Πολλοί (πρώην) κνίτες, στο φωτογραφικό πανόραμα. Πάρα πολλοί (πλην του Πάνου Καμμένου)...
 
 
 
 
 
 
 
Πολλή σκόνη έχει σηκωθεί, αυτές τις ημέρες, για την υπόθεση των εγκλήσεων, που εκκρεμούν, στην βουλή, κατά του πρώην υπουργού αναπληρωτή Υγείας της απελθούσας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ Παύλου Πολάκη και την διαδικασία, που πρέπει να ακολουθηθεί, για την δικαστική παραπομπή του (ή μη) και για το ποιός είναι, εν προκειμένω, ο φυσικός δικαστής του πρώην υπουργού.
 
Όπως είναι γνωστό, ο Παύλος Πολάκης έχει μηνυθεί, από τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (και πρώην υπουργό Οικονομικών της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων) Γιάννη Στουρνάρα, για την - πραγματική, ή υποτιθέμενη - παράνομη μαγνητοφώνηση μιας τηλεφωνικής συνομιλίας, που έγινε μεταξύ τους, για την υπόθεση ενός τραπεζικού δανείου, που έχει λάβει ο πρώην υπουργός, όπως επίσης έχει μηνυθεί, από τον πρώην πρόεδρο του σωματείου εργαζομένων στο ΚΕΕΛΠΝΟ (και υποψήφιο βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, ο οποίος, όμως, δεν εξελέγη) Σταμάτη Πουλή, για συκοφαντική δυσφήμιση, με αφορμή όσα του καταλόγισε ο πρώην υπουργός, για την - πραγματική ή υποτιθέμενη - εμπλοκή του, στην υπόθεση των παρανομιών, στο ΚΕΕΛΠΝΟ, για την οποία εκκρεμεί σχετική δικογραφία.
 
Λιγότερη σκόνη έχει σηκώσει η υπόθεση της μήνυσης, που έχει υποβάλει ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, σε βάρος του πρώην υπουργού Άμυνας Πάνου Καμμένου, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η υπόθεση αυτή είναι λιγότερο σημαντική, από τις προηγούμενες.
 
Η υπόθεση της μήνυσης του Νίκου Κοτζιά είναι περισσότερο σημαντική. Και μάλιστα, πολύ περισσότερο σημαντική, διότι αφορά τις κατηγορίες, που ο Πάνος Καμμένος απηύθυνε, στον πρώην ΥΠΕΞ, ενώπιον του υπουργικού συμβουλίου, αλλά και μετά από αυτό, για την μυστική χρηματοδότηση, μέσω μιας εταιρείας του Αμερικανού μεγαλοεπιχειρηματία George Soros, μέσων μαζικής ενημέρωσης και πολιτικών της πΓΔΜ, προκειμένου να βοηθηθεί η υπερψήφιση της Συμφωνίας των Πρεσπών, από την βουλή της γειτονικής χώρας.
 
Περιττό να πούμε ότι (σχεδόν), σε όλες αυτές τις υποθέσεις - και συγκεκριμένα, στις δύο από τις τρεις -, η Νέα Δημοκρατία τα έχει κάνει σκατά. Μάλιστα, είναι πιθανό (για μένα είναι, περίπου, βέβαιο) να τα έχει κάνει, σκοπίμως, σκατά.
 
Και για να είμαστε, ακόμη πιο ακριβείς, η τυπική ευθύνη, για όσα γίνονται, με έναν σαφή παρασυνταγματικό τρόπο, δεν ανήκει, στον πρωθυπουργό, ο οποίος δεν προϊσταται της βουλής. Ανήκει, στον πρόεδρο της βουλής Κώστα Τασούλα και, στον β' αντιπρόεδρο του σώματος και πρόεδρο της επιτροπής δεοντολογίας της βουλής Χαράλαμπο Αθανασίου, ο οποίος υπήρξε δικαστικός και πρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων. Αυτοί είναι υπεύθυνοι, για όσα συμβαίνουν, ως προς τον χειρισμό των υποθέσεων αυτών και σε αυτούς ανήκει ο ψόγος.
 
