(Μια απόπειρα συνεξέτασης των δεδομένων του πρώτου εξαμήνου του 2015, με τα στοιχεία του 3ου Μνημονίου καθώς και της ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών, η αναγκαιότητα της επιβολής capital controls και οι ευθύνες της ΕΚΤ, του Γιάννη Στουρνάρα και του, τότε, υπουργού Οικονομικών).

 


 

 
 
 
 
Ένα από τα ζητήματα, που, κατά προτεραιότητα, μετά τις εκλογές της 7/7/2019, πρόκειται να απασχολήσουν την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το πολιτικό σύστημα της χώρας, αλλά και την ελληνική κοινωνία, θα είναι το κόστος της αποκαλούμενης, ως "περιόδου Βαρουφάκη", που αφορά το χρονικό διάστημα του πρώτου εξαμήνου της διακυβέρνησης της χώρας, από την πρώτη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, η οποία ήταν μια συμμαχική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου, κατά την περίοδο Ιανουαρίου - Ιουλίου 2015, που - υποτίθεται ότι - εξαντλήθηκε, στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης αυτής, που διαδέχθηκε την κυβέρνηση των σαμαροβενιζέλων, με τους θεσμικούς δανειστές του ελληνικού κράτους (τους ευρωθεσμούς και το ΔΝΤ).
 
Η νέα κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, που θα προκύψει, από τις βουλευτικές εκλογές της ερχόμενης Κυριακής, θα προχωρήσει, όπως φαίνεται, άμεσα, στην σύσταση εξεταστικής επιτροπής, για το ζήτημα αυτό, προκειμένου να το διατηρεί, στην επικαιρότητα, ως ένα χρήσιμο αντιπερισπασμό, κατά την διάρκεια της υλοποίησης της ατζέντας του σχεδιασμένου κυβερνητικού έργου της, προκειμένου να φορτώσει τις ευθύνες, για τα αρνητικά στοιχεία αυτού του έργου, στις κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα, που αύξησαν το ελληνικό δημόσιο χρέος και μείωσαν - ή υποτίθεται ότι μείωσαν - το ΑΕΠ της χώρας.
 
Οι προπαγανδιστικές αναγκαιότητες και οι ανάλογες προθέσεις της, εν αναμονή ολίγων ημερών, κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι προφανείς, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει ότι η διεξαγωγή της δημόσιας συζήτησης, για το θέμα του κόστους της περιόδου, κατά την οποία ο Γιάννης Βαρουφάκης χρημάτισε υπουργός Οικονομικών (27/1/2015 - 6/7/2015) δεν είναι χρήσιμη. Κάθε άλλο. 
 
Η δημόσια συζήτηση, για το (πραγματικό, ή υποθετικό) κόστος της περιόδου Γιάννη Βαρουφάκη, στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, είναι και χρήσιμη και αναγκαία.
 
Προφανώς, οι κυβερνητικές προθέσεις είναι ιδιοτελείς και αποσκοπούν, στον αποπροσανατολισμό της συζήτησης, αφού περιστρέφονται, στην προσμέτρηση του κόστους του 3ου Μνημονίου, ως συνολικού ποσού 86 δισ. € (τελικά, δεν χρησιμοποιήθηκαν όλα αυτά τα χρήματα), για να προστεθούν, σε αυτό το ποσόν, περίπου, άλλα 114 δισ. €, για να διογκωθεί το κόστος της περιόδου Βαρουφάκη (αλλά και της διακυβέρνησης της χώρας, από τις κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα), στα επίπεδα των 200 δισ. € (και ακόμη περισσότερο), σύμφωνα, με τους - μυστηριώδεις - υπολογισμούς του Thomas Wieser, ο οποίος ήταν, μέχρι πρόσφατα, επί κεφαλής του Euroworking Group και ένας από τους πραγματικούς κυβερνήτες της χώρας μας. 
 
