρακτηρισµένες σαν αντιεξουσιαστικές.
 
Γνωρίζουµε καλά πως κάποια µικρά βήµατα στην κατεύθυνση της ισότητας υπάρχουν ακόµα για να γίνουν και από αυτό ακριβώς θέλουµε να προφυλάξουµε τον χώρο: δεν µπλεκόµαστε στα πόδια του συστήµατος που στα πλαίσια της παγκοσµιοποίησης έτσι ή αλλιώς και δίχως να χρειάζεται καµιά βοήθεια, από µόνο του θα τα κάνει, υπερφαλαγγίζοντας κι «αδειάζοντας» όχι µόνο πολιτικά αλλά και απόλυτα πρακτικά τις ήδη ισχνές γραµµές µας. Και ας υπενθυµίσω για λίγο το προπολεµικό επαναστατικό γυναικείο κίνηµα, αρθρώνοντας µια φράση ολότελα αντίθετη στην δικτατορία του παγκοσµιοποιητικού «polίtically correct»: σίγουρα όχι όλες, αλλά σαφώς οι περισσότερες σεξιστικές αρσενικές συµπεριφορές όπως ο βιασµός ή η κακοποίηση των γυναικών στο σπίτι, έχουν απλωµένες τις ρίζες της αιτιακής τους ροής πολύ βαθύτερα µέσα στην κοινωνική, παρά στην φυλετική ανισότητα: δύο άτοµα που εµπλέκονται στον από κάθε άποψη αφύσικο και ανώµαλο θεσµό του γάµου, και που καλούνται να τον διασχίσουν από άκρη σ' άκρη βυθισµένα στην µιζέρια και στην οικονοµική ανέχεια, το περίεργο θα ήταν να µην βγάζουν την βία τους ο ένας πάνω στον άλλον: γλυκιές µου φεµινιστριούλες, πρέπει, τελικά να το καταλάβετε πως το 80% και βάλε των περιπτώσεων της σε βάρος σας σεξιστικής βίας, δεν οφείλεται σε κάποια «γουρουνίσια» φύση του άντρα, αλλά στους λόγους που οι µαρξιστές· αποκαλούν σαν «ταξικούς»: και θα θυµόµαστε κάποιοι από µας την περιγραφή της Μαρίας Ιορδανίδου, την σχετική µε τους οµαδικούς βιασµούς των αριστοκρατισσών από τους µπολσεβίκους εργάτες στην διάρκεια της επανάστασης. Ναι, ξέρω πως το σώµα σας, σας ανήκει, αλλά το πρόβληµα είναι εδώ και δεκαετίες πως σ' αυτό δεν συµφωνώ µονάχα εγώ, αλλά εξίσου συµφωνεί πια πέρα από το σύνολο των ΜΜΕ και των πολιτικών, ακόµα και ο τελευταίος µπάτσος του πιο αποµακρυσµένου ορεινού χωριού: αλλά είναι µοιραίο θα 'λεγε κανείς, πως µέσα στα πλαίσια του θεαµατικού καπιταλισµού η παγκοσµιοποίηση, οι µόδες και τα νέα τους να προηγούνται ακόµα και της υδροδότησης ή του εξηλεκτρισµού ...
 
Σαν γενικό λοιπόν συµπέρασµα βγαίνει πώς πρέπει να προστατέψουµε τις συλλογικότητές µας από αυτό το συντεχνιακό ζήτηµα - παγίδα: θέµατα ισότητας των φύλων µέσα σ' αυτές πρέπει να συζητιούνται µονάχα. σαν προκύπτουν σαν απόλυτα συγκεκριµενοποιηµένα, εκτός βέβαια αν θέλουµε να εισάγουµε σε αυτές την παγκοσµιοποίηση και τους δικηγόρους της. Αµέριστη το λοιπόν συµπαράσταση είτε σε προσωπικό, είτε σε συλλογικό - συντεχνιακό επίπεδο, σε κάθε φυλής και χρώµατος κακοποιηµένες γυναίκες, αλλά ταυτόχρονα και άµεση αποκαθήλωση του φεµινισµού από αξονικό αίτηµα του κινήµατος. Κι όσο για µας τους αντιεξουσιαστές ας συγκρατήσουµε κάτι βασικό: ο αντρισµός του επαναστάτη, δεν προϋποτίθεται σαν µια ακόµα δήθεν «αυτονόητη» εκδοχή κάποιου made in U.S.A ή και στην Ελλάδα plastίc machο»: κι αυτό γιατί επαληθεύεται πρακτικά σε κάθε στιγµή της καθηµερινότητος. Και είναι επιτέλους καιρός για τις φεµινίστριες να προβληµατιστούν µε το γεγονός πως και αυτές χωρίζονται εσωτερικά σε δύο κατηγορίες στις πλούσιες και στις φτωχές.
 
Και κλείνω το θέµα «σεξισµός» µε µια «παραφυάδα» του στην οποία πριν δύο δεκαετίες θα αφιερώναμε σίγουρα παραπάνω αράδες, µα που τώρα θα την προσπεράσουµε σε ελάχιστες: κι αναφέροµαι ασφαλώς στους οµοφυλόφιλους (gays) που έχοντας εδώ και καιρό ξεκάθαρα εξελιχτεί από κατατρεγµένη µειοψηφία σε σεξουαλική νοµενκλατούρα, κάθε άλλο παρά χρειάζονται πια κάποια άλλη κάλυψη, πέρα από αυτήν που το σύστηµα πλουσιοπάροχα τους προσφέρει και που έχει τους λόγους του γι' αυτό: πραγµατικά, τα τελευταία χρόνια, μου είναι προσωπικά αδύνατο να θυµηθώ σήριαλ της tν, κοµµάτι της πρωινής ζώνης, κοσµική δεξίωση ή γεγονός κουλτούρας που να µην εµπεριέχει, όχι µονάχα τους ίδιους, αλλά και τόνους ολόκληρους προπαγάνδας και προβολής του ιδιαίτερού τους trend: και δεν πρόκειται να σταθούµε για πολύ σ' αυτόν τον τρόπο αλλοτρίωσης του ανδρισµού που η παθογένειά του ανιχνεύεται πολύ περισσότερο σε κοινωνικούς, παρά σε γονιδιακούς ή άλλους βιολογικούς παράγοντες: απλά, θα διαγνώσουµε το γεγονός πως το σεξουαλικό τους cult έχει γίνει κυρίαρχο στην επικαιρότητα, και προπαγανδίζεται σε ρυθµούς που «χτυπάνε κόκκινο», όχι φυσικά γιατί το σύστηµα τους συµπαθεί, αλλά γιατί η χρήση τους το διευκολύνει σε τρεις κατευθύνσεις: α) στο να «ξηλώσει» από το διάβα της παγκοσµιοποίησης οποιονδήποτε αρχαϊσµό και συµπεριφορά της αντιστέκεται, β) για να εκφυλίσει και για να υπονοµεύσει κάθε είδους αντρική χαρακτηροδοµή που αντιστέκεται στο σύστηµα, και γ) για να µας ωθήσει στον πολυκαταναλωτισµό, µιας και τα µέλη του «gay club» είναι το κατ' εξοχήν fashion victims των σύγχρονων καιρών. Το µεγάλο «must» της παγκόσµιας δικτατορίας του «πολιτικά ορθού» είναι αναµφισβήτητα η ανδρική κυρίως οµοφυλοφιλία: και οι αντιεξουσιαστές που είναι πρόθυµοι να προσφέρουν «πολιτική κάλυψη» στην σεξουαλική αυτή νοµενκλατούρα, ας αναλογιστούν επιτέλους το γιατί αν αυτά που λέγονται εδώ ειπωθούν και δηµόσια ακόµα και ο Καρατζαφέρης θα σπεύσει να τα καταδικάσει µε περισσή δριµύτητα. Νοµίζω πως οτιδήποτε παραπάνω κι αν ειπωθεί γύρω από το ζήτηµα αυτό, είναι περιττό...
 
 
 
 
Οικολογία: µια σκοτεινή πραγµατικότητα, σε µύθο διασκευασµένη
 
Εδώ κάποιος και µε το δίκιο του σε πρώτη ανάγνωση θα αναρωτηθεί: τι είδους μύθος» µπορεί να 'ναι το οικολογικό πρόβληµα, αφού µπροστά στα µάτια µας ο πλανήτης µολύνεται και καταστρέφεται µε γεωµετρική πρόοδο και σε άµεση συνάρτηση µε τα ολοένα αυξανόµενα κέρδη των πολυεθνικών; Κάτι απόλυτα σωστό που το επαυξάνουµε διαπιστώνοντας το προφανές: το σύστηµα σε αντίθεση µε τα υπόλοιπα ιδεολογήµατα - µύθους που κριτικά παρουσιάσαµε, αδυνατεί ολοφάνερα να επιλύσει το οικολογικό πρόβληµα µέσα στα όριά του. Ίσως όµως να µπορεί «µαγικά» να το ρυθµίσει, να φανεί πως το λύνει, παρουσιάζοντάς το σαν µόδα, σαν µια ακόµα ψεύτικη ανάγκη: και η γέφυρα αυτή, που υπεραισθητά ταυτίζει την οικολογική ευαισθητοποίηση με την ψευδαισθητοποίηση, ονοµάζεται «οικολογικό» εµπόρευµα. Παραφράζοντας κάπως µάλιστα «παλιά λόγια ξεχασµένα», όπως παρακάτω θα φανεί, «ο κυβερνοχώρος. της οικολογικής µόδας είναι ο φρουρός του οικολογικού µας ύπνου».
 
