Η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, με τον Ν. 4623/2019, ο οποίος ψηφίστηκε, πριν λίγες ημέρες και που είναι μία από τις πρώτες ενέργειες της κυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας, πρόκειται να μας απασχολήσει, στο σημερινό δημοσίευμα. Φυσικά, η πράξη αυτή, που αποτελούσε μια προεκλογική δέσμευση του κυβερνητικού κόμματος, δεν έχει κάποια ουσιαστική βαρύτητα, αφού δεν αποτελεί ένα, έστω και μικρό, πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Παρ' ολα αυτά, όμως, η κατάργηση του πανεπιστημικού ασύλου έχει ένα καίριο επικοινωνιακό/προπαγανδιστικό νόημα, στον βαθμό, που βρίσκει την αποδοχή της πλειοψηφίας των πολιτών, οι οποίοι έχουν οδηγηθεί, από την προπαγανδιστική καταιγίδα της εντόπιας συντηρητικής ελίτ, στο συμπέρασμα ότι το πανεπιστημιακό άσυλο έχει ταυτισθεί, με, άνευ αιτίας, ταραχοποιές ομάδες και την αποκαλούμενη, ως ανομία.
 
Το να πούμε ότι αυτό το συμπέρασμα είναι λάθος αποτελεί μια εύκολη επιλογή, όμως, αυτή η διαπίστωση δεν είναι επαρκής, διότι δεν αντιμετωπίζει την ουσία του προβλήματος και δεν μπορεί να πείσει μια κοινωνία, την οποία, ούτως, ή άλλως, δεν την απασχολεί το θέμα του πανεπιστημιακού ασύλου, αφού αυτό, στην μεγίστη πλειοψηφία της, δεν την αγγίζει και δεν την αφορά. Πολύ περισσότερο, μάλιστα, στον βαθμό, που αυτή έχει οδηγηθεί, στο να συντηρητικοποιηθεί, εξ αιτίας της παταγώδους αποτυχίας και της ουσιαστικής άρνησης της απελθούσας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ να αλλάξει την φορά των πραγμάτων, μετά την ελληνική χρεωκοπία του 2010 και την βαθιά οικονομική κρίση, στα χρόνια που ακολούθησαν.
 
Έτσι, η εκπλήρωση αυτού του ελάσσονος προεκλογικού συνθήματος της Νέας Δημοκρατίας αποτελεί μια εύκολη, ανέξοδη, επωφελής και ως εκ τούτου αναμενόμενη πράξη της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν λάβουμε υπόψη μας ότι, η κυβέρνηση αυτή δεν μπορεί να κάνει τίποτε το ουσιώδες, όσον αφορά τα πραγματικά ζητήματα, τα οποία έχουν να κάνουν με την ελληνική κοινωνία και τα οποία αποτελούν, αφ' ενός μεν, οι μνημονιακές υποχρεώσεις, που έχει αφήσει πίσω της η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, με την συνομολόγηση, με τους ευρωθεσμικούς δανειστές, του "ντροπαλού" 4ου Μνημονίου, το οποίο οι συντάκτες του προτίμησαν, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, να το ονοματίσουν διαφορετικά (ως "Πρόγραμμα Μεταμνημονιακής Παρακολούθησης") και όχι με το πραγματικό όνομά του και αφ' ετέρου, δε, η καθημερινή διαχείριση της ελληνικής οικονομίας, η οποία, όπως προκύπτει, από τα υπάρχοντα στοιχεία, πάει, από το κακό, στο χειρότερο.
 
Όμως, πέρα από τον προπαγανδιστικό της χαρακτήρα, η κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου αποτελεί μια συγκεκριμένη ιδεολογική και - κυρίως - πολιτική επιλογή της νέας συντηρητικής κυβέρνησης, η οποία αποσκοπεί, στην, περίπου, απόλυτη ενίσχυση των ενδοπανεπιστημιακών εξουσιών του καθηγητικού κατεστημένου, έναντι του φοιτητικού χώρου και στον έλεγχο της διακίνησης (και φυσικά, της απόπειρας υλοποίησης) των μη αρεστών ιδεών εντός των πανεπιστημιακών χώρων. Αυτό είναι που έχει σημασία. Και αυτό είναι εκείνο, με το οποίο θα ασχοληθούμε, στο παρόν κείμενο.
 