Εδώ, δεν έχω καμμία διάθεση να εμπλακώ, στο πολιτικό παιχνίδι, που κάνει το κυβερνητικό κόμμα, ούτε και στο αντίστοιχο πολιτικό παιχνίδι, που έχει αρχίσει να κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ (του οποίου το έργο, πρέπει να πούμε ότι γίνεται πολύ εύκολο, από τους χειρισμούς της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας, η οποία, με τις επιχειρούμενες πράξεις της, οδεύει, στο να αναδείξει, ως "ήρωα", τον Παύλο Πολάκη και μάλιστα, χωρίς κόπο). Μακριά, από εμένα αυτού του είδους οι πειρασμοί.
 
Όχι, βέβαια, ότι δεν υπάρχουν, άλλου είδους, πειρασμοί, σε αυτές τις υποθέσεις και τους χειρισμούς τους. Υπάρχουν και είναι αυτοί οι, άλλου είδους, πειρασμοί, που με ελκύουν, προκειμένου να γράψω αυτό το κείμενο. Και οι πειρασμοί αυτοί αφορούν την παρασυνταγματική πρακτική, που εγκαινιάζει η Νέα Δημοκρατία, στην πολιτκή της αντιπαράθεση, με την αξιωματική αντιπολίτευση. Και αυτό συμβαίνει, επειδή, όταν ακολουθούνται τέτοιες πρακτικές, με το "καλημέρα" μιας νέας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας και μιας νέας κυβέρνησης, οι οιωνοί είναι κακοί. Πολύ κακοί. Πάρα πολύ κακοί.   
 
 
 
 
 
 
 
(Όχι, βέβαια, ότι οι παρασυνταγματικές πρακτικές είναι κάτι το νέο, στο νεοαποικιακό καθεστώς της νομιζόμενης δημοκρατίας, που έχουν επιβάλλει, από την εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας, του Απριλίου του 2010 και έως τον παρόντα και τον μελλούμενο χρόνο, οι ευρωθεσμικοί δανειστές και το εντόπιο αστικό και κομμουνιστογενές πολιτικό προσωπικό. Κάθε άλλο. Οι παρασυνταγματικές αυτές πρακτικές είναι συνήθεις όλα αυτά τα χρόνια και απεικονίζονται, στην καταιγιστική λαίλαπα των μνημονιακών διατάξεων της παρασυνταγματικής νομοθεσίας, που έχει επιβληθεί, στον πληθυσμό της χώρας μας. Θυμάμαι, μάλιστα, τον, παραπάνω, εικονιζόμενο Χαράλαμπο Αθανασίου, ως πρόεδρο της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων να ξιφουλκεί, κατά του πρώτου Μνημονίου, στα τέλη Οκτωβρίου του 2011, λίγες ημέρες πριν πέσει η κυβέρνηση του ΓΑΠ, λέγοντας ότι η "χώρα μας βρίσκεται, υπό δημοσιονομική Κατοχή", την οποία όμως, ο ίδιος, χωρίς κανένα πρόβλημα, υπηρέτησε, ως υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά. Όμως, η επισήμανση και αυτών των υποτιθέμενων ως δευτερευουσών παρασυνταγματικών πρακτικών δεν στερείται αξίας. Έχει την δική της αυτοτελή αξία, η οποία πρέπει να επισημαίνεται. Ιδίως, μάλιστα, όταν έχουμε να κάνουμε, με δικαστικές εκκρεμότητες και υποθέσεις, σαν αυτή του Νίκου Κοτζιά και του Πάνου Καμμένου).
 
Ας έλθουμε, όμως, στο προκείμενο και ας επισημάνουμε ότι το ουσιαστικό πρόβλημα, σε αυτές τις δικαστικές υποθέσεις, που αφορούν τους πρώην υπουργούς των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, Πάνο Καμμένο, Νίκο Κοτζιά και Παύλο Πολάκη, είναι διαδικαστικό. Δεν αφορά το εάν πρέπει να ακολουθηθεί η δικαστική οδός, στην περίπτωσή τους. Αυτό είναι δεδομένο. Οι υποθέσεις αυτές πρέπει να αξιολογηθούν δικαστικά. Αυτό δεν αμφισβητείται. Το πρόβλημα εντοπίζεται, στο, εάν αυτές οι δικαστικές υποθέσεις των πρώην υπουργών πρέπει να παραπεμφθούν, στα τακτικά δικαστήρια, ή στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος.
 