Η αγορά έχει γεµίσει µε κάθε λογής «οικολογικά» µαγαζιά κι εµπορεύµατα, από συνθετικές γούνες και ρούχα από κάνναβη, µέχρι υγιεινές τροφές, φίλτρα για τις βρύσες, χαπάκια χηµικής απολύµανσης νερού και τόνους ατέλειωτους έντυπης οικολογικής φιλολογίας, συνθέτοντας έτσι έναν ανθηρό τοµέα µόδας. Στην διάρκεια του προθεαµατικού καπιταλισµού η πολιτική όπως είδαµε κάλυπτε την οικονοµία. Μέσα στους σύγχρονους θεαµατικούς καιρούς η σχέση αυτή έχει αντιστραφεί: η οικονοµική «πραγµατικότητα» καλύπτει πίσω της την πολιτική, δηµιουργώντας µιαν ψευδαισθητική παγίδα που θα πρέπει να προσπεράσεις, µόνο και µόνο για να αντικρύσεις το φανερό πρόσωπο, την φαινοµενικότητα του οικολογικού ζητήµατος, που µε την σειρά της κρύβει στην σκιά της την ζοφερή, σχολαστικά συγκαλυµμένη πραγµατικότητά του. Το ίδιο ακριβώς «χάκινγκ», η ίδια ακριβώς µέθοδος κριτικής διάτρησης των ζωνών της φαινοµενικότητας, ισχύει στην ανάλυση του συνόλου των σύγχρονων εµπορευµάτων.
 
Όλα επικεντρώνονται στην κριτική του σύγχρονου εµπορεύµατος και των φετιχικών του ιδιοτήτων, που από την εποχή του Μαρξ και του «Kεφαλαίoυ» έχουν «αναβαθμιστεί». Οι πλαστές ανάγκες, οι µόδες, αντικατέστησαν τις φυσικές, διαµορφώνοντας τις δύο αυτές ζώνες άµυνας ρέσα στο κλασµατικής, φράκταλ διάστασης «φετιχικό φωτοστέφανο» των σύγχρονων προϊόντων: δύο ζώνες άµυνας που πίσω τους κρύβεται η πραγµατικότητα.
 
Η εξωτερική ζώνη κάλυψης, η σχετική µε την εµπορευµατοποίηση των πάντων και τον εθισµό σ' αυτήν, είναι βέβαια πανοµοιότυπη µε αυτήν των προθεαµατικών εµπορευµάτων της εποχής του Μαρξ: µε την σηµαντικότατη όµως διαφορά πως πίσω της δεν καλύπτει, δεν ανταποκρίνεται σε µια φυσική, αλλά σε µια κατασκευασµένη από το σύστηµα πλαστή ανάγκη, που στην περίπτωσή µας είναι η µόδα της οικολογίας. Σαν να λέµε, πως για να µπορείς σήµερα να είσαι fashion victim του «οικολογικού» τοµέα πρέπει αφενός να µπορείς να πληρώσεις τα «µαγεµένα» του εµπορεύµατα, κι αφετέρου να εθιστείς στην ψευδαίσθηση πως η αγορά τους είναι ο µοναδικός «φυσιολογικός» τρόπος απόκτησής τους.
 
Σ' αυτό το σηµείο τελειώνει η κλασσική, η µαρξική κριτική της αλλοτρίωσης: έχοντας διαπεράσει κριτικά τον πρώτο «φλοιό», την εξωτερική ζώνη παραπλάνησης, αντικρύζουµε µπροστά µας την µόδα, εν προκειµένω της οικολογίας, που σαν κάθε θέαµα έχει πάντα δύο πρόσωπα: το φανερό, που φυσικά µαζικά προπαγανδίζεται από κόµµατα και ΜΜΕ, µε κεντρικό του στόχο µέσα από την εκθαµβωτική του διαφηµιστική δηµοσιοποίηση να πείσει το κοινό να αποσύρει την µατιά του από το υπόρρητο, το συγκαλυµµένο πρόσωπο, που δεν είναι παρά η ζοφερή πραγµατικότητα του οικολογικού ζητήµατος. Και διαπιστώνουµε πως η κάλυψη της τελευταίας είναι διπλή: η οικονοµία, η εξωτερική ζώνη κρύβει πίσω της την δηµοσιοποιηµένη και λειψή «πραγµατικότητα» του οικολογικού ζητήµατος που το σύστηµα κρίνει πως µπορεί ακίνδυνα για το ίδιο, να µας την γνωστοποιήσει. Κι αυτή η ακρωτηριασµένη «πραγµατικότητα» των ΜΜΕ µε την σειρά της συγκαλύπτει τα επικίνδυνα για την εξουσία ποσοστά της, που πρέπει µε την χρήση από την µεριά της των κανόνων της «κοινωνικής µηχανικής», µε κάθε θυσία να αποκρυβούν. Ήδη έχουµε µπροστά µας τον. παλιό µας γνώριµο, που πάνω του στηρίζεται η αυτοκρατορία του θεάµατος, την πλαστοποίηση.
 
Το τι ακριβώς κρύβεται πίσω από τα ντοκιµαντέρ του Ντι Κάπριο, πίσω από τον ποδηλάτη µε το σακίδιο στον ώµο και πίσω από τις χαζοχαρούµενες διαφηµιστικές «artificial personalities» που προµοτάρουν τα «οικόφιλα» εµπορεύµατα, δεν είναι τίποτα διαφορετικό από την «γκρίζα ζώνη», από την πραγµατικότητα του ζητήµατος, και η συγκάλυψή της από την µόδα της σαν στόχο έχει την αποφυγή µιας µαζικής εξέγερσης, ή γενικευµένου πανικού. Και το υπόρρητο αυτό, γκρίζο πρόσωπο, εµπεριέχεται σε λίγες λέξεις αν οι πολυεθνικές και τα κέρδη τους δεν σταµατήσουν άµεσα, χτες να υπάρχουν, τότε µαθηµατικά και σε πολύ λιγότερο διάστηµα απ' όσο πιστεύουµε, ο πλανήτης και οι ιθαγενείς του δηλαδή εµείς, απλά game over... Κι ας πάρουµε στα σοβαρά υπόψιν  πως πολλοί διακεκριµένοι επιστήµονες, πιστεύουν ακράδαντα πως το φαινόµενο δεν είναι πια αναστρέψιµο ...
 
Κάπου εδώ όµως µπαίνει ένα ερώτηµα: τι είδους «συγκάλυψη» και «µυστικό» είναι αυτό, που έχει  ήδη δηµοσιοποιηθεί και λεπτοµερειακά µάλιστα, σε µια σειρά έγκυρων και πλατειάς κυκλοφορίας εντύπων; Η ερώτηση αυτή στα σίγουρα θα είχε κάποιο νόηµα, αν ο πληθυσµός δεν είχε ολοκληρωτικά ταυτιστεί µε το θέαµα και µε την «κοινωνική µηχανική» του. Γιατί όσο περίεργο κι αν φαίνεται σε πρώτο χρόνο, το καλύτερα προφυλαγµένο µυστικό είναι αυτό που δηµοσιοποιείται σε έντυπα ή και σε ηλεκτρονικά εµπορεύµατα, περνώντας έτσι ακριβώς απαρατήρητο!
 
