Με τον Κώστα Σημίτη και το "ευρωπαϊστικό" και "εκσυγχρονιστικό" ιδεολόγημα, που ο ίδιος, με την υποστήριξη του συνόλου, σχεδόν, της εντόπιας ελίτ, επέβαλε, στην ελληνική κοινωνία, είναι που θα ασχοληθώ, στο παρόν δημοσίευμα. Αξίζει τον κόπο.
 
Τα πολιτικοικονομικά και κοινωνικά ερείπια, που ήλθαν, ως αποτέλεσμα της σημιτικής "ευρωπαϊστικής" και "εκσυγχρονιστικής" ιδεολογίας, που επιβλήθηκε, ως κυρίαρχο αφήγημα και κυρίως, ως πολιτική και συνάμα, ως κοινωνική ψευδής συνείδηση, επιβάλλουν αυτή την ενασχόληση, αφού ο σημιτισμός, από την εποχή της κυριαρχίας του, αμέσως, μετά την βαρύτατη ασθένεια και τον θάνατο του Ανδρέα Παπανδρέου, με την ανάληψη της πρωθυπουργίας και της αρχηγίας του ΠΑΣΟΚ, από τον "σοφό και "συνετό κ. καθηγητή", είναι αυτός, που αποτέλεσε - και εξακολουθεί, ως ιδεολογικός φάρος, να αποτελεί - το εμμονικό, στα όρια της παράνοιας, κυρίαρχο πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό αφήγημα των, πάσης φύσεως και εσοδείας, "ευρωπαϊστών", όχι, μόνο της εντόπιας ελίτ (αυτό, από μόνο του, δεν θα ήταν πολύ σημαντικό), αλλά και των μελών των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, που αναγνωρίζουν τους εαυτούς τους, ως "ευρωπαϊστές", ταυτίζοντας την έννοια αυτή, με το κυρίαρχο προπαγανδιστικό ιδεολόγημα, που εξέθρεψε ο Κώστας Σημίτης και η ομάδα, που τον πλαισίωσε και η οποία καλά κρατεί, στα διάφορα επιτελικά πόστα, μέχρι τώρα.
 
Η επιστροφή, στην ιστορική διαδρομή των προσώπων και των κοινωνιών, είναι πάντοτε χρήσιμη, όταν προσπαθούμε να ανιχνεύσουμε το περιεχόμενο και κυρίως, την βασιμότητα των διάφορων θέσεων και απόψεων, που εκφράζονται, από τα πρόσωπα, που διαδραματίζουν έναν σημαντικό ρόλο, στην διαμόρφωση των τρεχουσών ιδεολογημάτων των ελίτ, που κουμαντάρουν τις κοινωνίες και τα οποία ιδεολογήματα αποτελούν το βασικό πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό θεωρητικό αφήγημα της, εκάστοτε, ιδεολογίας, που επικρατεί, εντός των κοινωνιών, σύμφωνα, πάντοτε, με τις κατευθύνσεις της κυρίαρχης προπαγάνδας.   
 
Αυτό, που έχει σημασία, σε αυτού του είδους την έρευνα, που χρησιμοποιεί την ιστορική διαδρομή των προσώπων της σύγχρονης πολιτικής Ιστορίας του τόπου (και όχι, μόνον, αυτής), προκειμένου να αναδείξει τα δυνατά και τα αδύνατα σημεία τους, προκειμένου να εξαχθούν συμπεράσματα, για τις τρέχουσες θέσεις των προσώπων αυτών, είναι η, όσο το περισσότερο δυνατή τεκμηρίωσή τους, μέσα από την οποία τεκμηρίωση θα καταστεί δυνατόν να στηριχθούν, ως ορθά, τα συμπεράσματα αυτά, προκειμένου να ενισχυθεί, ή να αποδομηθεί, η περιρρέουσα ιδεολογία, που τα πρόσωπα αυτά υποστηρίζουν, όπως και η όποια επιχειρηματολογία αναπτύσσουν.
 