Βέβαια, η ταύτιση της αποκαλούμενης, ως ανομίας, με το πανεπιστημιακό άσυλο, εξ αιτίας της δράσης διάφορων αντιεξουσιαστικών και άλλων ομάδων, μέσα και έξω από τα πανεπιστήμια, με επίκεντρο το Πολυτεχνείο και τα Εξάρχεια, είναι και αυτή ένα εύκολο καταφύγιο, στην αναπτυσσόμενη προπαγανδιστική επιχειρηματολογία της νέας κυβέρνησης, που προέκυψε, από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, αλλά δεν είναι αυτή η ουσία της υπόθεσης της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, ακόμη και όταν η επιχειρηματολογία της σύγχρονης ελληνικής δεξιάς (αλλά και του εκφυλισμένου ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, που πρώτος αυτός, με υπουργό Παιδείας την Άννα Διαμαντοπούλου, κατάργησαν το πανεπιστημιακό άσυλο, που θέσπισε, με τον Ν. 1268/1982, η πρώτη κυβέρνηση του πατέρα του, του Ανδρέα Παπανδρέου) στηρίζεται, σε πραγματικά δεδομένα, που έχουν να κάνουν με την χρήση του πανεπιστημιακού ασύλου, από εξωπανεπιστημιακές ομάδες, με στόχους και σκοπούς, οι οποίοι ουδεμία σχέση έχουν με τις πανεπιστημιακές δραστηριότητες και τα οποία μπορούν να αντιμετωπισθούν, χωρίς την κατάργησή του.
 
Και εδώ ερχόμαστε, στην ουσία του προβλήματος της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου, αφού, με την κατάργησή του και την επαπειλούμενη χρήση της αστυνομίας (και όχι, μόνον), ως ένοπλων τμημάτων του κράτους, με σκοπό την καταστολή του πραγματικού και του υποτιθέμενου εγκλήματος, εντός των πανεπιστημιακών χώρων, αυτό, που στην πραγματικότητα, συμβαίνει, αφού η αστυνομία, ως κρατικό όργανο δεν έχει την δική της αυτοτελή βούληση και απλώς εκφράζει την κυβερνητική βούληση, για την άσκηση της πολιτικής, μέσα στα πανεπιστήμια, είναι ότι το πανεπιστημιακό άσυλο καταργείται, προκειμένου να ασκηθεί, ευχερώς και ανεμπόδιστα, η κυβερνητική πολιτική, έτσι όπως αυτή ορίζεται, από τους, παραπάνω, εικονιζόμενους, τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και την υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως , σήμερα και από τους διαδόχους τους, στο απώτερο μέλλον.
 
Αλλά δεν είναι, μόνο, η κυβέρνηση και η άσκηση της πανεπιστημιακής πολιτικής της, που ευνοούνται, από την νέα νομοθετική ρύθμιση, με την οποία καταργείται το πανεπιστημιακό άσυλο. Μαζύ με την κυβέρνηση, είναι και το καθηγητικό κατεστημένο, που, καταφανώς, ευνοείται, από την σχετική ρύθμιση του Ν. 4623/2019, αφού, υπό την σπάθη του χαρακτηρισμού διάφορων  πράξεων μεμονωμένων φοιτητών, καθώς και διάφορων μερίδων του φοιτητικού χώρου, ως έκνομων ενεργειών, το καθηγητικό κατεστημένο θα καλεί την αστυνομία να επέμβει, προκειμένου να καταστείλει τις πράξεις αυτές.
 