Το πρόβλημα, σε αυτές τις υποθέσεις, εντοπίζεται, στο ποιά είναι η δικαστική οδός που πρέπει να ακολουθηθεί, στις περιπτώσεις αυτές. Και αυτό συμβαίνει επειδή οι εγκαλούμενοι πολιτικοί (Πάνος Καμμένος και Παύλος Πολάκης) ήσαν υπουργοί, τότε, που έπραξαν όσα καταγγέλονται ότι έπραξαν. Ο Παύλος Πολάκης, μάλιστα, είναι σαφέστατος, σε όσα απαντά, για τον διαδικαστικό χειρισμό των υποθέσεων των μηνύσεων του Γιάννη Στουρνάρα και του Κώστα Πουλή, που τον αφορούν. Ισχυρίζεται ότι δεν πρέπει να ακολουθηθεί, η κοινοβουλευτική διαδικασία της άρσης της βουλευτικής του ασυλίας και της παραπομπής του (ή μη), στην γενική δικαιοδοσία του κλασικού δικαστικού συστήματος, που προωθεί το προεδρείο της βουλής, αλλά ότι πρέπει να ακολουθηθεί και στις δύο αυτές υποθέσεις, η άλλη κοινοβουλευτική και δικαστική διαδικασία της παραπομπής του, με τις ειδικές διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος, περί ευθύνης υπουργών, στο αρμόδιο να τον δικάσει, Ειδικό Δικαστήριο, διότι όταν τέλεσε τις καταγγελόμενες, ως παράνομες πράξεις ήταν υπουργός και έπραξε όσα έπραξε, κατά την τέλεση των καθηκόντων του, ως υπουργός και εξ αιτίας αυτής του της ιδιότητας.
 
Με λίγα λόγια, ο Παύλος Πολάκης λέει (ή υποκρίνεται) ότι δεν αρνείται να δικαστεί. Λέει ότι πρέπει να δικαστεί, σύμφωνα με άλλη δικαστική διαδικασία, από αυτήν, που επιλέγει η παρούσα κοινοβουλετική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας, η οποία, βέβαια, θα μπορούσε (και μπορεί) να επιλέξει να ακολουθήσει την διαδικασία της παραπομπής του πρώην υπουργού, στο Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος, σχηματίζοντας την απαιτούμενη ειδική κοινοβουλευτική προκαταρκτική επιτροπή, ύστερα από πρόταση, τουλάχιστον, 30 βουλευτών. Για να μπορέσουν οι αναγνώστες να αντιληφθούν, περί τίνος πρόκειται, είναι απαραίτητο να δούμε το τί λέει το άρθρο 86, για την την αρμοδιότητα άσκησης δίωξης κατά όσων είναι, ή διετέλεσαν υπουργοί, για ποινικά αδικήματα, που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. 
 
Ας το δούμε :
 
 
Άρθρο 86
 
1. Μόνο η Βουλή έχει την αρμοδιότητα να ασκεί δίωξη κατά όσων διατελούν ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για ποινικά αδικήματα που τέλεσαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, όπως νόμος ορίζει. Απαγορεύεται η θέσπιση ιδιώνυμων υπουργικών αδικημάτων.
 
2. Δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά των προσώπων και για τα αδικήματα που αναφέρονται στην παράγραφο 1 δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής κατά την παράγραφο3. Αν στο πλαίσιο άλλης ανάκρισης, προανάκρισης, προκαταρκτικής εξέτασης ή διοικητικής εξέτασης προκύψουν στοιχεία, τα οποία σχετίζονται με τα πρόσωπα και τα αδικήματα της προηγούμενης παραγράφου, αυτά διαβιβάζονται αμελλητί στη Βουλή από αυτόν που ενεργεί την ανάκριση, προανάκριση ή εξέταση.
 
3. Πρόταση άσκησης δίωξης υποβάλλεται από τριάντα τουλάχιστον βουλευτές. Η Βουλή, με απόφασή της που λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών, συγκροτεί ειδική κοινοβουλευτική επιτροπή για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης, διαφορετικά, η πρόταση απορρίπτεται ως προδήλως αβάσιμη. Το πόρισμα της επιτροπής του προηγούμενου εδαφίου εισάγεται στην Oλομέλεια της Βουλής η οποία αποφασίζει για την άσκηση ή μη δίωξης. Η σχετική απόφαση λαμβάνεται με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των βουλευτών.
 