Αυτήν την ιστορική τεκμηρίωση είναι, που θα παράσχω, σε αυτήν, εδώ, την έρευνα, που ασχολείται, με τον δεύτερο πατέρα του ελληνικού "ευρωπαϊσμού", τον Κώστα Σημίτη, τον οποίο τον αποκαλώ, έτσι, διότι, αναμφισβήτητα, ο πρώτος πατέρας του σύγχρονου ελληνικού "ευρωπαϊσμού" ήταν ο μακαρίτης, εδώ και πολλά χρόνια, Κωνσταντίνος Καραμανλής, αν και εκείνος, στα αρχικά στάδια της ΕΟΚ, ήταν οπαδός της βρετανικής ΕΖΕΣ και όχι του εγχειρήματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα, το οποίο, στην πορεία του χρόνου, μετεξελίχθηκε, στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, που, στην συνέχεια, μετονομάστηκε, σε "Ευρωπαϊκή Ένωση".
 
Δυστυχώς, για τον Κώστα Σημίτη (αλλά και για την νομενκλατούρα του νεκροφανούς ΠΑΣΟΚ), μαζύ με εμένα είναι πολλοί - οι πλείστοι -, που θυμούνται την ιστορική διαδρομή του, από την εποχή της δεκαετίας του 1970, ιδίως, από την έλευση της μεταπολίτευσης του 1974, μέχρι σήμερα. Η διαδρομή του αυτή συνοψίζεται, στην ρήση "πού'σαι νιότη, πού'δειχνες, πως θα γινόμουν άλλος", αφού όλα τα χρόνια, από τότε (1985), που ο Ανδρέας Παπανδρέου εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια , για την έξοδο της Ελλάδας, από την ΕΟΚ και ιδίως, από την ανάληψη της πρωθυπουργίας (Ιανουάριος 1996) έκτισε την ιστορία του, ως ηγέτη, καθώς και την υστεροφημία του, στο πολιτικό ιδεολόγημα της ένταξης της χώρας μας, στην ευρωζώνη, την οποία κατάφερε, το 2002, να επιβάλει, μέσα από μια συμφωνημένη, με τις κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Γερμανίας, στρέβλωση όλων των κρίσιμων μεγεθών της ελληνικής οικονομίας, προκειμένου να την επιτύχει. Όπως και την επέτυχε.
 
Αλλά ο Κώστας Σημίτης, επί πολλά έτη, μέχρι την ανάληψη της κυβερνητικής εξουσίας, από το ΠΑΣΟΚ, τον Οκτώβριο του 1981, δεν ήταν οπαδός της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ. Ήταν κατηγορηματικά και χωρίς καμμία επιφύλαξη, αντίθετος.
 
Όπως δείχνει και η συρραφή των θέσεών του, κατά την διάρκεια της δεκαετίας του 1970, μέχρι και το 1981, τις οποίες παρουσιάζω, στο κολλάζ των φωτογραφιών, με το οποίο ξεκινάει το παρόν δημοσίευμα, δεν ήταν, κάν, "μετριοπαθής", ώστε να αφήνει κάποιες πόρτες ανοικτές, σε μια μεταγενέστερη κωλοτούμπα, είτε δική του, είτε του κόμματός του. 
 
Ο Κώστας Σημίτης ήταν κάθετα (για να χρησιμοποιήσω μια κλασική, πασοκικής προελεύσεως, λέξη), κατά της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ, παρουσιάζοντας την Κοινότητα (και σωστά), ως μια μια Ευρώπη των μονοπωλίων, που δεν μπορεί να γίνει, μια Ευρώπη των εργαζομένων - υπέρ της οποίας υποτίθεται ότι, ως στέλεχος του ΠΑΣΟΚ, ήταν ο ίδιος
 
Ο μετέπειτα, πρωθυπουργός, που έβαλε την χώρα, στην παρά φύσιν, απόληξη της ΕΟΚ, την ευρωζώνη, πρότεινε, εκείνη την μακρινή εποχή, την παραμονή της χώρας, εκτός της ΕΟΚ, επειδή, όπως, ορθά, διαπίστωνε, ο ελληνικός λαός, με τις μικρές του δυνάμεις, δεν μπορεί να επηρεάσει τις εξελίξεις, μέσα στην Κοινότητα και επειδή η χώρα θα ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόζει τις προβλέψεις των κοινοτικών κανόνων, που λειτουργούν, είς βάρος της, την ίδια στιγμή, που οι μεγάλες χώρες δεν θα ακολουθούσαν τους κανόνες αυτούς.
 