Μια µικρή παρένθεση: όταν αναφερόµαστε σε ηλεκτρονικά εµπορεύµατα εννοούµε πρώτα απ' όλα τις εκποµπές της tv κι όχι µονάχα της καλωδιακής που είναι προφανώς προϊόντα για κατανάλωση, αλλά και σ' αυτές της κοινής tv, που φαίνονται να κατανέµονται δωρεάν χωρίς χρηµατικό. αντίτιµο. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα προγράµµατα των καναλιών χρηµατοδοτούνται, ουσιαστικά αγοράζονται από τις εταιρίες που διαφηµίζονται σ' αυτά: και στην συνέχεια τα προγράµµατα αυτά διανθισµένα µε διαφηµίσεις επανακατανέµονται, πουλιούνται στο κοινό, µε αντίτιµο την προσδοκία αγοράς των διαφηµιζοµένων προϊόντων, και µε µέσο φυσικά την συσκευή και την κεραία της. Έτσι η tv είναι στην πραγµατικότητα η ηλεκτρική βιτρίνα των εταιριών και οι εκποµπές της εµπορεύµατα οπτικά καταναλώσιµα, µε κόστος αγοράς τους από µας τις προσδοκίες των εταιριών. Γεγονός που η σηµασία του θα φανεί αµέσως παρακάτω, αφού αναγκάζει, τον οπτικό καταναλωτή µιας εκποµπής που λεπτοµερειακά αναφέρεται στην τελειωτική οικολογική καταστροφή, να υπόκειται στις ίδιες ακριβώς αλλοτριώσεις µε έναν καταναλωτή ενός εντύπου εµπορεύµατος που διαπραγµατεύεται εξίσου λεπτοµερειακά στις σελίδες του το ίδιο θέµα. Πιο απλά µέσα στο προτσές διαµόρφωσης ενός εντύπου σε εµπόρευµα, ακόµα και µια πέρα για πέρα αληθινή πληροφορία του, θα εκληφθεί από τους αναγνώστες του σαν µια ακόµα φετιχική του ιδιότητα, σαν «µια ακόµα άποψη», σαν µια ακόµα πλαστοποιηµένη πραγµατικότητα, σαν µια ακόµα µόδα που «στολίζει» το έντυπο ώστε αυτό να πουλήσει: οι αναγνώστες της «Εικονοµίας» µάλλον θα «γελάνε κάτω από τα µουστάκια τους», έχοντας αναγνωρίσει το φαινόµενο που ονοµάσαµε «πρόκληση τεχνητής εντροπίας τοµέα»: Αλλά ας τα πάρουµε τα πράγµατα ένα - ένα, µιας κι έφτασε η στιγµή να λύσουµε το «µυστήριο» της γενικευµένης παθητικότητας, να µιλήσουµε για τους πανίσχυρους µηχανισµούς της υπνωτικής επιβολής του εφησυχασµού, χρησιµοποιώντας τόσο την καταστασιακή κριτική της αλλοτρίωσης, όσο και την γενικής εφαρµογής αρχή της κοινωνικής εντροπίας. 
 
Μέσα στους µηχανισµούς αναπαραγωγής του σύγχρονου «εµπορευµατικού λόγου», µια πληροφορία, µια πραγµατικότητα που πλαστοποιηµένη σε µόδα «φορτώνεται» στον σκληρό δίσκο των εµπορευµάτων σαν φετιχική, υπεραισθητή τους ιδιότητα, ουσιαστικά ακυρώνεται: η ακύρωση αυτή διενεργείται στην περίπτωσή µας µε την αυθαίρετη απάλειψη από την «µεγάλη εικόνα» της οικολογικής µόδας κάθε επικίνδυνου για το σύστηµα ανατρεπτικού στοιχείου: του γεγονότος δηλαδή, πως η οικολογία και ο καπιταλισµός είναι στην πραγµατικότητα µεγέθη ασύµβατα µεταξύ τους. Από το σηµείο αυτό και µετά η πραγµατικότητα του οικολογικoύ ζητήµατος ακινητοποιείται ακρωτηριασµένη σε τοµέα µόδας, που το µοναδικό του πια διέξοδο, όπως κι όλα τα θεάµατα, είναι η αναδίπλωση στον ίδιο του τον εαυτό, η αυτοσυσσώρευσή του. Και µ' αυτόν τον τρόπο η αρχική πλαστοποίηση της εικόνας του ζητήµατος παραχωρεί την σκυτάλη στον άλλο παλιό µας γνώριµο, στην ταυτολογία. Ο κυβερνοχώρος της οικολογικής µόδας εξειδικεύεται πολλαπλασιάζοντας τις εµπορευµατικές του εκδοχές: κι όπως σε κάθε περίπτωση µπλοκαρίσµατος της φυσιολογικής χωροχρονικής ροής και «ανέγερσης» ενός θεαµατικού τοµέα, στην ρίζα του φαινοµένου ανακαλύπτουµε µια εξωλογική αναστροφή της αιτιακής ροής, που επιχειρείται από τις πολυεθνικές και τους προπαγανδιστικούς τους πράκτορες: αφού µε τον α' ή τον β' τρόπο και φυσικά ολότελα αυθαίρετα, η ύπαρξη του καπιταλισµού και των πολυεθνικών θεωρείται σαν «αυτονόητη» και σαν πέρα από κάθε συζήτηση, το σύστηµα καλείται να συνυπάρξει µε την οικολογία, σύνθέτοντας έτσι ένα ντουέτο ταυτολογικά νοµιµοποιηµένης παραφροσύνης! Και καθώς η αιτία της µόλυνσης, ο καπιταλισµός, έχει ταχυδακτυλουργικά εξαφανιστεί, η µόλυνση του περιβάλλοντος από «φυσιολογικό» αποτέλεσµα της ύπαρξης των πολυεθνικών, µετατρέπεται σε µια παράλογη, µεταφυσική και κυριολεκτικά ουρανοκατέβατη αιτία, που προσπαθεί, στα όρια φυσικά του συστήµατος να αναιρέσει τα «αποτελέσµατά» της ταυτίζοντάς τα µε τα διάφορα «οικολογικά» εµπορεύµατα γιατροσόφεια, αναπαράγοντας έτσι την πραγµατική της αιτία, τον καπιταλισµό: κάπως έτσι:
 
 
 
 
 
Ο καπιταλισµός και πάλι, η αναπαραγωγή του, µέσω της δηµιουργίας εκατοµµυρίων «οικολογικών» εµπορευµάτων που υποτίθεται πως κλείνουν τις πληγές που ο ίδιος άνοιξε! «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει», και η περιβαλλοντική µόλυνση βοηθά το κεφάλαιο να συσσωρευτεί ταυτόχρονα µε αυτήν! Το σύστηµα αυξάνεται ταυτολογικά vοµιµοποιηµένο από την ίδια την «εξιδανικευµένη» του εικόνα, που στην περίπτωσή µας ας µην νοµιστεί πως η εικόνα αυτή είναι ένας καθαρός πλανήτης! Αντίθετα η εξιδανίκευση της εικόνας αυτής, η µόδα της οικολογίας, είναι το παρανοϊκό αποτέλεσµα της εξωλογικής, της «ανίερης» συνύπαρξης καπιταλισµού και οικολογίας: ένας δηλαδή περιβαλλοντικά αποδοµηµένος, πλέρια µολυσµένος κι ακατοίκητος τελικά πλανήτης, φουλαρισµένος την ίδια στιγµή από τηλεοπτικές ή άλλες διαφηµίσεις εξύµνησης «οικολογικών» προϊόντων: από φίλτρα για το νερό και λοσιόν που δήθεν «εξουδετερώνουν» τις θανατηφόρες ακτινοβολίες που εξαιτίας της ολοένα αυξανόµενης «τρύπας του όζοντος» ήδη µας σαρώνουν, µέχρι, γιατί όχι µε ευκαιρία της τήξης των πολικών πάγων, και ετοιµοπαράδοτων πλωτών σπιτιών για κάθε ενδεχόµενο ... Και αυτό το φετιχικά, το ταυτολογικά νοµιµοποιηµένο, παράλογο τερατούργηµα φτάνει σε παροξυσµό από δύο αντίστοιχες παραµέτρους α) οι ίδιες οι πολυεθνικές που ασύστολα καταστρέφουν τον πλανήτη έχουν παραρτήµατα παραγωγής «οικολογικών» προϊόντων, που υποτίθεται πως θα καθυστερήσουν την καταστροφή αυτή, ή που θα µετριάσουν (!) τα αποτελέσµατά της και β) τα ίδια αυτά τα παραρτήµατα επίσης µολύνουν το περιβάλλον, έτσι ώστε να κάνουν εκ νέου απαραίτητη την αύξηση της παραγωγής «οικογιατρικών» προϊόντων, κι ο φαύλος κύκλος της θεαµατικής ταυτολογίας επαναλαµβάνεται σωρευτικά, σαν αυτοτροφοδοτούµενη κρίση, µέχρι βέβαια την αµεσοµελλοντική ολοκληρωτική οικολογική κατάρρευση ... 
 
Αυτός είναι σε γενικές γραµµές ο τρόπος που το σύστηµα µέσω του «οικολογικού» τοµέα µόδας του και µέσω των εµπορευµάτων του φαίνεται να λύνει το πρόβληµα. Γεγονός στο οποίο καµιά αντίρρηση δεν µοιάζουν να έχουν τα διάφορα εναλλακτικά, ελευθεριακά και λοιπά νεοαριστερίστικα έντυπα, που ήδη διαφηµίζουν στις σελίδες τους µια σειρά ολάκερη «οικογιατρικών» εµπορευµάτων, θέλοντας την ίδια ώρα να µας µεταµορφώσουν σε φιλειρηνικούς «κηπουρούς του πλανήτη»! Και βέβαια επιλεκτικά «ξεχνώντας» να µας ενηµερώσουν σχετικά µε το ποιος ακριβώς είναι τόσο ο ιδιοκτήτης του, όσο κι ο δικός τους ... Με άλλα λόγια µας προτρέπουν να µετατραπούµε σε κάτι ακόµα χειρότερο από νοσοκόµες του συστήµατος, σε εθελοντικούς δηλαδή βοθροκαθαριστές του: µέχρις ότου ασφαλώς η ανισότητα µεταξύ των εισροών και των εκροών σε βάρος των τελευταίων, να µας εξασφαλίσει τον ελάχιστα τιµητικό τίτλο αυτών που πνίχτηκαν µέσα στην σκατόµαζα του νεοαριστερίστικου. τοµέα ψευδαισθήσεων, προσπαθώντας µέχρι την τελευταία τους πνοή να δώσουν το «οικολογικό» φιλί της ζωής, στον κώλο των ιδιοκτητών αυτού του κόσµου ... 
 