Η Βουλή μπορεί να ασκήσει την κατά την παράγραφο 1 αρμοδιότητά της μέχρι το πέρας της δεύτερης τακτικής συνόδου της βουλευτικής περιόδου που αρχίζει μετά την τέλεση του αδικήματος. Με τη διαδικασία και την πλειοψηφία του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής η Βουλή μπορεί οποτεδήποτε να ανακαλεί την απόφασή της ή να αναστέλλει τη δίωξη, την προδικασία ή την κύρια διαδικασία.
 
4. Αρμόδιο για την εκδίκαση των σχετικών υποθέσεων σε πρώτο και τελευταίο βαθμό είναι, ως ανώτατο δικαστήριο, Ειδικό Δικαστήριο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από έξι μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και επτά μέλη του Αρείου Πάγου. Τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου κληρώνονται, μετά την άσκηση δίωξης, από τον Πρόεδρο της Βουλής σε δημόσια συνεδρίαση της Βουλής, μεταξύ των μελών των δύο ανώτατων αυτών δικαστηρίων, που έχουν διορισθεί ή προαχθεί στο βαθμό που κατέχουν πριν από την υποβολή πρότασης για άσκηση δίωξης. Του Ειδικού Δικαστηρίου προεδρεύει ο ανώτερος σε βαθμό από τα μέλη του Αρείου Πάγου που κληρώθηκαν και μεταξύ ομοιόβαθμων ο αρχαιότερος.
 
Στο πλαίσιο του Ειδικού Δικαστηρίου της παραγράφου αυτής λειτουργεί Δικαστικό Συμβούλιο που συγκροτείται για κάθε υπόθεση από δύο μέλη του Συμβουλίου της Επικρατείας και τρία μέλη του Αρείου Πάγου. Τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου δεν μπορεί να είναι και μέλη του Ειδικού Δικαστηρίου. Με απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου ορίζεται ένα από τα μέλη του που ανήκει στον Άρειο Πάγο ως ανακριτής. Η προδικασία λήγει με την έκδοση βουλεύματος. Καθήκοντα εισαγγελέα στο Ειδικό Δικαστήριο και στο Δικαστικό Συμβούλιο της παραγράφου αυτής ασκεί μέλος της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου που κληρώνεται μαζί με τον αναπληρωτή του. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παραγράφου αυτής εφαρμόζονται και για τα μέλη του Δικαστικού Συμβουλίου ενώ το δεύτερο εδάφιο και για τον εισαγγελέα.  Σε περίπτωση παραπομπής προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, ενώπιον του Ειδικού Δικαστηρίου συμπαραπέμπονται και οι τυχόν συμμέτοχοι, όπως νόμος ορίζει.
 
5. Αν για οποιονδήποτε άλλο λόγο, στον οποίο περιλαμβάνεται και η παραγραφή, δεν περατωθεί η διαδικασία που αφορά δίωξη κατά προσώπου που είναι ή διετέλεσε μέλος της Κυβέρνησης ή Υφυπουργός, η Βουλή μπορεί, ύστερα από αίτηση του ίδιου ή των κληρονόμων του, να συστήσει ειδική επιτροπή στην οποία μπορούν να μετέχουν και ανώτατοι δικαστικοί λειτουργοί για τον έλεγχο της κατηγορίας.
 
 
Νομίζω ότι οι παράγραφοι 1, έως 3, του άρθρου 86 του Συντάγματος ξεκαθαρίζουν, πλήρως, τα πράγματα. Τα ποινικά αδικήματα των πρώην και των εν ενεργεία, υπουργών και των υφυπουργών, που τελούνται, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, βρίσκονται, στην αποκλειστική αρμοδιότητα της βουλής, η οποία - αυτή και μόνον αυτή και ουδείς άλλος - δικαιούται και υποχρεούται να ασκεί την σχετική ποινική δίωξη.
 
Το κλειδί, σε όλες αυτές τις δικαστικές εκκρεμότητες, που αφορούν τον Πάνο Καμμένο και τον Παύλο Πολάκη (και σε όσες άλλες ανάλογες πρόκειται να προκύψουν - και θα προκύψουν -, στο μέλλον), βρίσκεται, στο, εάν οι δύο εγκαλούμενοι υπουργοί τέλεσαν τις καταγγελόμενες, ως παράνομες πράξεις, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση, ακολουθείται η κοινοβουλευτική και δικαστική διαδικασία, που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος και ο σχετικός νόμος, ενώ, στην δεύτερη περίπτωση, που το αδίκημα δεν έχει διαπραχθεί κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, ως υπουργών, οι σχετικές υποθέσεις παραπέμπονται, στα τακτικά δικαστήρια.
 