Αλλά, πέραν των αποσπασμάτων των θέσεων, που, δημόσια και επίσημα, σε διαλέξεις, σε ομιλίες, σε συζητήσεις και σε κείμενά του, έχει υποστηρίξει ο Κώστας Σημίτης και τα οποία αποσπάσματα παρουσιάζω, στο ξεκίνημα του σημερινού δημοσιεύματος, ο πρώην πρωθυπουργός είχε υποστηρίξει ανάλογες θέσεις, οι οποίες αναπτύχθηκαν, γραπτώς, στο περιοδικό "Πολιτικά Θέματα", τον Ιανουάριο του 1981, έχουν, ως ακολούθως :
 
"Για το ΠΑΣΟΚ η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ ήταν το λογικό επακόλουθο της εξωτερικής και οικονομικής πολιτικής που ακολούθησαν οι μεταπολεμικές συντηρητικές κυβερνήσεις, πολιτικής η οποία βασίζεται στη στενή σύνδεση του τόπου με τις αναπτυγμένες βιομηχανικές καπιταλιστικές χώρες. Το ΠΑΣΟΚ θεωρεί την πολιτική αυτή λανθασμένη".
 
"Με την ένταξη η χώρα μας προσδέθηκε ολοκληρωτικά στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα. Το σύστημα τούτο δουλεύει με τρόπο ώστε μια περιοχή που είναι πολιτικά και οικονομικά εξαρτώμενη να περιέρχεται σε ακόμη μεγαλύτερη εξάρτηση".
 
"Η ΕΟΚ είναι μηχανισμός για να επεκταθεί και να στερεωθεί το οικονομικοπολιτικό σύστημα των αναπτυγμένων βιομηχανικών καπιταλιστικών χωρών στις χώρες της περιφέρειας. Η ΕΟΚ είναι πολιτικοοικονομικός συνασπισμός που εκπροσωπεί οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα".
 
"Το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι οι δυτικοευρωπαϊκές κυβερνήσεις θέλουν να μας υποστηρίξουν δεν ενδιαφέρει. Σημασία έχει με ποιον τρόπο δουλεύει το διεθνές οικονομικό σύστημα, αν δουλεύει σε όφελος ή σε βάρος μας. Και δουλεύει σε βάρος μας". "οι οικονομολόγοι, που έχουν μελετήσει την εξέλιξη της Κοινότητος, διαπιστώνουν ότι το οικονομικό σύστημά της κινεί ανθρώπους, προϊόντα και χρήματα, δημιουργεί κέντρα και περιφέρειες, με σκοπό να πλουταίνει τα πρώτα και να φτωχαίνει τις δεύτερες".
 
"Με τις επενδύσεις των πολυεθνικών εταιριών παραδίνουμε τη διαδικασία κατανομής των πλουτοπαραγωγικών πόρων της χώρας μας σε ξένα κέντρα αποφάσεων".
 
"Χρειάζεται, αντί για την ένταξη, διαμόρφωση μιας ειδικής σχέσης απέναντι στην ΕΟΚ, με στόχο την εξαφάνιση της οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης και την αντίστοιχη ισχυροποίηση των εθνικών κέντρων λήψης αποφάσεων".
 
Αυτές οι θέσεις ανέπτυξε ο Κώστας Σημίτης, στα "Πολιτικά Θέματα", το 1981, είναι, πλήρως, ταυτόσημες, με τις θέσεις, που είχε αναπτύξει όλα τα προηγούμενα χρόνια και οι οποίες καταγράφονται, στο αρχικό φωτογραφικό σχήμα του τωρινού δημοσιεύματός μου.
 
Πολύ σωστά και όπως προκύπτει, από την καταγεγραμμένη πραγματικότητα της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας, μετά την ένταξη της Ελλάδας, στην ΕΟΚ/"ΕΕ" και με ιλιγγιώδη επιτάχυνση, μετά την ένταξη της χώρας μας, στην ευρωζώνη, η ελληνική οικονομία, ως μια περιφερειακή καπιταλιστική χώρα, που είναι εξαρτημένη, από την βιομηχανική ευρωπαϊκή Δύση, υπόκειται στις αποφάσεις, που λαμβάνονται, από αυτό το μητροπολιτικό κέντρο και φυσικά, εκτός του ελληνικού χώρου.
 