Και αν οι αποκαλούμενες ως έκνομες πράξεις προέρχονται, από εξωπανεπιστημιακούς, ή από φοιτητές και έχουν ένα, καθαρά, ποινικό περιεχόμενο, χωρίς να σχετίζονται, με την διακίνηση των ιδεών και τον επιστημονικό διάλογο, η κλήση της αστυνομίας έχει ένα ουσιαστικό νόημα, όμως, εάν, οι χαρακτηριζόμενες, από το καθηγητικό κατεστημένο, ως πράξεις ποινικού περιεχομένου, αφορούν την διακίνηση των ιδεών, τον επιστημονικό διάλογο καθηγητών, με φοιτητές, ως άτομα, ή μερίδες, καθώς και την επιστημονική έρευνα και την οργάνωση και την διοίκηση των πανεπιστημίων, τότε η πρόσκληση, στις αστυνομικές δυνάμεις να επέμβουν, για την "αποκατάσταση της διασαλευθείσης τάξεως", είναι, όχι μόνο περιττή, αλλά, επικίνδυνη και καταφανώς, αντισυνταγματική (το ότι είναι και αντιδεοντολογική, είναι το λιγότερο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει να επισημανθεί).
 
Στις περιπτώσεις αυτές, που η ενδοπανεπιστημιακή διαφωνία, ανάμεσα, στους καθηγητές και τους φοιτητές ποινικοποιείται, η αστυνομία πρόκειται να χρησιμοποιηθεί, από το καθηγητικό κατεστημένο και την κυβέρνηση, ως μη ώφειλε, σαν εργαλείο, για την επιβολή κάποιων συγκεκριμένων, κατά περίπτωση, απόψεων, εις βάρος κάποιων άλλων, ακόμη και όταν αυτές οι άλλες απόψεις τυχαίνει να είναι αντιεπιστημονικές, ή εσφαλμένες.
 
Εδώ είναι που εντοπίζεται η ουσία και ο σκληρός πυρήνας της κατάργησης του πανεπιστημιακού ασύλου. Αυτός είναι ο επιδιωκόμενος στόχος και ο σκοπός της νέας νομοθετικής ρύθμισης, που αφήνει τον φοιτητικό χώρο έρμαιο, στις διαθέσεις της κυβέρνησης και στην άσκηση της αυταρχικής εξουσίας των καθηγητών.
 
Όταν αναπτύσσω αυτό το επιχείρημα, σε - όχι λίγους - φίλους και γνωστούς μου, αυτό, που αντιμετωπίζω είναι, τουλάχιστον, μια δυσπιστία, ή μια άρνηση, στο να πεισθούν ότι, με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, οι εξελίξεις θα ακολουθήσουν αυτή την κατεύθυνση. Είναι γεγονός ότι η κυβερνητική επιχειρηματολογία, η οποία προπαγανδιστικά, εμμένει, στον τονισμό της πάταξης της αποκαλούμενης, ως ανομίας, στους πανεπιστημιακούς χώρους, έχει ριζώσει, στα μυαλά πάρα πολλών πολιτών, αλλά το πρόβλημα δεν εξαντλείται, σε αυτό το σημείο, που επισημαίνουν οι συντηρητικοί. Δεν είναι αυτή η ουσία της όλης υπόθεσης.
 
Για να αντιληφθούμε, περί τίνος πρόκειται, πρέπει να δούμε το τί μπορεί να συμβεί, όταν προκύψει κάποια διαφωνία, ανάμεσα στους καθηγητές και τους φοιτητές, επί των αντικειμένων των μαθημάτων, που διδάσκονται, στα πανεπιστήμια, ιδίως, στην περίπτωση, που οι καθηγητές δεν μπορέσουν και δεν θελήσουν - συνήθως, από προσωπική ανεπάρκεια και ανικανότητα - να ενσωματώσουν τις διαφωνίες μερίδων φοιτητών, μέσα στα πλαίσια του μαθήματος και της δικής τους εισήγησης, προς τους διδασκόμενους.
 
Αυτές οι διαφωνίες, που, συνήθως, προκύπτουν, στα μαθήματα των κοινωνικών επιστημών (αλλά όχι, μόνο, σε αυτά) μπορούν, με τους κατάλληλους χειρισμούς των διδασκόντων να ενσωματωθούν, μέσα στα πλαίσια των μαθημάτων και να παραμείνουν, ως έχουν, εάν η μία πλευρά δεν πείσει την άλλη, με την αποδοχή της αντίθετης άποψης, από αυτήν που εκφράζουν οι καθηγητές, ως μιας άλλης άποψης, η οποία, σύμφωνα με την όποια τεκμηρίωσή της, μπορεί να προσδιορισθεί, ως εναλλακτική αυτής των καθηγητών, χωρίς, παραπέρα, οξύνσεις.  
 