Αν εξετάσουμε, μία - μία, τις εγκλήσεις των καταγγελόντων τους πρώην υπουργούς Πάνο Καμμένο και Παύλο Πολάκη μπορούμε, εύκολα, να καταλήξουμε, στα πρέποντα συμπεράσματα, για κάθε μία από αυτές.
 
Αυτή η υπόθεση, που, για μένα, είναι η, απείρως, σημαντικότερη όλων, αφορά την μήνυση του Νίκου Κοτζιά, κατά του Πάνου Καμμένου και τούτο, επειδή αυτή η μήνυση αφορά το σκοτεινό παρασκήνιο της Συμφωνίας των Πρεσπών, αφού ο Πάνος Καμμένος, όπως έχει, δημοσίως, πει ο ίδιος ο εμφανιζόμενος, ως παθών, πρώην υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς, τον κατήγγειλε, στο υπουργικό συμβούλιο, που συνεδρίαζε, υπό τον, τότε, πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα, για δωροληψία από τον George Soros και ως διακινητή του προϊόντος της δωροληψίας, σε ΜΜΕ της FYROM, αλλά και σε πολιτικούς της χώρας αυτής, προκειμένου η "μακεδονική" βουλή να ψηφίσει την Συμφωνία των Πρεσπών.
 
Όπως γίνεται, εύκολα, κατανοητό, όσα υποτίθεται ότι, παρανόμως, έπραξε ο, τότε, υπουργός Άμυνας Πάνος Καμμένος, κατά του, τότε, υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, τα έπραξε, κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του. Δεύτερη και διαφορετική γνώμη, επ' αυτού, δεν χωρεί. Ως υπουργός και κατά την άσκηση των καθηκόντων του υποτίθεται ότι συκοφάντησε τον Νίκο Κοτζιά και ως εκ τούτου, στην περίπτωση αυτή πρέπει να ακολουθηθεί η δικαστική διαδικασία, που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος. Αυτό που διέπραξε ο Κώστας Τασούλας και το προεδρείο της βουλής, με το να παραπέμψουν την μήνυση του Νίκου Κοτζιά, στα τακτικά δικαστήρια, επειδή, πλέον, ο Πάνος Καμμένος δεν είναι βουλευτής, είναι αντισυνταγματικό. 
 
Το χειρότερο είναι ότι αυτή η ενέργεια, η οποία, προφανώς, δεν είναι, καθόλου, τυχαία, οδηγεί στην δημιουργία ενός (ακόμη) παρασυντάγματος, το οποίο φαίνεται ότι επιλέγει να εφαρμόσει η νέα κοινοβουλευτική πλειοψηφία, οι ταγοί της οποίας γνωρίζουν, πολύ καλά, το τί πρέπει να εφαρμόσουν και επιλέγουν να πράξουν το αντίθετο, από αυτό που γνωρίζουν ότι πρέπει.
 
Υπάρχει και ένα ακόμη, χειρότερο. Με την παραπομπή, στα τακτικά δικαστήρια, της υπόθεσης της μήνυσης του Νίκου Κοτζιά και των καταγγελιών του Πάνου Καμμένου, για το βρωμερό παρασκήνιο της Συμφωνίας των Πρεσπών, φαίνεται, ως πιθανό, ότι η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα επιχειρήσει να αποφύγει να θέσει, στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, την υπόθεση της, εν λόγω, Συμφωνίας, προκειμένου να μην δυσαρεστήσει τον αμερικανικό παράγοντα και την κυβέρνηση της Angela Merkel, που, τόσο πολύ μόχθησαν, για να φέρουν, σε πέρας την ολοκλήρωση της διαδικασίας αυτής, προκειμένου να εντάξουν την πΓΔΜ, στο ΝΑΤΟ.
 
