(Οι, εξ οιήσεως, ανοησίες του εκλογικού επιτελείου της Νέας Δημοκρατίας, που βοήθησαν την εκλογική καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ, ο ρόλος του Αλέξη Τσίπρα και το ευάλωτο μέλλον του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης).

 


 

 
 
 
 
 
 
Οι βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019 έκλεισαν έναν πολύ σημαντικό ιστορικό κύκλο, στα χρόνια της δεκάχρονης κρίσης, που έχει εγκατασταθεί, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία. Μια κρίση, η οποία, παρά τα όποια σκαμπανεβάσματά της, πρόκειται να συνεχίσει την πορεία της, όσο το νόμισμα της χώρας θα είναι το ευρώ και όσο η Ελλάδα θα παραμείνει, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. Η εξημερωμένη ελληνική κοινωνία, μετά την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι η εξαγριωμένη ελληνική κοινωνία της περιόδου της κυβέρνησης των σαμαροβενιζέλων, ούτε μπορεί να συγκριθεί, με την ημιεξεγερμένη ελληνική κοινωνία της περιόδου της κυβέρνησης του ΓΑΠ, αλλά και της κυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου.
 
Αυτή είναι και η μεγαλύτερη προσφορά της απελθούσας κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και των ψευδοριζοσπαστών της κυβερνώσας αριστεράς των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, προς την πελαγωμένη ελληνική ολιγαρχία και το πανικόβλητο πολιτικό προσωπικό της, κατά την παρατεταμένη οξεία φάση της ελληνικής κρίσης, που κράτησε, μέχρι το 2014.
 
Αυτή η προσφορά των ανακυκλωμένων σταλινικών του ΣΥΡΙΖΑ, που έγκειται στην κατασίγαση των κοινωνικών παθών και στην εξημέρωση της ελληνικής κοινωνίας είναι, πραγματικά, ανεκτίμητη και όπως φαίνεται, έχει αναγνωρισθεί, από την εντόπια ελίτ.
 
(Όπως επίσης, έχει αναγνωρισθεί, από την ελίτ αυτή και η άρνηση του ΚΚΕ, το 2011, κατά την διάρκεια της αρχικής φάσης της οξείας της κρίσης, να θέσει ζήτημα κατάληψης της εξουσίας, τότε, που, δημοσκοπικά, το κόμμα αυτό και ενώ το ΠΑΣΟΚ κατέρρεε, καταγραφόταν να βρίσκεται, στην δεύτερη θέση του ελληνικού κομματικού φάσματος, μετά την Νέα Δημοκρατία).
 
Αυτήν, ακριβώς, την εξημέρωση των οξυμμένων, από την μακρόχρονη και βαρύτατη οικονομική κρίση, κοινωνικών εντάσεων και συγκρούσεων είναι, που κατέγραψαν τα αποτελέσματα των προχθεσινών βουλευτικών εκλογών και αυτά τα αποτελέσματα είναι, που θα προσπαθήσω να αναλύσω, σε αυτό εδώ το κείμενο.
 
Στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, οι εκπλήξεις δεν ήσαν πολλές. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι δεν υπήρξαν εκπλήξεις, εάν δεν υπήρχε μία, η οποία, όμως, ήταν και η μείζων έκπληξη αυτών των εκλογών. 
 
Η έκπληξη των εκλογών, φυσικά, αφορά τον αριθμό των 1.781.174 ψηφοφόρων και το 31,53%, που έλαβε, ως ποσοστό, ο ΣΥΡΙΖΑ (με την απειροελάχιστη επιφύλαξη της εκκρεμότητας της κάλπης του εκλογικού τμήματος, στα Εξάρχεια, την οποία "απήγαγε" και έκαψε μια ομάδα αναρχικών), γεγονός, το οποίο μετέτρεψε την πανωλεθρία των ευρωεκλογών του περασμένου Μαΐου, σε μια ήττα, η οποία μπορεί να είναι μια βαρύτατη ήττα και να άγγιξε τα όρια της συντριβής, όμως, του επέτρεψε, απρόσμενα, να αποφύγει την επικρεμάμενη εκλογική καταστροφή. 
 