Ας απολαύσουμε την συλλογιστική του Thomas Wieser, για το κόστος των, περίπου, 200 δισ. €, της περιόδου Βαρουφάκη (το οποίο, όμως, το σχετικοποιεί, αοριστολογώντας) και ας παραθέσουμε τα ίδια τα λόγια του :
 
"Δεν μπορεί να υπάρξει ένα συγκεκριμένο νούμερο, αλλά αφήστε με να εξηγήσω πως υπάρχει το άμεσο κόστος, που συνδέεται με την ανακεφαλαίωση των τραπεζών, το κόστος του προγράμματος κλπ, που θα αποπληρωθεί σε βάθος χρόνου, το οποίο ήταν πολύ σημαντικό. Πολλά δισεκατομμύρια, διψήφια δισεκατομμύρια, αλλά το μεγαλύτερο ποσό όλων είναι η τεράστια πτώση, που σημειώθηκε στο ΑΕΠ, η τεράστια πτώση στο εθνικό εισόδημα. Και αν έχετε μια τόσο απότομη πτώση στο εθνικό εισόδημα, δεν διορθώνεται την επόμενη χρονιά. Αν π.χ. έχει κάποιος 20% μικρότερο εισόδημα μία χρονιά και την επομένη επιστρέψει, στα κανονικά επίπεδα, θα έχει χάσει 20%, που δεν θα πάρει ποτέ πίσω. Αν το εισόδημα του αρχίσει να αυξάνεται, μετά τον πρώτο χρόνο, από 20% στο 19%, τον επόμενο, στο 18%, από αυτό που θα ήταν και μετά στο 17% από αυτό που θα ήταν, αν κανείς τα προσθέσει αυτά, σε βάθος χρόνου, τότε σίγουρα, η ζημιά είναι πολύ μεγαλύτερη. Μερικοί θα κατέληγαν, με υψηλότερο νούμερο, άλλοι με χαμηλότερο, αλλά αν κάποιος υπολογίσει αυτές τις απώλειες, ως κόστος για την Ελλάδα, όχι ως μέρος του χρέους, τότε, είναι φυσικά τεράστιες".
 
Ένα πρώτο συμπέρασμα είναι ότι όλα όσα λέει ο Thomas Wieser είναι ακατανόητα, αν και αυτό που προσπαθεί να πει, τελικά, είναι ότι, στο ποσόν των 86 δισ. του 3ου Μνημονίου, θα πρέπει να προστεθεί και το κόστος της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών, που έγινε, μετά την απομάκρυνση του Γιάννη Βαρουφάκη, από το υπουργείο Οικονομικών και την αντικατάστασή του, από τους Ευκλείδη Τσακαλώτο και Γιώργο Χουλιαράκη, όπως, επίσης, πρέπει να προσμετρηθεί και το γεγονός ότι δεν αυξήθηκε, ταχύρρυθμα, το ελληνικό ΑΕΠ, μετά την τεράστια συρρίκνωση που αυτό υπέστη, κατά την περίοδο 2010 - 2014.
 
Αργότερα, τον Φεβρουάριο του 2018, ο Thomas Wieser, χαρακτήρισε, ασφαλή και ίσως, συντηρητική, την εκτίμησή του ότι, στο πρώτο εξάμηνο του 2015, η ελληνική οικονομία υπέστη ζημίες της τάξεως των 200 δισ. € και συμπλήρωσε ότι η τακτική ενός τμήματος της ελληνικής κυβέρνησης (φωτογραφίζοντας, ουσιαστικά, τον Γιάννη Βαρουφάκη), από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Ιούλιο του 2015, ήταν ήταν να προκαλεί την έξοδο της Ελλάδας, από την ευρωζώνη.  
 
Προφανώς και αυτή η τελευταία διαπίστωση του Thomas Wieser έχει παίξει ρόλο, στην απόφαση, που έχει πάρει ο Κυριάκος Μητσοτάκης να κάνει εξεταστική επιτροπή, για την περίοδο αυτή, η οποία αφορά και το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και το κλείσιμο των τραπεζών, νομίζοντας ότι, έτσι θα κερδίσει τις εντυπώσεις. Γνώμη μου είναι ότι, ως προς την έξοδο από το ευρώ και την ζώνη του, σφάλλει. 
 
Ο πληθυσμός της χώρας γνωρίζει, πολύ καλά, το κακό που του έχει κάνει το ευρώ και φυσικά, το αντιπαθεί (αλλά, παράλληλα, επιθυμεί η έξοδος, από αυτό το ξένο νόμισμα, να είναι ασφαλής και ομαλή, κάτι, που μέχρι τώρα, ουδείς το έχει υποσχεθεί και ουδείς έχει πείσει ότι έχει ένα πραγματικό και υλοποιήσιμο σχέδιο, για να το καταφέρει, πλην του Γιάννη Βαρουφάκη, έστω και αν αυτός βλέπει μια τέτοια διαδικασία, ως έσχατη λύση).
 