Το τί μέλλει να συμβεί και το, εάν η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας θα ζητήσει την σύσταση Εξεταστικής, ή Προκαταρκτικής Επιτροπής, στην βουλή, προκειμένου να ελεγχθούν οι καταγγελίες του Πάνου Καμμένου, για το βρωμερό παρασκήνιο της Συνθήκης των Πρεσπών και το μαύρο χρήμα, που έπεσε, για να ψηφιστεί, είναι κάτι που θα το δούμε. Άλλωστε και η στάση του Αλέξη Τσίπρα, που απομάκρυνε τον Νίκο Κοτζιά, από την κυβέρνησή του, αλλά και από τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την διαφωνία του, με τον Πάνο Καμμένο, δείχνει ότι οι καταγγελίες του πρώην υπουργού Άμυνας δεν στερούνται βάσεως. Και φυσικά, ο πρώην πρωθυπουργός οφείλει να δώσει, ενώπιον της βουλής, εξηγήσεις, για την στάση του. 
 
Όμως, παρά ταύτα, οι οιωνοί, από την νέα κυβέρνηση, δεν είναι, καθόλου, καλοί. Η Νέα Δημοκρατία έκανε την δουλίτσα της, πήρε τις ψήφους των συντηρητικών ψηφοφόρων και από εδώ και στο εξής, πέρα βρέχει. Στο θέμα της Συμφωνίας των Πρεσπών, πρόκειται να βάλει κουκούλα. 
 
Όσον αφορά τις δύο δικαστικές υποθέσεις, που αφορούν τον πρώην υπουργό αναπληρωτή Υγείας Παύλο Πολάκη, πρέπει να κάνουμε την απαραίτητη διάκριση των υποθέσεων αυτών.
 
Όσον αφορά την μήνυση του Γιάννη Στουρνάρα, κατά του πρώην υπουργού, πρέπει να πούμε ότι η (υποτιθέμενη, ή πραγματική) παράνομη μαγνητοφώνηση, από τον Παύλο Πολάκη, της τηλεφωνικής συνομιλίας του, με τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, έγινε (εάν έγινε), αφού ο Πολάκης τηλεφώνησε, στον Στουρνάρα, για να διαμαρτυρηθεί, γιατί ο Διοικητής έκανε έλεγχο, για την νομιμότητα ενός προσωπικού τραπεζικού δανείου και επειδή δεν έκανε, σε τραπεζικά δάνεια άλλων (της εφημερίδας "Πρώτο Θέμα" κλπ)
 
Στην περίπτωση αυτή, οι Κώστας Τασούλας και Χαράλαμπος Αθανασίου έπραξαν ορθά. Η υπόθεση, που αφορά το ιδιωτικό δάνειο του Παύλου Πολάκη, είναι προσωπική του υπόθεση και φυσικά δεν εμπλέκεται, με τα καθήκοντά του, ως υπουργού, παρά το γεγονός ότι το καταγγελόμενο αδίκημα έγινε, ενώ ο Κρητικός πολιτικός ήταν υπουργός αναπληρωτής Υγείας. 
 
Ως εκ τούτου, όσα λέει ο Παύλος Πολάκης είναι αβάσιμα. Αρμόδια, για να κρίνουν αυτή την υπόθεση είναι τα τακτικά δικαστήρια. Δεν έχουν, καθ' ύλην, αρμοδιότητα η βουλή, ως δικαστικό όργανο και το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος.
 
Όμως, όσον αφορά την υπόθεση της μήνυσης του πρώην προέδρου του σωματείου εργαζομένων, στο ΚΕΕΛΠΝΟ Σταμάτη Πουλή, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Ο Πουλής μήνυσε τον Πολάκη, για συκοφαντική δυσφήμιση, για όσα έπραξε, εις βάρος του, κατά την διάρκεια της άσκησης των καθηκόντων του, ως υπουργός, τα οποία ο εγκαλών πρώην πρόεδρος του σωματείου εργαζομένων, στο ΚΕΕΛΠΝΟ, θεώρησε, ως συκοφαντικά και ενώ ο, τότε, υπουργός αναπληρωτής Υγείας είχε παραπέμψει, στο τακτικό δικαστικό σύστημα τα (πραγματικά, ή υποτιθέμενα) σκάνδαλα, στο ΚΕΕΛΠΝΟ, για τα οποία ο Σταμάτης Πουλής καταγγέλεται, ως συμμέτοχος.
 