Το, γιατί συνέβη αυτό, είναι που θα εξετάσουμε, σε αυτό, εδώ το δημοσίευμα.
 
Πολλοί πιστεύουν ότι η αποφυγή της εκλογικής πανωλεθρίας του ΣΥΡΙΖΑ οφείλεται, κυρίως, στον Αλέξη Τσίπρα, αλλά αυτό είναι, μερικώς και όχι κυρίως, αληθές. Είναι, κυρίως, η Νέα Δημοκρατία, που, με την τακτική της έσωσε τον ΣΥΡΙΖΑ και δευτερευόντως, ο Αλέξης Τσίπρας. 
 
Βέβαια, ο σημαντικός ρόλος του πρώην πρωθυπουργού δεν πρέπει να υποβαθμιστεί, διότι, μετά την βοήθεια που έλαβε από το εκλογικό επιτελείο του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη, ο Αλέξης Τσίπρας έπαιξε και αυτός τον ρόλο του, ως συνδετικός κρίκος του ΣΥΡΙΖΑ, με το κρίσιμο κομμάτι του εκλογικού σώματος, που έδωσε την απαραίτητη εκλογική δυναμική, στο κόμματου, για να φθάσει, από τους 1,343.595 ψήφους και το 23,76% των ευρωεκλογών της 26/5/2019, στους 1.781.174 ψήφους και στο ποσοστό του 31,53%, που έλαβε την περασμένη Κυριακή.
 
Όμως, η αλήθεια είναι ότι οι αιτίες αυτής της εξέλιξης βρίσκονται, στην κατάσταση, που βιώνει όλα αυτά τα χρόνια η ελληνική κοινωνία και κυρίως, σε αυτά, που αναμένει και που φοβάται ότι πρόκειται να βιώσει, στο μέλλον, μαζύ με τα σημαντικά σφάλματα της προεκλογικής τακτικής της Νέας Δημοκρατίας, η οποία δεν συνέχισε να ακολουθεί την πολιτική τακτική των χαμηλών τόνων, που επέδειξε στις περασμένες ευρωεκλογές και άρχισε, κυρίως, την τελευταία προεκλογική εβδομάδα, να αναπτύσσει τις πλευρές του (υποθετικού και του υπαρκτού) προγράμματός της, που φέρνει, στην επιφάνεια, τους φόβους και το αντιδεξιό θυμικό ευρέων στρωμάτων των ψηφοφόρων της (κεντρο)αριστεράς, οι οποίοι ήταν φυσικό να στραφούν, προς το μεγαλύτερο υπαρκτό κόμμα του χώρου. Και αυτό το κόμμα, ήδη, από το 2012, δεν είναι το ΠΑΣΟΚ. Είναι ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα.
 
Μιλώντας, για το εκλογικό σώμα, το οποίο εξέλεξε τους αντιπροσώπους του, για την επόμενη τετραετία, πρέπει να πούμε ότι, συνολικά ψήφισαν 5.769.503 ψηφοφόροι, εκ των οποίων, επί συνόλου 9.961.718 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, έγκυρα, ψήφισαν 5.649.332 (στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, είχαν ψηφίσει, έγκυρα, 5.431.850 ψηφοφόροι και στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, είχαν ψηφίσει, έγκυρα 6.181.274 ψηφοφόροι, ενώ στις πρόσφατες ευρωεκλογές, ψήφισαν, έγκυρα, 5.656.119 ψηφοφόροι), άκυρα 77.503 και λευκά 42.668, ενώ απείχε το 42,08% του εκλογικού σώματος, ποσοστό που αντιστοιχεί, σε 4.192.215 ψηφοφόρους.
 
Από τα παραπάνω εκλογικά στοιχεία, γίνεται σαφής η συνεχιζόμενη απαξίωση της εκλογικής διαδικασίας. Το εκλογικό σώμα εξακολουθεί να παραμένει, σε υψηλό βαθμό, μακριά από την εκλογική διαδικασία, αφού, ιδίοις όμμασι, διαπιστώνουμε ότι η συμμετοχή των ψηφοφόρων, στις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις, από τον Σεπτέμβριο του 2015, παρά την μικρή ανάκαμψη, που σημειώθηκε, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, παραμένει, εξακολουθητικά, να είναι πολύ χαμηλή, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, οι οποίες, αν και ήσαν εκλογές ελπίδας, για την ελληνική κοινωνία και αυτές εμφάνισαν, μια αποχή, η οποία έφθασε στο 35,13%, αφού, σε ένα εκλογικό σώμα της τάξεων των 9.911.495 ψηφοφόρων ψήφισαν, συνολικά, 6.330.786 ψηφοφόροι. 
 