Δυστυχώς, πολλές φορές αυτό δεν συμβαίνει, όπως μας έχουν δείξει οι περιπτώσεις του αναπληρωτή καθηγητή του Διεθνούς Δικαίου και της Εξωτερικής Πολιτικής Άγγελου Συρίγου και της καθηγήτριας Ιστορίας Μαρίας Ευθυμίου, που ενεπλάκησαν, σε οξείες αντιπαραθέσεις, με ομάδες φοιτητών, οι οποίες διαφωνούσαν, με τις απόψεις τους. 
 
Ο Άγγελος Συρίγος (ο οποίος, τώρα, έχει εκλεγεί βουλευτής, με την Νέα Δημοκρατία), στις 15 Φεβρουαρίου 2017 δέχθηκε επίθεση από τρεις νεαρούς στο Πάντειο και οδηγήθηκε, με σοβαρούς τραυματισμούς, σε νοσοκομείο. Οι δύο, εκ των δραστών, καταδικάστηκαν σε ένα χρόνο φυλακής με αναστολή για επικίνδυνη σωματική βλάβη, ο ένας, ενώ ο άλλος καταδικάστηκε, σε 18 μήνες, χωρίς αναστολή. Το περιστατικό αυτό είναι σαφές ότι προέκυψε, λόγω των διαφωνιών του, με μια ομάδα φοιτητών του, πάνω στο αντικείμενο του διδασκόμενου μαθήματος.
 
Η Μαρία Ευθυμίου (η οποία είναι αδελφή του πρώην υπουργού Παιδείας Πέτρου Ευθυμίου, στις κυβερνήσεις του Κώστα Σημίτη) τον Ιούνιο του 2019, βρέθηκε αντιμέτωπη με μια αναρχική ομάδα φοιτητών της και θεώρησε ότι απειλήθηκε όταν η ομάδα αυτή της είπε ότι «θα τους βρει απέναντί της», ενώ, παράλληλα, μέλη της έγραψαν συνθήματα, στα γραφεία καθηγητών της σχολής και διένειμαν κείμενο εναντίον της καθηγήτριας, στο οποίο της καταλόγισαν ιδεολογική μεροληψία. Η Μαρία Ευθυμίου θεώρησε, ως απειλή, τα παραπάνω και δημοσιοποίησε μια απάντηση, η οποία κυκλοφόρησε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λέγοντας πως αυτές οι ενέργειες δεν την φοβίζουν.
 
Στην πραγματικότητα, αυτό που συνέβη, είναι ότι οι καθηγητές δεν θέλησαν και δεν μπόρεσαν να ενσωματώσουν τις εκφρασμένες διαφωνίες των φοιτητών τους, στην διδασκόμενη ύλη των μαθημάτων, που δίδασκαν, αν και αυτή η διδακτική επιστημονική διαδικασία ενσωμάτωσης των διαφωνιών των φοιτητών, στο διδασκόμενο μάθημα, ως αντεισηγήσεις, στις αντίστοιχες εισηγήσεις των καθηγητών, αποτελεί επιστημονική υποχρέωσή τους, είναι απαραίτητο στοιχείο της επιστημονικής τους επάρκειας και αξίας.
 
Έτσι, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι οι ανωτέρω απέτυχαν να ενεργήσουν, όπως θα έπρεπε και όπως είναι δόκιμο να ενεργήσουν, ως καθηγητές. Αυτή είναι η αλήθεια. Και αυτή τους η αποτυχία οδήγησε, στην όξυνση των πραγμάτων, ως μη όφειλε.
 