Ως εκ τούτου, τα υποτιθέμενα, ή πραγματικά αδικήματα, στην υπόθεση αυτή, ακριβώς, επειδή ο Παύλος Πολάκης τα διέπραξε, κατά την διάρκεια της υπουργίας του και κατά την άσκηση των καθηκόντων του, ως υπουργός, αφορούν την βουλή, ως δικαστικό όργανο και το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος. Τα αδικήματα αυτά δεν αφορούν τα τακτικά δικαστήρια και φυσικά, η πρακτική, την οποία ακολουθούν οι Κώστας Τασούλας και Χαράλαμπος Αθανασίου, είναι μια παρασυνταγματική πρακτική, η οποία αντίκειται, στις κείμενες διατάξεις του Συντάγματος.
 
Πολλοί είναι δυνατόν να ισχυρισθούν ότι τα περιστατικά αυτά είναι απλά σφάλματα, τα οποία είναι λίγα και ως εκ τούτου, δεν συγκροτούν παρασυνταγματική πρακτική. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί και αυτό, εάν οι δράστες ήσαν αμαθείς και εάν δεν υπήρχε σχεδιασμός, εκ μέρους τους.
 
Όμως, κατά την γνώμη μου, δεν πρόκειται, περί αυτού. Οι κοινοβουλευτικοί παράγοντες της κυβερνητικής πλειοψηφίας γνωρίζουν, πολύ καλά, το τί ισχύει, σχετικά, με τις διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να έχουν το ελαφρυντικό της άγνοιας, ή, έστω, της εσφαλμένης γνώμης. Όλα αυτά γίνονται κατόπιν συγκεκριμένου πολιτικού σχεδιασμού και φυσικά, αποσκοπούν, στην επίτευξη κάποιων στόχων, οι οποίοι εξυπηρετούν τις τρέχουσες πολιτικές ανάγκες της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.
 
 
 
 
 
 
 
 
Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του, ανωτέρω, εικονιζόμενου προέδρου της βουλής Κώστα Τασούλα («Η αντιπολίτευση έχει δικαίωμα να έχει τις απόψεις της και η συμπολίτευση έχει δικαίωμα να κρίνει αν θα απαντήσει στις αιτιάσεις της αντιπολίτευσης. Εγώ έχω υποχρέωση να προστατεύσω τη Βουλή από οποιαδήποτε, έστω και παραμικρή, υποψία ότι αδρανεί ή αμελεί προκειμένου να "προστατεύσει" κάποιο μέλος της από την αξίωση πολίτη για δικαστική προστασία. Η Βουλή τηρεί όλες τις προθεσμίες και δεν είναι διατεθειμένη να δώσει λαβή για άδικα σχόλια και για μεροληπτική συμπεριφορά»), για τους χειρισμούς του ιδίου - τουλάχιστον, στην δεύτερη υπόθεση του Παύλου Πολάκη, που αφορά την μήνυση του Σταμάτη Πουλή - στερούνται νοήματος, διότι, αν και προσπαθεί να διακρίνει, την θέση του, ως προέδρου της βουλής, από την στάση της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας της Νέας Δημοκρατίας, στην πραγματικότητα, η τοποθέτησή του δεν είναι, καθόλου, ουδέτερη, αφού ο ίδιος είναι μέλος - και κατ' ουσίαν, επικεφαλής - της συμπολιτεύσεως. 
 
Και φυσικά, ο Κώστας Τασούλας είναι εκείνος, ο οποίος συνέβαλε, καθοριστικά, στην διαμόρφωση της συγκεκριμένης στάσεως της κυβερνητικής πλειοψηφίας, ή, έστω, την απεδέχθη, ενώ δεν θα έπρεπε να την αποδεχθεί. Άλλωστε, όσα λέει ο νέος πρόεδρος της βουλής, ότι, δηλαδή, θέλει να προστατεύσει το κοινοβούλιο, από την παραμικρή υποψία ότι αδρανεί, προκειμένου να "προστατεύσει" ένα μέλος της, δεν ισχύει, ούτε στην περίπτωση του Παύλου Πολάκη, αλλά ούτε και στην περίπτωση του Πάνου Καμμένου, διότι, απλούστατα, αυτό που οφείλει και μπορεί, κάλλιστα και χωρίς χρονοτριβή, να πράξει, είναι να ακολουθήσει, στις δύο, εκ των τριών περιπτώσεων, σύμφωνα με το Σύνταγμα, την κοινοβουλευτική και δικαστική διαδικασία, που προβλέπεται, στο άρθρο 86 του Συντάγματος. 
 