(Για να καταλάβουμε, για ποιό πράγμα μιλάμε, πρέπει να κάνουμε τις σχετικές προασθαφαιρέσεις, σε επίπεδο έγκυρων ψήφων. Έτσι, οι βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, παρά το γεγονός ότι παρουσιάζουν μια αυξημένη εισροή ψηφοφόρων, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 - ήτοι 217.482 ψηφοφόρους -, η πικρή αλήθεια είναι ότι, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, εξακολουθούν να έχουν ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα, της τάξεως των 531.942 ψηφοφόρων, παρά το γεγονός ότι το εκλογικό σώμα, εν τω μεταξύ, διευρύνθηκε, με την είσοδο και εκείνων, που έχουν την ηλικία των 17 ετών και οι οποίοι δεν είχαν το δικαίωμα να συμμετάσχουν, σε όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Γίνεται αντιληπτό ότι το πραγματικό έλλειμμα των ψηφοφόρων είναι πολύ μεγαλύτερο, εάν αφαιρέσουμε αυτή την ηλικιακή ομάδα των νεαρών ψηφοφόρων, που προστέθηκε, στις τωρινές εκλογές).
 
Βέβαια, τελικά, το εκλογικό αποτέλεσμα καθορίζεται, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, από όσους προσέρχονται, στην κάλπη και ψηφίζουν, με έγκυρο τρόπο. Αυτή είναι η αλήθεια της καθιερωμένης πολιτικής πρακτικής, αλλά αυτή η πραγματικότητα δεν αλλάζει το γεγονός ότι η κοινωνία, ως σύνολο, δεν ταυτίζεται, με το ενεργό εκλογικό σώμα και ότι, εν τέλει, αυτό που αντιπροσωπεύουν, κάθε φορά, η εκλογική διαδικασία και τα αποτελέσματά της παρουσιάζει με πολύ μεγάλη σχετικότητα, ως προς τις πραγματικές πεποιθήσεις και τις αντιλήψεις, που επικρατούν, στην κοινωνία, αφού, εν τέλει, η αποχή των ψηφοφόρων, σε αυτά τα μεγέθη, αίρει  - ή, έστω, αλλοιώνει -, σε σημαντικό βαθμό, τις σχέσεις αντιπροσώπευσης, που (υποτίθεται ότι) διαμορφώνονται, στα συνήθη αστικοδημοκρατικά καθεστώτα.
 
Με δεδομένη την παραπάνω διαπίστωση, η οποία δεν αφορά, μόνο, την εκλογική διαδικασία, στην Ελλάδα, αλλά επεκτείνεται, σε όλα τα αστικοδημοκρατικά καθεστώτα του σύγχρονου γραφειοκρατικού καπιταλισμού, η ανάλυση των γενικών στοιχείων των ψηφοφοριών κάθε εκλογικής αναμέτρησης, δεν στερείται νοήματος. Κάθε άλλο. Έχει τεράστια σημασία, διότι περιγράφει τον βαθμό συμμετοχής - ή, όπως λένε οι αντιεξουσιαστές, των "βαθμό συνενοχής" - της κοινωνίας, στο σχήμα της ελιτιστικής διακυβέρνησης, που αντιπροσωπεύουν οι θεσμοί της σύγχρονης αστικής δημοκρατίας. (Πολύ περισσότερο, μάλιστα, στην περίπτωση της χώρας μας, όπου οι αστικοδημοκρατικοί θεσμοί και η, εκάστοτε, εκλογική διαδικασία συγκροτούν μια νομιζόμενη δημοκρατία, η οποία αποτελεί το νομιμοποιητικό κέλυφος του απεχθούς πραγματικού καθεστώτος της νεοαποικιακής χρεωδουλείας, που έχει εγκατασταθεί, από τον Απρίλιο του 2010, με την συνέργεια των ευρωθεσμικών δανειστών, του ΔΝΤ και του εντόπιου αστικού και κομμουνιστογενούς πολιτικού προσωπικού της χώρας). Σε κάθε περίπτωση αυτή η αλήθεια, όσο σκληρή και αν είναι, πρέπει να λέγεται, ακριβώς, επειδή η εντόπια ελίτ θέλει να την κρύβει και να μην μιλάει κανείς, γι' αυτήν.
 