Και φτάνουµε τελικά στο ζητούµενο: πώς λειτουργεί υποσυνείδητα στον καταναλωτή η αγορά του «οικολογικού» εµπορεύµατος; ή αλλιώς µε ποιον τρόπο αυτή η δεύτερη ζώνη άµυνας, το «εξιδανικευµένο» φανερό πρόσωπο της οικοµόδας, αλλοτριώνει την οπτική του; ποια είναι η πολιτική λειτουργία των οικοπροϊόντων, και σε τι ακριβώς η κατανάλωσή τους φετιχικά εθίζει τον αγοραστή τους, ποιο αφύσικο πράγµα, ποια κατάσταση «µαθαίνουν» τους καταναλωτές τους να θεωρούν σαν «φυσιολογική»; Κάποιοι µάλλον θα έχουν ήδη µαντέψει την απάντηση: αυτό που επιδερµικά περιγράφηκε σαν «εφησυχασµός», δεν είναι παρά το αποτέλεσµα της αντικατάστασης της όποιας πρακτικής, στο εσωτερικό της θεαµατικής οικονοµίας: µέσα στους κυβερνοχώρους µόδας η πραγµατικότητα εξορίζεται κι αντικαθίσταται ολοκληρωτικά από το ψευδαισθητικό τους ολόγραµµα: σαν φυσική συνέπεια· η καταναλωτική δραστηριότητα τείνει συνεχώς να εκτοπίσει και να αντικαταστήσει οποιανδήποτε άλλη: Κάποιοι υποθέτω πως θα θυµούνται το σύνθηµα του γαλλικού Μάη πως «όσο περισσότερο καταναλώνεις, τόσο λιγότερο ζεις», κι ακριβώς αυτό συµβαίνει στην περίπτωσή µας: Μέσα στον οικοτοµέα - κυβερνοχώρο όσο καταναλώνεις τα εµπορεύµατά του, τόσο σου περνά η διάθεση για πραγµατική, για ανατρεπτική οικολογική δράση. Απλά το θεωρείς περιττό, βαριέσαι να «οικολογήσεις» παραπάνω, γιατί µέσα στον κυβερνοχώρο της οικοµόδας που κυριαρχικά αντικαθιστά κάθε άλλη πρακτική, µέσα στην πρακτική ψευδαίσθηση του θεαµατικού τοµέα, το έχει ήδη κάνει! πώς; µα ... αγοράζοντας «οικολογικό» εµπόρευµα, µιας κι η οικονοµική σου δραστηριότητα τείνει να αντικαταστήσει πλέρια τις υπόλοιπες! Ουσιαστικά κάθε τέτοια περίπτωση «παθητικότητας» ή «εφησυχασµού» κρύβει από πίσω της την χρήση του θεάµατος της εντροπίας από το σύστηµα, που µέσω αυτής «παγώνει», ακινητοποιεί και τελικά εξαφανίζει κάθε εξωκαταναλωτική δραστηριότητα. Οπως έχουµε πει η κοινωνική εντροπία που φωλιάζει στην µνήµη µας, εµποδίζει κυριαρχικά κι αµετάκλητα την επαναληψιµότητα των κοινωνικών σχηµατισµών και συµπεριφορών, είτε εξαιτίας της συνειδητής δυσαρέσκειας, είτε εξαιτίας της δυσφορίας που προξενεί η πλήξη, ο κορεσµός: έτσι λοιπόν το σύστηµα παρεµβάλλει ανάµεσα στον άνθρωπο και στην δραστηριότητά του ένα ψευδαισθητικό ολόγραµµα, µια καταναλωτική «twiIight zone» που η συµµετοχή σ' αυτήν, όχι βέβαια αυτοµατικά αλλά σωρευτικά, απαγορεύει εντροπικά την επανάληψη της ανάλογης συµπεριφοράς στον πραγµατικό κόσµο, ή καλύτερα σε όσον απ' αυτόν έχει απομείνει ... Πιο πρακτικά το άτοµο θεωρεί πληκτικό το να επαναλάβει αυτό που νοµίζει πως έχει ήδη κάνει. Αυτή ακριβώς η χρήση από το σύστηµα του θεάµατος της εντροπίας, είναι η βαθύτερη αιτία της κάθε λογής παθητικότητας του πληθυσµού. 
 
Το αποτέλεσµα λοιπόν της κατανάλωσης των «οικολογικών» προϊόντων είναι η αλλοτρίωση, η αποξένωση από κάθε οικολογική ευαισθησία ή πραγµατική τέτoιoυ είδους δραστηριότητα: και το «σπάσιµο» αυτής της δεύτερης ζώνης άμυνας του «οικοεμπορεύματος», φανερώνει το βαθύτερο φετιχικό του μυστικό η διαλεκτική διάτρηση της πρώτης ζώνης άμυνας, εκεί που όπως είδαμε η οικονομία καλύπτει την πολιτική, μας έδωσε σαν συμπέρασμα κάτι λίγο - πoλύ γνωστό, που προέκυψε από την απλή μεταφορά της μαρξικής οπτικής στον σύγχρονο κόσμο: τον υποσυνείδητο δηλαδή εθισμό του ατόμου στην ψευδαίσθηση πως ο µοναδικός «φυσιολογικός» τρόπος απόκτησης ενός εμπορεύματος της «οικολογικής» μόδας είναι η αγορά του. Τώρα, προχωρώντας στην δεύτερη ζώνη άμυνας της «οικολογικής» αλλοτρίωσης, και «χακεύοντας» κριτικά την κάλυψη της υπόρρητης, της συγκαλυμμένης ζοφερής πραγματικότητας της οικολογίας, από την μόδα, το λειψό φανερό της πρόσωπο, ανακαλύπτουμε το βαθύτερό του μυστικό: πώς δηλαδή όσο περισσότερο καταναλώνεις οικοεμπορεύματα, τόσο περισσότερα ταυτίζεσαι υποσυνείδητα με την «οικομόδα», με την «εξιδανικευμένη», την ακρωτηριασμένη εικόνα του οικολογικού ζητήματος. Και η ταύτιση αυτή σημαίνει πως το άτομο σιγά μα σταθερά εθίζεται στο να θεωρεί σαν «φυσιολογική» την εξιδανικευμένη αυτή εικόνα που όπως είδαμε είναι ένας παρανοϊκός, περιβαλλοντικά κατεστραμμένος κόσμος, ολότελα μολυσμένος και ταυτόχρονα. γεμάτος από γελοία οικοπροϊόντα που μετριάζουν (!) τα αποτελέσματα της ήδη ολοκληρωτικής καταστροφής! Ή αλλιώς όσο περισσότερο καταναλώνεις «οικοεμπορεύματα», τόσο το λιγότερο αντιλαμβάνεσαι το μέγεθος, την σπουδαιότητα του οικολογικού ζητήματος.
 
Τελειώνοντας την ανάπτυξη, ας δώσουμε την απάντηση που λίγες πριν σελίδες υποσχεθήκαμε, στο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν, ακόμα κι όταν το ζήτημα λεπτομερειακά και δίχως πλαστοποιήσεις, είναι δημοσιοποιημένο σε έγκυρα, μεγάλης κυκλοφορίας έντυπα ή ηλεκτρονικά εμπορεύματα, πώς διάβολο γίνεται, ακόμα κι έτσι να περνά απαρατήρητο; Και η απάντηση στο κομβικό αυτό ερώτημα, έρχεται από τρεις κατευθύνσεις.
 
α) Μέσα στην «εξιδανικευμένη» ψεύτικη εικόνα της οικολογικής μόδας, έχουμε εθιστεί στην «αυτοματική ταυτολογία»: ή αλλιώς συνηθίσαμε στην ψεύτικη και ευρύτατα προπαγανδισμένη από το σύστημα κατάσταση σύμφωνα με την οποία κάθε «πληγή» αυτοματικά σχεδόν συνοδεύεται από κάποιο αντίστοιχο «οικογιατρικό» εμπόρευμα: το σύστημα, υποσυνείδητα έχουμε πειστεί, πως είναι πάντα σε θέση να συγκρατήσει την οικολογική καταστροφή μέσα στα όρια και τις «λογικές» του, εφευρίσκοντας κάποια ακόμα εμπορεύματα - αντίδοτα. Το αποτέλεσμα αυτού του εθισμού είναι πως κι η λεπτομερειακή ακόμα, πλέρια τεκμηριωμένη και αληθινή πέρα για πέρα προαναγγελία του αναπόδραστου οικολογικού ολοκαυτώματος, φιλτράρεται στην συνείδησή μας σαν «ένα ακόμα πρόβλημα», που «μαγικά», με κάποιον καινούργιο πάλι τρόπο, το σύστημα θα διευθετήσει: η πληροφορία του ΤΕΛΟΥΣ περνά απαρατήρητη μπροστά από τα μάτια μας, μόνο και μόνο επειδή μας τύφλωσε η φετιχική, η ταυτολογική αυτοσυσσώρευση του «οικολογικού» τομέα: δεν την βλέπουμε αφενός γιατί το θέαμα έχει ολοκληρωτικά ίσως απορρυθμίσει την κριτική μας ικανότητα, κι αφετέρου γιατί δεν θέλουμε να την δούμε: απλά έτσι μας διαμόρφωσαν.
 