Με αυτόν τον τρόπο, οι συγκεκριμένοι καθηγητές, ως κλασικοί εκπρόσωποι του συντηρητικού καθηγητικού κατεστημένου λειτούργησαν περισσότερο, ως εξουσιαστές, ex cathedra, καθηγητές και λιγότερο - πολύ λιγότερο -, ως ουσιαστικοί διδάσκαλοι. Βέβαια, αυτή η διαπίστωση δεν δικαιολογεί την ασκηθείσα βία, στην περίπτωση του Άγγελου Συρίγου (στην περίπτωση της Μαρίας Ευθυμίου, εξ όσων δημοσιοποιήθηκαν, δεν υπήρξε χρήση βίας, ούτε απειλής), αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία της υπόθεσης.
 
Όμως, πέρα από τα παραπάνω, υπάρχουν και άλλες περιπτώσεις, στις οποίες η εμπλοκή της αστυνομίας, ως οργάνου καταστολής, εντός των πανεπιστημιακών χώρων, είναι επικίνδυνη και φυσικά, πρέπει να αποτραπεί.
 
Μία εξ αυτών των περιπτώσεων αφορά τα μέσα πάλης του φοιτητικού χώρου (ως συνόλου, ή μερίδων των φοιτητών), προκειμένου να αντιμετωπισθεί η καθηγητική αυθαιρεσία, η ανεπάρκεια των καθηγητών, ή για να αντιμετωπισθούν οι ελλείψεις, στην υποδομή των μαθημάτων, αλλά και στο ίδιο το περιεχόμενο των μαθημάτων αυτών. Ένα σύνηθες μέσο, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών, είναι η κατάληψη πανεπιστημιακών χώρων, προκειμένου να πιεσθεί η πανεπιστημιακή εξουσία και να δώσεις τις απαραίτητες, κάθε φορά, λύσεις.
 
Με την κατάργηση του πανεπιστημισκού ασύλου, η πράξη της κατάληψης μιας πανεπιστημιακής σχολής, ή ενός γραφείου καθηγητή, μένει ακάλυπτη και ως πράξη που εκφεύγει της νομιμότητας, δίνει το δικαίωμα, στην αστυνομία (δηλαδή στην κυβέρνηση) να την καταστείλει, χωρίς να δώσει λόγο, σε κανέναν. Και το κυριότερο είναι ότι αυτό θα γίνει, χωρίς να αλλάξουν τα πράγματα, ως προς τις αιτίες, που προξένησαν αυτές τις αντιδράσεις των φοιτητών.
 
Υπάρχει κάτι ακόμη, που πρέπει να επισημανθεί. Με την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, ποινικοποιείται, ακόμη και η αναγραφή συνθημάτων στους τοίχους, όπως και η αφισοκόλληση, που αποτελούν κλασικά μέσα, για την διάδοση των ιδεών, μέσα στα πανεπιστήμια. Έτσι, για ό,τι δεν είναι αρεστό, στο καθηγητικό κατεστημένο και την κυβέρνηση, η αστυνομία θα επεμβαίνει, προκειμένου να καταστέλεται και έτσι να εμποδίζεται - έως και να καταργείται - η ελεύθερη διακίνηση των μη αρεστών και μη επιθυμητών ιδεών διαφόρων μειοψηφιών, εντός των πανεπιστημιακών χώρων.
 
Αυτή είναι η πραγματική στόχευση των συντηρητικών, που κυβερνούν την χώρα, σήμερα και αυτή την στόχευση εξυπηρετούν οι πολλοί και ποικίλοι φιλοκυβερνητικοί αρθρογράφοι (ο Σάκης Μουμτζής, ως νεοφώτιστος πρώην αριστερός, είναι ένας εξ αυτών), μιλώντας, για "βάψιμο των τοίχων" των πανεπιστημίων και διάφορα άλλα ευτράπελα, τα οποία, όμως, είναι και πολύ σοβαρά. 
 
Και αυτή η στόχευση δεν πρέπει να μας ξεφεύγει, με την παρατήρηση ότι δεν είναι απίθανο οι απώτερες μέλλουσες εξελίξεις, στους πανεπιστημιακούς χώρους, να οδηγήσουν, σε μια νέα Σορβόννη, ή σε μια νέα Τιέν Ανμεν.