Μέσα στα πλαίσια αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε την έκπληξη της εκλογικής αναμέτρησης των εκλογών της 7/7/2019, χάρη, στα σφάλματα της τακτικής του εκλογικού επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη, το οποίο, επιδεικνύοντας μια αφελή αλαζονεία, εξ αιτίας της πεποίθησης, που είχε σχηματισθεί, στις τάξεις του (αλλά και ευρύτερα), ότι ο αντίπαλος ήταν πεσμένος, στο καναβάτσο, γεγονός, που - υποτίθεται ότι - επέτρεπε, στην Νέα Δημοκρατία να παίζει χωρίς αντίπαλο.
 
Στην πραγματικότητα, είναι γεγονός ότι οι νεοδημοκράτες επιτελείς έπαιζαν, με ένα ηττημένο και εξουδετερωμένο αντίπαλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ είχε υποστεί ένα πολύ ισχυρό πλήγμα, από το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών της 26/5/2019 και είχε ρίξει λευκή πετσέτα. Όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκυρία αυτή επέτρεπε να δοθούν, στον εξουδετερωμένο αντίπαλο, οι ευκαιρίες, όχι να ανατρέψει το παιχνίδι (αυτό ήταν, εκ των πραγμάτων, ήταν αδύνατο), αλλά να ανατάξει ένα μέρος των δυνάμεών του και να επουλώσει, αντίστοιχα, ένα μέρος των πληγών, που του είχε αφήσει η εκλογική αναμέτρηση του Μαΐου. 
 
Παρά ταύτα, το έπραξαν. Έδωσαν την ευκαιρία, στον ΣΥΡΙΖΑ, να επουλώσει ένα όχι ασήμαντο μέρος των πληγών του, αφού, με την τακτική, που ακολούθησαν την κρίσιμη τελευταία εβδομάδα των εκλογών της 7/7/2019, έστειλαν, στην κάλπη του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, εκατοντάδες χιλιάδες ψηφοφόρους, ενεργοποιώντας το αντιδεξιό θυμικό των πολιτών, που κινούνται, στον χώρο της (κεντρο)αριστεράς, την στιγμή, που είναι - ή θα έπρεπε να είναι - γνωστό ότι ο βαθύς συναισθηματικός κόσμος, η καρδιά της μεγίστης πλειοψηφίας των άστεγων πρώην ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ, που έχουν βρει ένα (προσωρινό, ακόμη) καταφύγιο, στον ΣΥΡΙΖΑ, κτυπάει αριστερά και όχι κεντροδεξιά, όπως, πεισματικά, εξακολουθεί να θέλει να πιστεύει η Φώφη Γεννηματά και η λοιπή ηγεσία του αποψιλωμένου, κοινωνικά και εκλογικά, ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ.
 
Κάπως έτσι, αφελώς φερόμενοι, οι νεοδημοκράτες, ξεδιπλώνοντας, με τα στελέχη τους, τις δυσάρεστες πλευρές του προγράμματος του κόμματός τους, που αφορούν τα ζητήματα της κοινωνικής ασφάλισης, την κοινωνική πολιτική, τις τράπεζες και την "επιβολή του νόμου και της τάξης", αλλά και δίνοντας βήμα, από την (περίπου) κομματική τηλεόραση του ΣΚΑΪ, στον Αλέξη Τσίπρα να αναπτύξει τις απόψεις του, έχοντας, απέναντί του, ένα εχθρικό, αλλά και ανεπαρκές "δημοσιογραφικό" δίδυμο (την, απίστευτα, ανίκανη "νύφη" Σία Κοσιώνη και τον, απρόσμενα, υποτονικό Αλέξη Παπαχελά), το οποίο, κυριολεκτικά, ο αρχηγός του ΣΥΡΙΖΑ κονιορτοποίησε, παίρνοντας τις εντυπώσεις.
 