β) Η τεκμηριωμένη σφαιρικά κι αληθινή αυτή πληροφορία για το οικολογικό μας τέλος, δεν είναι επίτηδες ακρωτηριασμένη, και μιας και δεν υπάρχει συγκάλυψη κάποιου υπόρρητου από κάποιο φανερό πρόσωπο, δεν είναι μόδα, και συνεπώς δεν μπορεί να αποτελέσει φετιχική ιδιότητα κάποιου οικοεμπορεύματος: κι όμως! αν και προφανώς δεν είναι φετιχική ιδιότητα, δηλαδή ψέμα, θα εκληφθεί σαν τέτοια γιατί εμπεριέχεται στο έντυπο εμπόρευμα! Δηλαδή θα θεωρηθεί σαν ένα ακόμα υπεραισθητό κόλπο του εντύπου ώστε αυτό να πουλήσει, χάνοντας έτσι την εγκυρότητά της, κι υποβαθμιζόμενη έτσι «σε μιαν ακόμα άποψη» ... Και τελικά σε μιαν ακόμα φήμη από τις χιλιάδες που κυκλοφορούν.
 
γ) Στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα καταλήγει και η χαοτική κριτική αντίληψη, αναγάγοντας την «ορατή αορατότητα» της εν λόγω πληροφορίας του οικολογικού ολοκαυτώματος, σε αποτέλεσμα του φαινομένου που ονομάζεται «πρόκληση τεχνητής εντροπίας πεδίου»: η πληροφορία αυτή, όσο σημαντική κι αληθινή κι αν είναι, πνίγεται κυριολεκτικά ανάμεσα σε εκατοντάδες άλλες, καταστροφολογικές ομόλογές της, που προκύπτουν από πραγματικά ανάξιες λόγου και «εκ κατασκευής» σχεδόν ελαχιστοποιηµένου ειδικού βάρους θεωρίες συνωμοσίας: κι έτσι σε κάθε περίπτωση που η πληροφορία αυτή γίνει επικίνδυνη για το σύστημα, αυτό δεν έχει παρά να επικαλεστεί την προφανή αναξιοπιστία των «υπόλοιπων» θεωριών συνωμοσίας: που μ' αυτόν τον τρόπο συμπαρασύρουν στο «άδειασμα», στην εντροπική τους, δεδομένη έτσι κι αλλιώς εκροή και τελικά κατάρρευση, και την συγκεκριμένη μας πληροφορία που υποσυνείδητα, υπεραισθητά και φυσικά αυθαίρετα κατατάχτηκε στον ίδιο τομέα - πεδίο μ' αυτές: με αποτέλεσμα αυτής της «συμπαράσυρσης» της πιστότητας του κύρους της πληροφορίας μας στο ναδίρ και πάλι το ίδιο, τον εκ νέου εφησυχασμό του πληθυσμού.
 
Κλείνοντας προσθέτω πως αυτή ακριβώς η ανάλυση που μας οδήγησε στην ανακάλυψη του βαθύτερου φετιχικού μυστικού του οικολογικού» εμπορεύματος, μπορεί να εφαρμοστεί στο σύνολο των σύγχρονων εμπορευμάτων: και φυσικά και στα προϊόντα που συγκροτούν τα προηγούμενα τέσσερα ιδεολογήματα - παγίδες που παραπάνω κριτικά παρουσιάσαμε: πραγματικά, όσο περισσότερο καταναλώνεις αντισεξιστικά (φεμινιστικά) ή αντιφασιστικά κ.τ.λ. εμπορεύματα, τόσο το λιγότερο στ' αλήθεια ενδιαφέρεσαι, τόσο το λιγότερο στην πραγματικότητα ευαισθητοποιείσαι στα φεμινιστικά ή αντιφασιστικά ζητήματα: γεγονός ωστόσο μηδαμινής σημασίας, γιατί όπως είδαμε τα ζητήματα αυτά και το ποσοστό της πραγματικότητάς τους είναι επίτηδες εξαιρετικά υπερτιμημένο, αλλά και σαν τμήματα, σαν συστατικά του δικτατορικού "politicall correct" της παγκοσμιοποίησης, σαν η φετιχική της ασπίδα παραπλάνησης, ρυθμίζονται εν μέρει ή κι ολοκληρωτικά από την ίδια.
 
Κι όμως, η ανάλυση, η «κριτική διάτρηση» του εμπορεύματος που μόλις άρχισε, θα συνεχιστεί στο β' τεύχος της «Εικονομίας» με αποτελέσματα πιστεύω ενδιαφέροντα. Ως τότε απλά θα βοηθήσουμε όσους ενδιαφέρονται να «χακέψουν» τελειωτικά το βαθύτερο μυστικό των προϊόντων του καπιταλισμού της μόδας, παραθέτοντας μιαν από τις δεκάδες φράσεις που ενώ σιγοψιθυρίζονται, σπάνια αναδύονται στην επιφάνεια της «επικαιρότητας» για λόγους ολότελα ευνόητους: κι η φράση αυτή, που σημειώτεον δεν λέχτηκε από κάποιον «επαγγελματία οικολόγο» είναι η εξής: «για κάθε καινούργιο αυτοκίνητο που αγοράζουμε, ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο της θάλασσας μολύνεται ανεπανόρθωτα». Κατά τ' άλλα η «βαλίτσα» της οικολογίας πάει πολύ μακριά: σαν ασύμβατη με τον καπιταλισμό αποτελεί de facto κεντρικό, αξονικό ζήτημα κάθε επαναστατικού κινήματος: και όπως αποδείξαμε, «η οικολογία είναι ανατρεπτική, αλλιώς είναι ένα τίποτα».
 
 
 
 
Επίλογος ή πρόλογος;
 
Η «μαγεία» της ξεχασμένης γλώσσας: Είναι χρήσιμο το να αποδεσμεύεσαι κριτικά από αυταπάτες, αλλά ακόμα πιο χρήσιμο είναι το να μην δεσμεύεσαι άκριτα από καινούργιες, ανταλλάσσοντας μ' αυτόν τον τρόπο το ένα αδιέξοδο με κάποιο άλλο. Χρόνια τώρα το αντιεξουσιαστικό κίνημα τυφλά και μάταια βολοδέρνει ανάμεσα σ' αυτά τα αξονικά ζητήματα - παγίδες, φαντάσματα μιας άλλης εποχής, που οι όποιες «προοδευτικές» εταιρίες και οι πράκτορές τους προώθησαν στο εσωτερικό του: δίνοντας έτσι στό σύστημα την ευκαιρία ικανοποιώντας τα στον βαθμό που το ίδιο κρίνει, να αποσυμπιέζει κάθε κίνηση του αντιεξουσιαστικού χώρου κρατώντας τον εγκλωβισμένο μέσα στις λογικές της εξουσίας: ικανοποίηση που όπως είδαμε διόλου δεν εκτροχιάζει το σύστημα, μιας και τα αξονικά, τα παραπλανητικά αυτά ζητήματα έτσι κι αλλιώς αποτελούν τμήμα της πολιτικής του ατζέντας. Τα τέσσερα αυτά ιδεολογήματα, οι εξεπίτηδες αυτές οκρωτηριασµένες εικόνες - μύθοι, δεν ήσαν παρά τα δέντρα που έκρυβαν το δάσος: και το δάσος όπως διαπιστώσαμε ήταν τα κάθε λογής συμφέροντα και μαζί ο σκοταδισμός και το χαμηλό μέχρι ανύπαρκτο επίπεδο κριτικής που θεωρήθηκαν από κάποιους σαν οι προϋποθέσεις της ίδιας της επιβίωσης αυτών των συμφερόντων: στην πραγματικότητα, και ιδιαίτερα ο αντιφασισµός, ο αντισεξισµός και ο αντιρατσισμός, πασπαλισμένα με σκόρπιες νότες μιας μαδημένης, ακίνδυνης οικολογίας, συνθέτουν τον ατσάλινο νόμο της «κοινωνικής μηχανικής», το «πολιτικώς ορθόν» της παγκοσμιοποίησης, που ήδη στραγγαλίζει τον πλανήτη: τα ιδεολογήματα αυτά συνθέτουν το θέαμα, την μόδα μιας από δεκαετίες δολοφονημένης αστικής δημοκρατίας και η χρήση αυτής της μόδας από την μυστική υπερκυβέρνηση, σε ένα μονάχα αποβλέπει: στην μετατροπή μας σε μια δίχως ταυτότητα ράτσα σκλάβων, γονατισμένων οριστικά πια κάτω από την ασήκωτη σκιά του κυβερνοφασιστικού Μολώχ: το απόστημα της αφομοίωσης, της ενσωμάτωσης στο σύστημα, υπήρχε από χρόνια μέσα στο κίνημα: απλά κάποια στιγμή θα έσπαγε, κι αυτό είναι όλο ...
 