Έτσι, ουδείς πρόκειται να "προστατευθεί", ως μη ώφειλε και ουδείς πρόκειται να αδικηθεί, αφού αυτές και οι δικαστικές υποθέσεις θα διερευνηθούν, από το αρμόδιο Ειδικό Δικαστήριο και οι πρώην υπουργοί θα κριθούν από τους φυσικούς τους δικαστές.
 
(Ουκ ολίγοι φίλοι προβάλλουν το επιχείρημα ότι οι συγκεκριμένες διατάξεις του άρθρου 86 του Συντάγματος είναι κακές διατάξεις, οι οποίες προστατεύουν τους πρώην και τους νυν υπουργούς. Όντως, αυτές οι διατάξεις είναι κακές διατάξεις, που έχουν τεθεί, για να προστατεύονται οι διατελέσαντες και οι διατελούντες υπουργοί. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, στην παρούσα χρονική συγκυρία, οι διατάξεις αυτές είναι ενεργές και μπορούν να χρησιμοποιηθούν, με ευχέρεια, χωρίς να υπάρξει κανένας κίνδυνος παραγραφής των αδικημάτων, που φέρονται ότι διέπραξαν οι πρώην υπουργοί. Και εν πάση περιπτώσει, αυτές είναι οι διατάξεις, οι οποίες, αφού δεν έχουν αντικατασταθεί, εξακολουθούν να ισχύουν, προσδιορίζοντας ότι το Ειδικό Δικαστήριο του άρθρου 86 του Συντάγματος είναι ο φυσικός δικαστής των καταγγελόμενων πρώην υπουργών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί η βουλή να αποποιηθεί της αποκλειστικής της αρμοδιότητας να εκκινήσει, εις βάρος τους, την δικαστική διαδικασία του άρθρου 86 του Συντάγματος. Και φυσικά, η βουλή δεν δικαιούται να παραπέμψει τους υπουργούς, στα τακτικά δικαστήρια, διότι αυτά δεν είναι ο φυσικός δικαστής τους. Σε, κάθε περίπτωση πάντως, όσοι βουλευτές ψηφίσουν, την παραπομπή του Παύλου Πολάκη, για την υπόθεση του Σταμάτη Πουλή, στα τακτικά δικαστήρια, διαπράττουν το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, ενώ ο Κώστας Τασούλας και τα λοιπά αρμόδια όργανα της βουλής, έχουν διαπράξει, ήδη το αδίκημα αυτό, με την παραπομπή, στα - μη έχοντα, καθ' ύλην, αρμοδιότητα - τακτικά δικαστήρια, της υποθέσεως της μηνύσεως του Νίκου Κοτζιά, κατά του Πάνου Καμμένου).
 
Αυτή είναι η αντικειμενική πραγματικότητα, σχετικά, με τις δικαστικές εκκρεμότητες, που αποφάσισε να διεκπεραιώσει (έτσι όπως σχεδίασε να τις διεκπεραιώσει) η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας
 
Γιατί δεν έπραξε αλλιώς, στις δύο, από τις τρεις, παραπάνω, περιπτώσεις, αφού μπορούσε - και μπορεί, εάν το θελήσει - να πράξει αλλιώς και να παραπέμψει τους πρώην υπουργούς, με την ειδική δικαστική διαδικασία, που προβλέπει το άρθρο 86 του Συντάγματος; Δεν το έπραξε και δεν θέλει να το πράξει.
 
Δεν το έπραξε, διότι θέλει να αποφύγει την πολλή δουλειά και για να μην φορτώσει το έργο της βουλής, με υποθέσεις, που μπορεί (και που κρίνει ότι πρέπει) να αποφύγει. Έτσι, από ό,τι φαίνεται, η κυβερνητική πλειοψηφία σκοπεύει να ακολουθήσει αυτή την πρακτική, κατά κόρον. Και φυσικά, αδιαφορεί, για το γεγονός ότι, με αυτόν τον τρόπο, δημιουργεί μία παρασυνταγματική πρακτική.
 
Δεν είναι, άλλωστε, η πρώτη φορά, που το κόμμα της συντηρητικής παράταξης της χώρας πράττει, αναλόγως.