Με δεδομένο ότι αυτές οι εντυπώσεις είναι η ουσία της επικοινωνίας (δηλαδή της καθημερινής προπαγάνδας) των κομμάτων, η δουλειά που, δοθείσης της ανέλπιστης ευκαιρίας, είχε να κάνει ο Αλέξης Τσίπρας, κατέστη εύκολη. Κατάφερε όχι, μόνο, να ρυμουλκήσει το κύμα εκείνων των ψηφοφόρων της τελευταίας εβδομάδας των εκλογών, που θα ψήφιζαν, με βάση το αντιδεξιό θυμικό και τους φόβους τους, για την μετεκλογική διακυβέρνηση, στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ, άλλα και να συναντήσει αυτό το κύμα, υπό μορφή εκλογικού "κατακλυσμού". Δηλαδή πολύ πιο επαυξημένο, από όσο θα ήταν, εάν το επιτελείο της Νέας Δημοκρατίας δεν επεδείκνυε αυτή την απίστευτη αφέλεια και οίηση, στην προεκλογική τακτική της την τελευταία εβδομάδα των εκλογών. Αν δούμε τους σχετικούς αριθμούς μπορούμε να βγάλουμε το απαραίτητο συμπέρασμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ, στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου, έλαβε 1.343.595 ψήφους και ποσοστό 23,76%, ενώ, στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, έλαβε 1.781.174 ψήφους και ποσοστό 31,53%. Αυτό σημαίνει ότι, σε σχέση με την πανωλεθρία του Μαΐου, κέρδισε 437.579 ψήφους, που αντιπροσωπεύουν ένα ποσοστό της τάξεως του 7,74%.  Βέβαια, είναι δεδομένο ότι έναν κάποιο αριθμό, από αυτές τις ψήφους, θα τις κέρδιζε, ούτως, ή άλλως, αλλά είναι, επίσης, σίγουρο, ότι, εάν το νεοδημοκρατικό εκλογικό επιτελείο πρόσεχε τις κινήσεις του, κατά την διάρκεια της τελευταίας εβδομάδας και δεν επεδείκνυε την οίηση, που επέδειξε, αυτό το ρεύμα των ψηφοφόρων θα ήταν πολύ μικρότερο και φυσικά, το συνολικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα έφθανε, στα επίπεδα του 31,53%. Θα κυμαίνονταν, σε πολύ χαμηλότερα επίπεδα, της τάξεως του 27%, με 28,5%.
 
Από εκεί και πέρα, βέβαια, ο Αλέξης Τσίπρας έκανε αυτό που έπρεπε να κάνει. Όπως είπαμε, ρυμούλκησε τον κόσμο αυτόν και βοήθησε, σε έναν βαθμό και στην επαύξησή του. Όμως, η μέγιστη προσφορά, για την διόγκωση του ποσοστού της συσπείρωσης των εκλογικών προσφύγων, προς την κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ, ανήκει, στην Νέα Δημοκρατία. Αυτή είναι η αλήθεια. Το εκλογικό της επιτελείο, σε σχέση με τα εκλογικά συμφέροντα του κόμματος, τα έκανε μαντάρα.
 
Παρά ταύτα, η εκλογική ήττα του ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ μεγάλη, αφού, ούτως ή άλλως, η διαφορά των δύο κομμάτων μπορεί να μην έφθασε, στις 10, ή στις 12 μονάδες, όπως προδιαγραφόταν, αλλά η τελική απόσταση, ανάμεσα στην ΝΔ και τον ΣΥΡΙΖΑ, έφθασε στις 8,32 μονάδες, δηλαδή, σε 470.237 ψηφοφόρους. Η ήττα αυτή αγγίζει τα όρια της συντριβής, αφού οι πολιτικές των Μνημονίων, που εφάρμοσε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και η ανυπαρξία εναλλακτικής λύσης, που προέκυψε, από τις κωμικές και συνάμα αδιέξοδες πολιτικές πρακτικές του λεγόμενου αντιμνημονιακού χώρου, οδήγησαν την μεγίστη πλειοψηφία της κοινωνίας να πιστέψει ότι όσα συνέβησαν ήταν μοιραίο να συμβούν και ως εκ τούτου, εκτόξευσαν το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, από τους 1.526.205 ψηφοφόρους και ποσοστό 28,10%, τον Σεπτέμβριο του 2015 (και τους 1.718.694 ψηφοφόρους και το ποσοστό 27,81%, του Ιανουαρίου του 2015) σε, προ κρίσης, εκλογικά επίπεδα, ήτοι, σχεδόν, στο 40% (για την ακρίβεια, στο 39,85%), συσπειρώνοντας 2.251.411 ψηφοφόρους. 
 