Μιλήσαμε χρησιμοποιώντας μια «διάλεκτο» και μια μέθοδο επιλεκτικά «ξεχασμένες» έξω από την «μεγάλη εικόνα» του τομέα της «αντιεξουσιαστικής» μόδας: μία γλώσσα χιλιομισημένη κι επίτηδες περιθωριοποιημένη από κάθε λογής νεοαριστεριστές και αρχηγίσκους, γιατί ακόμα και το απλό άκουσμα των όρων της σαν «ξόρκι διαλεκτικό» χορεύει, καταλύοντας ακαριαία θα 'λεγε κανείς τα φετιχικά μάγια, που 'ναι και τα μοναδικά θεμέλια της μίζερης τους εξουσίας. Δεν τρέφουμε αυταπάτες. Η καταστασιακή «διάλεκτος» δεν θα 'ναι η γλώσσα της σύγχρονης κοινωνικής ανατροπής, κι αυτό γιατί κοιμήθηκε μαζί με την εποχή της: η επανάσταση της κάθε εποχής δημιουργεί είτε το θέλουν «κάποιοι» είτε όχι, την ολοδικιά της γλώσσα και ορολογία. 
 
Απλά δεν είχαμε μπροστά μας ζωντανούς αντιπάλους αλλά τέσσερα ιδεολογήματα, τέσσερα από δεκαετίες πεθαμένα ζόμπι, που το ίδιο το σύστημα νεκρανάστησε για αιτίες που στις αράδες τούτες ικανοποιητικά πιστεύω πως ξεκαθαρίσαμε: μας αρέσει το fairplay, και γι' αυτό και εμείς ανασύραμε από το παρελθόν έναν αντίπαλο που ανήκει στην δικιά τους εποχή, και που για ακόμα μια φορά απόδειξε πως δεν είναι αναγκαίο να 'ναι ζωντανός, για να σκορπίσει στον ορίζοντα ψευδαισθήσεις κι αυταπάτες, δεμένος σταυρωτά στην σέλα του αλόγου του: κι όπως λέχτηκε από τον Μαρξ στην «18η Μπρυμαίρ» αν καλοθυμάμαι, είναι επιτέλους καιρός ν' αφήσουμε την εποχή μας να θάψει τους νεκρούς της ...
 
Φίλοι αντιεξουσιαστές, «σύντροφοι της εξέγερσης και της ανατροπής» όπως λέγαμε σε παλιούς, αρκετά πιο «νόστιμους» καιρούς κάποια στιγμή πρέπει επιτέλους ν' αρχίσουμε να υποψιαζόμαστε και πάνω απ' όλα να σταματήσουμε να δαγκώνουμε το δάχτυλο που μας δείχνει το πιάτο με το φαγητό: καιρός είναι να αναρωτηθούμε τον λόγο για τον οποίο το σύστημα επαναφέρει μαζικά στην «επικαιρότητα» τα φασματικά αυτά ιδεολογήματα: εκτός κι αν οι αυταπάτες μας είναι τόσο τερατώδεις ώστε να φανταζόμαστε πως τα «προοδευτικά» κόμματα, εταιρίες και κομματίδια που συστηματικά ξεθάβουν τους «αντιρατσισμούς», τους αντισεξισμούς και τους αντιφασισμούς, δεν αποτελούν κομμάτι, και διαλεχτό μάλιστα του συστήματος: αποτελούν κυριολεκτικά την ιδεολογική του εμπροσθοφυλακή, καθώς οι επαναφορές τους του προσφέρουν το θεαματικό του άλλοθι, τα ξεφτισμένα αυτά ιδεολογήματα, που χρησιμοποιώντας τα το σύστημα περνά την παγκοσμιοποίηση πίσω από την πλάτη του παγκόσμιου πληθυσμού. Τα ιδεολογήματα αυτά σαν δομικά πια της εξουσίας υλικά έχουν σαν κύρια αποστολή τους να καλύψουν την επέλαση της παγκοσμιοποίησης υπνωτίζοντας, παραπλανώντας τον λαό, που εμβρόντητος παρακολουθεί το σύστημα που ιδιωτικοποιώντας ακόμα και τα μεταχειρισμένα προφυλακτικά, την ίδια ακριβώς στιγμή να εκφράζεται με γλώσσα που πάνω - κάτω ανήκει σε αριστεριστή της δεκαετίας του 70!
 
Κανένα από τα ιδεολογήματα αυτά δεν παρουσιάζει κάποια διέξοδο: είναι «εκ κατασκευής» αδιέξοδα, ανολοκλήρωτα, γιατί απλά έχουν ήδη ολοκληρωθεί, έχουν κλείσει τον κύκλο της ζωής τους δεκαετίες πριν, με την ενσωμάτωσή τους στο σύστημα μιας άλλης εποχής, αυτής της μεταπολίτευσης. Κι όπως είναι γνωστό η αναπόδραστη για όλους και για όλα κίνηση της χωροχρονικής ροής πάντα προς το μέλλον, αποκλείει απόλυτα την επαναληψιμότητα των ιστορικών γεγονότων, εκτός κι αν αυτά επαναλαμβάνονται σαν φάρσες: όπως κι αν το δούμε, είναι μάλλον απίθανο να δούμε στο μέλλον τον λήσταρχο Νταβέλη να ροβολά από τα βουνά, την Μαρία την Δαμανάκη να σκούζει από το μικρόφωνο «εδώ πολυτεχνείο! εδώ πολυτεχνείο!», και για τους ίδιους ακριβώς λόγους την πέτρα που μόλις άφησα να πέσει από το χέρι μου, να κατευθύνεται όχι προς τα κάτω, αλλά προς το διάστημα... Όλα αυτά τα επαναφερόμενα ιδεολογήματα - φάρσες έχουν βαθύτατη πολιτική στόχευση: Θέλουν να προκαλέσουν χωροχρονική σύγχυση, που στην σκιά της θα κρυφτεί, ήδη το κάνει, η πραγματική ροή, η ραγδαία μεταβολή των συνθηκών, που συνθέτει το πέρασμα για τους σκοτεινούς, μετακαπιταλιστικούς κόσμους των Επικυρίαρχων. Είναι φρικτά απλό: το σύστημα κατασκευάζει κι εκπέμπει τόσο τη νεοδεξιά, όσο και την νεοαριστερά μαζί με τις νεοαριστερίστικες παραφυάδες της για να ναρκώσει τον λαό, με ένεση ουσιαστικά ευθανασίας του, το προβαλλόμενο από το σύνολο των ΜΜΕ τεχνητό ολόγραμμα: το θέαμα, την αδειασμένη από οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο μόδα της δημοκρατίας, που η μυστική υπερκυβέρνηοη συνέθεσε και που ασύδοτα χρησιμοποιεί: και η αιτία αυτής της χρήσης είναι κάτι γνώριμο στους πρίγκιπες αυτού του κόσμου, από την εποχή του Μακκιαβέλλι ακόμα: πως ο γενικευμένος πανικός πρέπει με κάθε θυσία να αποφευχθεί: γιατί όπως έλεγε ο Πετρώνιος «η τυχαιότητα έχει την δικιά της αιτία», πράγμα που σημαίνει πως ο πανικός αυτός πιθανότατα κρύβει μέσα στον χαοτικό στροβιλισμό του κάποια χωροχρονική διακλάδωση, μια αναδυόμενη τάξη, μια δομή κοινωνικής αυτοοργάνωσης μοιραία για τους ιδιοκτήτες μας ...
 
Η ίδια η παγκοσμιοποίηση είναι μια μόδα που προέκυψε από το μιξάρισμα, από την σύνθεση ιδεολογικών σημειοσυνθέσεων «δανεισμένων» από το σύνολο σχεδόν των «προοδευτικών» ιδεοληψιών του παρελθόντος: είναι ένας εκτυφλωτικός, πολύχρωμος μπερντές κλασματικής, φράκταλ διάστασης, που μας προέκυψε από τον συνδυασμό των επαναφερόμενων κυβερνοχώρων μόδας - διαστάσεων: αυτό που κρύβει πίσω της είναι τα κρυφά σχέδια της πλανηταρχίας που αναφέραμε, και η διαμεσολάβηση, η αλλοτρίωσή μας από αυτήν και τις μεικτές ιδεολογικές της σημειοσυνθέσεις μας καταδικάζει σε γενικευμένη σύγχυση, σε μια κατάσταση συνεχούς εγκλωβισμού μας, ανάμεσα στις διαστάσεις - τομείς μόδας πολιτικής ή άλλης: γεγονός που εξηγεί με τον περισσότερο ανάγλυφο τρόπο την γενικευμένη έλλειψη ταυτότητας, που έχει «προσβάλλει» από καιρό το σύνολο σχεδόν του πληθυσμού.
 