Η ίδια ιστορική εμπειρία επιβεβαιώνει και την πρόβλεψη του Κώστα Σημίτη ότι ο καταμερισμός της εργασίας, μέσα στην ΕΟΚ (και ακόμη περισσότερο, στην ευρωζώνη) οδηγεί την ελληνική οικονομία, στην ενίσχυση της τάσης, για την περιφερειοποίησή της και την εξάρτηση, από την βιομηχανική ευρωπαϊκή Δύση. Αυτό, συνακόλουθα, επέφερε και την αποβιομηχανοποίηση της χώρας μας, η οποία ενισχύθηκε από την έλευση της παγκοσμιοποίησης και την "φιλελεύθερη" λειτουργία της "Ευρωπαϊκής Ένωσης", που επέτρεψε την ανεξέλεγκτη είσοδο όλων των φθηνών ξένων προϊόντων και του αντίστοιχου φθηνού εργατικού δυναμικού, γεγονότα, τα οποία ενίσχυσαν την λειτουργία της ΕΟΚ/"ΕΕ", ως Ευρώπης των μονοπωλίων και όχι, ως Ευρώπης των εργαζομένων.
 
Το αστείο και συνάμα, το τραγικό, στην όλη υπόθεση, είναι ότι όλες αυτές οι αναλύσεις και οι ιστορικές θέσεις του Κώστα Σημίτη και του ΠΑΣΟΚ έχουν δικαιωθεί, από την εξελιχθείσα και την εξελισσόμενη πραγματικότητα των τελευταίων 40 χρόνων, πλην, όμως, εγκαταλείφθηκαν, από τον ίδιο τον πρώην πρωθυπουργό και την νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, περίπου, αμέσως, μετά την άνοδο του κόμματος του Ανδρέα Παπανδρέου, στην κυβερνητική εξουσία, το 1981 και οριστικά, από το 1985, με την συνταγματική αναθεώρηση, που επιχείρησε το ΠΑΣΟΚ, αφήνοντας, στην άκρη, την, ιστορικά, ορθότατη θέση του, για την έξοδο από την ΕΟΚ και την διαμόρφωση, μιας ειδικής σχέσης, με την Κοινότητα (περίπου σαν κι αυτή, που διαμορφώνεται, στις ημέρες μας ανάμεσα, στην Βρετανία και την "Ευρωπαϊκή Ένωση").
 
Αυτή η αλλαγή του πολιτικού προσανατολισμού του Κώστα Σημίτη δεν υπήρξε αθώα. Δεν είναι μια απλή αλλαγή, στα πιστεύω του "κ. καθηγητή" και των συντρόφων του, στην πασοκική νομενκλατούρα. Δεν αποτελεί μια διόρθωση των προηγούμενων - υποτιθέμενων, ως εσφαλμένων - τοποθετήσεών του, τις οποίες αντικατέστησε, με άλλες, τις οποίες ο ίδιος επανεκτίμησε, ως σωστές. (Έστω και αν αυτές οι επανεκτιμήσεις του αποδείχτηκαν, από την ίδια την εξέλιξη της πραγματικότητας, ως εσφαλμένες).
 
Η αλλαγή των σωστών παλαιών θέσεων του Κώστα Σημίτη και η μετατροπή του, από πολέμιου της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ, σε διαπρύσιο οπαδό της και σε εμβληματική πολιτική φυσιογνωμία του ελληνικού "ευρωπαϊσμού", είναι προϊόν του κλασικού απατεωνίστικου πολιτικαντισμού, που διακρίνει το σύνολο, σχεδόν, του ελληνικού (αλλά και του διεθνούς) πολιτικού κόσμου, με τις διάφορες οπορτουνιστικές τοποθετήσεις του, ανάλογα, με τα εξυπηρετούμενα οικονομικά και λοιπά συμφέροντα.
 