Έτσι, παρά την μεγάλη εκλογική αναλαμπή του ΣΥΡΙΖΑ και την πρωτοκαθεδρία του, στον χώρο της (κεντρο)αριστεράς, η πικρή, για τα στελέχη του, αλήθεια είναι ότι το τωρινό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης παραμένει να είναι, όπως έχουμε τονίσει, στο παρελθόν, πολύ ευάλωτο, εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι δεσμοί του, οι συνεκτικοί κρίκοι του, με την ελληνική κοινωνία, είναι, περίπου, ανύπαρκτοι, αφού τα ερείσματα του ΣΥΡΙΖΑ, στους δήμους, τις περιφέρειες, στα συνδικάτα, στους διαφόρους συλλόγους, είναι ανύπαρκτα, έως μηδαμινά, την ίδια στιγμή, που η κομματική γραφειοκρατία είναι δύσπιστη, στο άνοιγμά της, στους ψηφοφόρους της, η κομματική ένταξη των οποίων την φοβίζει ότι θα οδηγήσει, στην αλλοίωση της πολιτικοϊδεολογικής φυσιογνωμίας του κόμματος και κατ' ουσίαν, στον παραγκωνισμό της, από τους όποιους νεοφερμένους.
 
Στην πραγματικότητα, το ποσοστό των ψηφοφόρων, που ψηφίζουν το πρώην κυβερνητικό κόμμα φθάνει κάπου, στο 10%, το οποίο αντιστοιχεί, σε όσους το ψηφίζουν, στις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές. Το υπόλοιπο ποσοστό, μέχρι το 23,76% των ευρωεκλογών, αποτελείται, κατά πλειοψηφία, από προσωπικές ψήφους του αρχηγού του. Και το υπόλοιπο ποσοστό, μέχρι το 31,53%, είναι αντιδεξιές ψήφοι. 
 
Υπ' αυτές τις συνθήκες, ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, έχουν αντιληφθεί ότι, από εδώ και πέρα, δεν χωρούν άλλες καθυστερήσεις και ότι ο ΣΥΡΙΖΑ - ένας νέος ΣΥΡΙΖΑ, ή και ένα, καθ' ολοκληρίαν, νέο κόμμα - θα πρέπει να βρει μια συνεκτική επαφή, με τους πολυπληθείς, αλλά και σκόρπιους ψηφοφόρους του, πριν αυτοί, τώρα, που βρίσκεται, εκτός κυβερνητικών θέσεων, ακολουθήσουν άλλες κατευθύνσεις.
 
Το εγχείρημα αυτό δεν είναι, καθόλου, εύκολο. Οι κομματικές δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ είναι μικρές και αυτό απαιτεί ένα μεγάλο άνοιγμα, σε πολλά στελέχη άλλων χώρων, τα οποία, όμως, δεν μπορούν και φυσικά, δεν θέλουν να έχουν την τύχη του απλού γραμμιτζή. Η αποκαλούμενη "Προοδευτική Συμμαχία",  με την οποία  ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να επιτύχει αυτή την πολιτική σύνδεση του ΣΥΡΙΖΑ, με τον σοσιαλδημοκρατικό χώρο, όπως και με τον χώρο της λοιπής αριστεράς, άλλα και με τον ευρύτερο κεντρώο και κεντροδεξιό χώρο, είναι ο προθάλαμος, για ένα τέτοιο τόλμημα.
 