Απολύτως τίποτα το καινούργιο δεν «παίζει» μέσα στην «επικαιρότητα» της παγκοσμιοποίησης που την χαρακτηρίζουμε σαν retroactive, σαν «παρελθοντοδραστική» καθώς συντίθεται αποκλειστικά και μόνο από χαμένα μέσα στον χρόνο ιδεολογήματα: αλλά αυτό που αξίζει να συγκρατήσουμε είναι πως η παγκοσμιοποίηση, σαν μόδα που συντίθεται από επί μέρους ιδεολογήματα που όπως είδαμε δεν μπορούν να ολοκληρωθούν γιατί το έχουν ήδη κάνει, είναι κι η ίδια καταδικασμένη να μην ολοκληρωθεί ποτέ της. Αυτό συμβαίνει επειδή ο πολυκαταναλωτισμός που, σαν τελικό της στάδιο αυτή μας υπόσχεται, είναι ουσιαστικά μία αυτοαναιρούμενη, μια άπιαστη χίμαιρα: Γεγονός που εγγυάται η σταδιακή μεν, σταθερή δε εξάλειψη της ιδιότητας του εργαζόμενου μέσα στο process αυτοματοποίησης της παραγωγής, διαδικασία που ήδη είναι φανερή σε κάθε επίπεδο και που είναι έξω από κάθε συζήτηση, εξαιτίας της δραστικής μείωσης του κόστους παραγωγής. Από την άλλη πάλι μεριά, η διαδικασία συγκέντρωσης του κεφαλαίου σε χέρια ελαχίστων καταστρέφει γοργά κι όχι μονάχα τους μικρομεσαίους επιχειρηματίες, γεγονός που και τυπικά πια διαγράφει αμετάκλητα από τον πλανήτη κάθε έννοια ελεύθερης αγοράς: κι όπως είναι φυσικό πολυκαταναλωτισμός μέσα σε μια ολοένα αυξανόμενη, τεράστια μάζα μόνιμων πια ανέργων, μονάχα σαν «όνειρο θερινής νυκτός» μπορεί να νοηθεί. Αναφερόμαστε σε διαδικασίες που ήδη εξελίσσονται ανάμεσα στα πόδια μας και που η εξουσία αντιμετωπίζει με συνεχείς χαλκεύσεις, με συνεχείς πλαστοποιήσεις των δεδομένων: Ήδη αναφερόμαστε όχι πια σε ανεργία, αλλά στο θέαμα, στην μόδα της ανεργίας, όπου το φανερό της πρόσωπο κρύβει στην σκιά του το υπόρρητο, αυτό που πρέπει για λόγους πιθανής πρόκλησης μιας εξέγερσης, ή γενικού πανικού να γίνει αόρατο, να εξαφανιστεί. Το φανερό πρόσωπο της μόδας της ανεργίας ταυτίζεται φυσικά με την μαζικά προπαγανδισμένη από κυβερνήσεις, κόμματα και ΜΜΕ, εξιδανικευμένη, ακρωτηριασμένη της εικόνα: τόσες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας εδώ, αθρόες προσλήψεις στο δημόσιο, πάντα σχεδόν σε προεκλογικές περιόδους για λόγους ευνόητους, κτλ: η υπόρρητη, σχολαστικά συγκαλυμμένη πραγματικότητα της ανεργίας, αφορά όχι μονάχα το πόσοι μένουν άνεργοι για κάθε έναν που προσλαμβάνεται, αλλά και τον ολοένα αυξανόμενο ρυθμό δυσκολίας που ο απολυμένος αντιμετωπίζει για να ξαναβρεί εργασία: δεν έχουμε να κάνουμε με κάποια «εργασιακή επισφάλεια», αλλά μ' ένα σφαιρικό ξεχαρβάλωμα, με μια ολοκληρωτική διάλυση του εργασιακού μοντέλου: τι λοιπόν συνέβη, και το «δικαίωμα στην τεμπελιά», γύρισε σε υποχρέωση, σε ρουτινιάρικο καθήκον;
 
Απλά, ο νεοφιλελευθερισμός που κάτω από διάφορες ταμπέλες επικρατεί στο σύνολο των προηγμένων χωρών, άφησε το χαλινάρι, δίνοντας έτσι την ευκαιρία στον κεντρικό, ταυτολογικά νομιμοποιημένο μύθο του σύγχρονου καπιταλισμού της μόδας, του slogan «ανάπτυξη για την ανάπτυξη, να καλπάσει ελεύθερος: ο διεθνής φιλελευθερισμός καταργώντας σχεδόν κάθε έννοια προστατευτισμού και «κοινωνικού κράτους», κλώτσησε τα εμπόδια από τις ράγες του «οχήματος της ιστορίας», επιταχύνοντας έτσι ξέφρενα την συνάντηση του καπιταλισμού με το σημείο «της ιστορικά προγραµματισµένης αυτοκαταστροφής του». Πρέπει κάποια στιγμή επιτέλους να θορυβηθούμε γιατί οι «κοινωνίες του κύκλου» ίσως ήδη να 'χουν χτιστεί γύρω μας. Οι κοινωνίες αυτές, όπου ο χωροχρόνος ανακυκλώνεται στο εσωτερικό ενός κύκλου που σχηματίζεται από την διαδοχή συμβάντων μόδας απόλυτα πανομοιότυπων μεταξύ τους, μας φέρνει στο μυαλό καταστάσεις που πληθαίνουν γύρω μας σε ανησυχητικό βαθμό: τι θα λέγατε για μια πρωινή ζώνη όπου όλες οι τηλεπαρουσιάστριες είναι ίδιες μεταξύ τους, όλες ξανθές με αβυσσαλέο ντεκολτέ, όπου τα σήριαλ θα 'ναι ίδια μεταξύ τους, όπου οι ειδήσεις των καναλιών όχι μόνο δεν θα είναι διαφορετικές στο παραμικρό, αλλά που εκφωνούνται με την ίδια ακριβώς σειρά, κι όπου οι ταινίες ανακυκλώνονται από κανάλι σε κανάλι, μέσα σε μια ατέλειωτη επαναληπτική έναλλαγή; Κι όπως ήδη διαπιστώσαμε στις κοινωνίες του θεάματος, δεν είναι πια η πολιτική που καλύπτει την οικονομία, αλλά το αντίστροφο, η οικονομία την πολιτική: κι έτσι σε κάθε περίπτωση το σύστημα και κάθε του κανάλι θα ισχυριστεί πως ο μοναδικός λόγος αυτής της ατέρμονης επανάληψης είναι κάποιες «οικονομικές δυσχέρειες»: ή όπως είπαμε στο α' τεύχος μας, «το σύστημα τελικά παραδέχεται πως υπάρχει, μόνο και μόνο για να μην μας πει το γιατί»: η σχεδόν παντού εκδηλωμένη και ταυτόχρονα μεθοδικά συγκαλυμμένη πολιτική, δεν είναι άλλη απ' την προσπόθεια του συστήματος να εξαλείψει ολοκληρωτικά τον ολέθριο για το ίδιο εντροπικό παράγοντα, και φυσικά την μνήµη μας απ' όπου αυτός πηγάζει: και με βραχυπρόθεσμη, αμεσομελλοντική προοπτική του την αντικατάστασή μας με μια posthuman ράτσα λοβοτομημένων σκλάβων: όχι πια μιας χιμαιρικής όπως είδαμε «πολυκατανάλωσης», αλλά της εφαρμοσμένης επάνω τους ρομποτικής.
 
Απέναντι σε όλα αυτά που στα υπόψιν, σιγοψυθιρίζονται όχι μονάχα στις σελίδες της «Εικονομίας», αλλά εδώ και πολύ καιρό σε πολλούς άλλους χώρους, το αντιεξουσιαστικό κίνημα κρατά «άκραν του τάφου σιωπήν» ... Ίσως όχι μόνο γιατί δεν μπόρεσε καθηλωμένο από την κριτική του ανεπάρκεια να τα διακρίνει, αλλά και γιατί εμποδίστηκε από κάποιους να το κάνει: το γεγονός ωστόσο παραμένει, πως εξακολουθεί να αντιδρά σε αναχρονιστικούς, ανύπαρκτους εχθρούς του, με τρόπο που μονάχα σαν γραφικός μπορεί να χαρακτηριστεί: μόλις λίγες μέρες πριν ακούστηκαν σε πορεία, εν έτει 2007, αντιχουντικά (!!!) συνθήματα: αλλά εκεί που ο αποπροσανατολισμός του τομέα της «αντιεξουσιαστικής» μόδας στ' αλήθεια «χτύπησε τα κόκκινο», ήταν η πρόσφατη σύνοδος του G8 στην Γερμανία: κάποιοι με σύνθημα «nο border» την στιγμή που εδώ και χρόνια τα «borders» έχουν ήδη καταργηθεί από την ίδια την παγκοσμιοποίηση, συνασπίστηκαν με κάποιες χιλιάδες, κλασικά ανεγκέφαλους νεοαριστεριστές, συνθέτοντας έτσι το ταυτολογικά νομιμοποιημένο θέαμα της σύγκρουσης ποιο ήταν αυτό, ποιο τελικά είναι και θα είναι η κούφια πραγματικότητα, το θέαμα όλων των συνόδων της G8; Δεν νομίζω πως πρέπει να 'σαι κάποιος αρσιβαρίστας της κριτικής για να το διατυπώσεις: το φανερό του πρόσωπο, δεν ήταν διαφορετικό, απ' αυτό που μας επέτρεψαν να δούμε: Οκτώ παράσιτα συγκεντρώθηκαν για να αποφασίσουν για το μέλλον του πλανήτη: κι απ' έξω κάποιες χιλιάδες fashion victims του νεοαριστερίστικου τομέα μόδας συγκρούστηκαν με τους «φασίστες» και με τους «φασίστες μπάτσους», απλά γιατί έτσι επέβαλλε το τελετουργικό της επετείου: εξάλλου, λογικό δεν φαίνεται να δείρω τον μπάτσο επειδή είμαι αναρχικός, νεοαριστεριστής ή ότι άλλο, κι από την άλλη ο μπάτσος να βαρέσει εμένα επειδή είμαι αναρχικός. νεοαριστεριστής ή ό, τι άλλο; Και τονίζω πως αναφέρομαι σε ψευδαισθητικές συλλογικές συναντιλήψεις, κι όχι σε μεμονωμένες περιπτώσεις.
 