Έτσι, ο Κώστας Σημίτης μετατρεπόμενος, σε μεταγενέστερο οπαδό της ένταξης της Ελλάδας, στην ΕΟΚ και πολύ περισσότερο της ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη, ανέλαβε τον ρόλο (όπως και η συντριπτική πλειοψηφία της πασοκικής νομενκλατούρας) του εξυπηρετητή των συμφερόντων της γραφειοκρατίας των μεγάλων επιχειρήσεων, των μεγαλοαστών και της μπατιροτραπεζοκρατίας, σε βάρος της μεγίστης πλειοψηφίας των παραγωγικών συντελεστών της ελληνικής οικονομίας.
 
Βέβαια, δεν είναι λίγοι όσοι πιστεύουν ότι αυτή η ολοκληρωτική ανατροπή των θέσεων και των απόψεων του Κώστα Σημίτη είναι επιτρεπτή και θεμιτή. Οι άνθρωποι, λένε, δικαιούνται, μέσα στην διαδρομή του χρόνου, να αλλάζουν θέσεις και απόψεις. Ως εκ τούτου και οι πολιτικοί ταγοί μπορούν και αυτοί να αλλάζουν τις θέσεις και τις απόψεις τους.
 
Δεν διαφωνώ. Και οι πολιτικοί δικαιούνται να αλλάζουν θέσεις και απόψεις. Αλλά κρίνονται, γι' αυτό. Και κυρίως, κρίνονται, για την ορθοφροσύνη, την διορατικότητα και πάνω απ' όλα, για την ικανότητά τους να κάνουν τις επιτυχείς επιλογές, όσον αφορά τα στρατηγικής φύσεως, ζητήματα, που απασχολούν την κοινωνία, οι οποίες στρατηγικές επιλογές κρίνουν και την πορεία των κοινωνιών, στο μέλλον.
 
Δυστυχώς, για τον Κώστα Σημίτη, η αναμέτρησή του, με την Ιστορία, αποβαίνει, εις βάρος του. Και μάλιστα, συντριπτικά, εις βάρος του, επειδή απέτυχε, στις μεταγενέστερες στρατηγικές επιλογές, που έκανε, για την χώρα και την κοινωνία μας.  Αλλά απέτυχε, επίσης, διότι υπήρξε σωστός, στις αρχικές του θέσεις, για την μη ένταξη της Ελλάδας, στην ΕΟΚ, τις οποίες, αν και διατήρησε, για πολλά χρόνια, τις εγκατέλειψε, στην συνέχεια, για λόγους, που έχουν να κάνουν, με τον προσωπικό ωφελισμό του.
 
Η ένταξη της Ελλάδας, στην ΕΟΚ και πολύ περισσότερο, η ένταξη της χώρας, στην ευρωζώνη (που είναι έργο του Κώστα Σημίτη και των "εκσυγχρονιστών" του), υπήρξαν, όπως αποδεικνύει η ίδια η πραγματικότητα, καταστροφικές, για τον πληθυσμό της χώρας.
 
Αυτόν τον, από στρατηγικής απόψεως και διορατικότητας, αποτυχημένο πολιτικό ηγέτη, που αποτελεί έμβλημα του μίζερου ελληνικού "ευρωπαϊσμού", είναι, που ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, σκέπτεται (ανάμεσα σε άλλους) να προτείνει, για πρόεδρο του κράτους, με την λήξη της θητείας του σημερινού προέδρου Προκόπη Παυλόπουλου.
 
Είτε τον αναδείξουν πρόεδρο του κράτους, είτε όχι, ο Κώστας Σημίτης αποτελεί εμβληματική φυσιογνωμία της συστημικής ανικανότητας, που διακατέχει το σύνολο της ελληνικής πολιτικοοικονομικής και κοινωνικής ελίτ και εξέχον δείγμα του ελλείμματος ηγεσίας της ελίτ αυτής, όσον αφορά την διαδικασία λήψης ορθολογικών στρατηγικών αποφάσεων, που σχετίζονται, με την τύχη της κοινωνίας μας.
 
Και αυτό είναι χρήσιμο να επισημαίνεται. Διότι, σε αυτήν την χώρα, δεν είμαστε όλοι αμνήμονες. Κάθε άλλο...