Όμως, αυτή η προσπάθεια δεν είναι, καθόλου, εύκολη. Βέβαια, οι αντίπαλοι του Αλέξη Τσίπρα είναι ικανοί, όπως έχει δείξει η πείρα, να τον βοηθήσουν και να καταστήσουν το εγχείρημα αυτό λιγότερο δύσκολο, από όσο είναι. 
 
Αλλά ο πρώην πρωθυπουργός δεν μπορεί να στηρίζεται, μόνο, στα σφάλματα των πολιτικών του αντιπάλων. Ένα μεγάλο μέρος του έργου πρέπει να το διεκπεραιώσει ο ίδιος, αλλιώς ο ΣΥΡΙΖΑ απειλείται, από έναν κομματικό μαρασμό, ο οποίος μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, που, τώρα, πια υφίστανται και αντιπροσωπεύονται, όχι από το θλιβερό και κοινωνικά και εκλογικά, στάσιμο ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά (που, όμως, έχει πολύ περισσότερους δεσμούς, με την ελληνική κοινωνία, από ότι ο ΣΥΡΙΖΑ), αλλά από το ΜΕΡΑ25 του δυναμικού Γιάννη Βαρουφάκη, ο οποίος επανέκαμψε στο ελληνικό πολιτικό προσκήνιο, με την είσοδό του, στην ελληνική βουλή, μια είσοδος, η οποία, στον χώρο της μικροκομματικής καρεκλομαχίας, που επικρατεί, στον λεγόμενο αντιμνημονιακό χώρο, απετέλεσε μια μεγάλη έκπληξη, τάραξε τα λιμνάζοντα ύδατα και ήταν ουδόλως αναμενόμενη, μέχρι πριν από λιγότερο, από δύο μήνες.
 
Τώρα πια, ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν απέναντί τους, την εξωπεταγμένη, από την βουλή και απολύτως, ανεπαρκή ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη και δεν παίζουν, εν ου παικτοίς. Επίσης, δεν έχουν, απέναντί τους, μόνο, το χωριό των "κουτσών", που αντιπροσωπεύει το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της ξεπεσμένης πασοκικής γραφειοκρατίας.
 
Ο αντίπαλος, στον χώρο του αντιμνημονιακού "στρατοπέδου", έχει προσόντα (τα οποία, βεβαίως, οφείλει να τα επιδείξει, στην πράξη και η αλήθεια είναι ότι και ο Γιάννης Βαρουφάκης πρέπει να πείσει, για το σχέδιό του, το οποίο, με την σειρά του, έχει τις δικές του "μαύρες τρύπες" και αντιμετωπίζει τις δικές του δυσχέρειες, προκειμένου να επικοινωνηθεί, σε ευρύτερα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας), οπότε, το παιχνίδι γίνεται δύσκολο. Πολύ δύσκολο, διότι, τώρα, ο Αλέξης Τσίπρας και η κομματική γραφειοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουν, στα χέρια τους, το κράτος και οι κινήσεις τους έχουν τεράστιους περιορισμούς.
 
Το τί μέλλει γενέσθαι, σε αυτόν τον (υποτιθέμενο ως) νέο ιστορικό κύκλο, που ανοίγεται, μπροστά μας, με την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, είναι κάτι, που θα το δούμε. 
 
Ακόμη και αν αυτή η περίοδος αποτελεί μια απλή συνέχεια του ιστορικού κύκλου, που οδήγησε, στην εξημέρωση των παθών, εντός της ελληνικής κοινωνίας, στην πραγματικότητα - μια πραγματικότητα, η οποία δεν άλλη από την συνέχιση της κρίσης, που ενδημεί, στην χώρα μας -, εξακολουθούν να υφίστανται όλες εκείνες οι αιτίες, που έφεραν την χώρα, στην θλιβερή κατάσταση της οπισθοδρομούσας στασιμότητας, στην οποία βρίσκεται, σήμερα.
 
Για τον λόγο αυτόν, το μέλλον, για την χώρα μας και την κοινωνία της εξακολουθεί να είναι σκοτεινό. Πολύ σκοτεινό.  Και θα συνεχίσει, επί μακρόν, να παραμένει, έτσι...