Κάπως έτσι διαδραματίστηκε η φαινομενικότητα του πράγματος, που με την αντιφασιστική του έξαψη μπορεί και να ενθουσίαζε την γιαγιά μου, που αν βέβαια ζούσε ακόμα θα άγγιζε τα 118 της χρόνια: έλα όμως που ο διαβολάκος της κριτικής, σηκώνει μιαν ιδέα το τραπεζομάντηλο, για να βλεφαρίσουμε στα πεταχτά τι κρύβεται από κάτω από το τραπέζι! και το υπόρρητο, το εξαφανισμένο, επίτηδες φυσικά από την «επικαιρότητα» πρόσωπο, λέει μιαν άλλην ιστορία: τίποτα απολύτως δεν συμφωνήθηκε στην G8, όπως και σε καμιά από αυτές τις συνόδους, απλά γιατί όλες οι αποφάσεις έχουν παρθεί καιρό πριν αλλού, κι από πανίσχυρα κέντρα εξουσίας: το G8 και τα οχτώ παράσιτα που φαίνονται να κυβερνούν τον πλανήτη, δεν είναι παρά οι μαριονέτες, τα ανδρείκελα, το ανίσχυρο καμουφλάζ της πανίσχυρης «μυστικής» υπερκυβέρνησης: ένα εξαιρετικά χρήσιμο καμουφλάζ γιατί δίνει στην βαθύτατα δικτατορική παγκοσμιοποίηση ένα άρωμα, μια ψευδαισθητική επικάλυψη δημοκρατίας: και πως θα μπορούσε να 'ναι αλλιώς, αφού τα 8 αυτά παράσιτα μοιάζουν με δημοκρατικά παράσιτα, δήθεν εκλεγμένα από τους λαούς τους, και στην πραγματικότητα βέβαια από τις πολυεθνικές, τα ΜΜΕ τους, και την συνακόλουθη μαζική πλύση εγκεφάλου ... Έτσι η παγκοσμιοποίηση παίρνει το δημοκρατικό της χρίσμα, και νικά, θριαμβεύει έστω και υποσυνείδητα μέσα στη «μεγάλη», μέσα στην λειψή εικόνα που η ίδια κατασκεύασε για τον εαυτό της: η κάθε σύγκριση είναι μάταια: τι βαρύτητα θα μπορούσαν να 'χουν μπροστά σε 8 ηγέτες εκλεγμένους από ένα δις ψυχές, τριάντα - σαράντα χιλιάδες κολλημένοι, που φωνάζουν συνθήματα ενάντια σ' έναν εδώ και 50 χρόνια για την Ευρώπη, και 30 για μας οριστικά πεθαµένο και θαμμένο, δηλαδή ανύπαρκτο φασισμό; Με άλλα λόγια κι ανακεφαλαιώνοντας, κάποιοι που νόμιζαν πως  είναι κάτι που δεν υπήρχε πια, πλακώθηκαν με κάποιους που νόμιζαν πως ήταν κάτι που επίσης δεν υπήρχε πια, με φαινομενική, σχεδόν ξεχασμένη πια αιτία της σύγκρουσης μια σύνοδο που οι αποφάσεις της είχαν παρθεί μήνες ή και χρόνια πριν, από κάποιους άλλους, κάπου αλλού, άγνωστο που ... Κι αν ετούτη η αναχρονιστική παλάβρα, επινοημένη στην βάση κάποιου αρχαιόπληκτου «σκεπτικού» (!), θα πρέπει να θεωρείται σαν μια «κομβική στροφή» του αντιεξουσιαστικού κινήματος, στα σίγουρα θα προτιµούσα να αγνοώ την καινούργια του κατεύθυνση ...
 
Κάποιοι μάλλον θα αναρωτιούνται: καλά, αν απαγκιστρωθούμε από τα τέσσερα αυτά αξονικά ζητήματα - ταμπού, που για αρκετές από τις ελευθεριακές κι αντιεξουσιαστικές συλλογικότητες και καταλήψεις, αποτελούν και το 80% ακόμα του ιδεολογικού τους πακέτου, τότε τι θα απομείνει; δεν θα διαλυθούμε, κόσμο δεν θα χάσουμε; Λάθος: το μόνο σίγουρο στην περίπτωση αυτή είναι πως κανενός πια είδους ιδεολόγημα - παγίδα δεν θα απομείνει μέσα στον χώρο: το δίλημμα αυτό έχει την ίδια ακριβώς «λογική» βάση, με αυτήν που έχει η αμφιβολία κάποιου για την ανάγκη αποκοπής του γαγγραινιασμένου του χεριού. Το κίνημα δεν το απομαζικοποιεί η ριζοσπαστικοποίηση και ο εμπλουτισμός της κριτικής του, αλλά αντίθετα η ασημαντότητα και η διανοητική πλαδαρότητα, που μαθηματικά εγγυάται η μαζική ενσωμάτωσή του στο σύστημα: το μικρόβιο της αφομοίωσης ήδη ξαπλώνεται γοργά στον χώρο, τον παραλύει και τον αποσυνθέτει. Κι αυτό, όχι γιατί δεν έχει στόχους, αλλά γιατί οι στόχοι που κάποιοι άλλοι το ανάγκασαν να έχει βρίσκονται στην δικαιοδοσία του συστήματος, που παίζοντας αποσυμπιεστικά μ' αυτούς «αδειάζει» κατά βούληση το κίνημα, αφήνοντάς; το έτσι δίχως στόχους.
 
Το κίνημα χάνει σταδιακά ίσως, αλλά πάντως σταθερά την εσωτερική του συνοχή. Αποσυντίθεται, καταρρέει εντροπικά στους ρυθμούς της εκροής, της ελαχιστοποίησης του ειδικού του βάρους. Και οι όποιες αυταπάτες πρέπει γρήγορα, αυτοκριτικά να δαμαστούν, γιατί οι συγκρούσεις των τελευταίων μηνών με τις δυνάμεις της κρατικής καταστολής, καθοδηγούνται στο μεγαλύτερό τους ποσοστό είτε από το lifestyle, εlτε από την απελπισία που 'ναι άμεσο παράγωγο των αδιέξοδων ιδεολογημάτων που κριτικά εκθέσαμε. Όμως τις συγκρούσεις εξαιρετικά σπάνια τις κερδίζουν οι απελπισμένοι: αντίθετα τις κερδίζουν αυτοί που βάσιμα ελπίζουν, και την βασιμότητα της ελπίδας τους αυτής τους την προμηθεύει η σωστή, η σφαιρική κριτική ανάλυση του εχθρού, των όπλων και των μεθόδων του. Στην κατεύθυνση αυτή κάποια βηματάκια πιστεύω πως έγιναν μέσα στις αράδες τούτες.
 
Ο επίλογος αυτός φιλοδοξεί να είναι πρόλογος. Το κίνημα ή θα ριζοσπαστικοποιηθεί επιστρέφοντας κάθε συντεχνιακό, πεθαμένο από δεκαετίες ιδεολόγημα εκεί απ' όπου του προέκυψαν, στο τμήμα ιδεολογικού design των «προοδευτικών» εταιριών, με άλλα λόγια στα αζήτητα της ιστορίας, ή σε κάθε άλλη περίπτωση θα ενσωματωθεί στους κόσμους του θεάματος σαν ένας ακόμα τομέας μόδας, ολοένα και περισσότερο φθίνουσας σημασίας. Μήπως άραγε έφτασε η ώρα να ψάξουμε μέσα στα σκονισμένα μας κιτάπια, το λήμμα «επανάσταση»; Μήπως ήρθε η στιγμή να αναπολήσουμε πρακτικά το μέλλον, σαν μια προλεταριακή επανάσταση δίχως προλετάριους; Πετώντας στην μπάντα τις γελοίες στολές του «βίαιου» life style, διαπιστώνουμε πως μια κοινωνική ανατροπή είναι δυνατή στις μέρες μας, φτάνει να τις κατανοήσουμε. Και ο καλύτερος τρόπος για να την περιμένεις, είναι ασφαλώς το να την προετοιμάζεις.
 
 
 
 
 
 
Θ. ΠΑΠΑΡΑΛΛΗΣ
Εκδότης «Εικονομίας»