Από εκεί και πέρα, ως προς τα υπόλοιπα, ο, εντός ολίγων ημερών, πρωθυπουργός  μπορεί να βρει κοινωνικό έδαφος να περάσει τις θέσεις του, κυρίως, εάν ο Γιάννης Βαρουφάκης (οι συριζαίοι δεν λαμβάνονται υπόψη, διότι η μεγίστη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος θεωρεί - και σωστά πράττει - ότι είναι αναξιόπιστοι) δεν μπορέσει να δώσει τις απαντήσεις, που είναι δυνατόν να δοθούν. Όμως, ο Γιάννης Βαρουφάκης και μπορεί και έχει να δώσει τις πρέπουσες απαντήσεις, στις κατηγορίες, που θα του αποδοθούν, ακόμη και στα θέματα εκείνα, στα οποία είναι σε μειονεκτική θέση, λόγω των σφαλμάτων που διέπραξε και τα οποία δεν ήσαν μικρά, όπως, π.χ. η επί ένα εξάμηνο αποταμιευτική αφαίμαξη των τραπεζών, τα capital controls κ.α.
 
[Το τί έπρεπε να κάνουν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και ο, τότε, υπουργός Οικονομικών, ο οποίος θα έπρεπε να παραιτηθεί, εάν ο πρωθυπουργός διαφωνούσε, το έχουμε γράψει, έγκαιρα, σε αυτό εδώ το μπλογκ. Δείτε το : Τί πρέπει να κάνει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα; 1) Καταγγελία Μνημονίων και δανειακών συμβάσεων. 2) Παραπομπές στο δικαστικό σύστημα. 3) Κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος. 4) Έκδοση χρήματος, σε ευρώ και νέα χρηματόγραφα. 5) Νέες βουλευτικές εκλογές)Δεν τα έπραξαν και ως εκ τούτου, όσα ακολούθησαν ήσαν, απολύτως, φυσικό να συμβούν, αφού το αλαλούμ των πράξεων, που ακολούθησε, μέχρι τις ημέρες μας, κατέστησε, απολύτως, αναξιόπιστους και χαρακτηρισμένους ως ψεύτες και απατεώνες, στα μάτια της μεγίστης πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας, τον Αλέξη Τσίπρα και τον ΣΥΡΙΖΑ. Κάτι, που συμπαρέσυρε και το σύνολο της ελληνικής αριστεράς, αφού η σημερινή κυβέρνηση και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτό, που κατάφεραν είναι το να πείσουν την ελληνική κοινωνία ότι δεν είναι δυνατόν να γίνει κάτι το διαφορετικό, από αυτό, που έγινε. Έτσι, οι σημερινοί κυβερνώντες έπεισαν την ελληνική κοινωνία ότι, ως εκ τούτου, το παλαιό πολιτικό κατεστημένο είχε δίκιο και ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ την εξαπάτησαν, με τις ψευδείς υποσχέσεις, που έδωσαν, περί κατάργησης των Μνημονίων, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και στο δημοψήφισμα της 5/7/2015 και με τις, επίσης, ψευδείς υποσχέσεις, περί εφαρμογής ενός "παράλληλου προγράμματος" - το οποίο υποτίθεται ότι θα ήταν αντίθετο, στο Μνημόνιο, που υπέγραψαν και τελικά, εφάρμοσαν -, που έδωσαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015. Από εκεί και πέρα, η ελληνική κοινωνία τους έκρινε, για την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου και για το 4ο Μνημόνιο, που συνομολόγησαν και εφαρμόζουν, με τους ευρωθεσμικούς δανειστές, νιώθωντας στο πετσί της και τεκμηριώνοντας, πλήρως, την τελική της ετυμηγορία ότι η κυβερνώσα Αριστερά την κορόϊδεψε. Υπ' αυτές τις συνθήκες, όσα συνέβησαν, στις ευρωεκλογές της 26/5/2019 και η επανάληψη, επί το ευρύτερον, της εκλογικής συντριβής, την οποία θα υποστεί ο ΣΥΡΙΖΑ την ερχόμενη Κυριακή, είναι φυσικά επακόλουθα των έργων της απερχόμενης κυβέρνησης].
 
 
 
 
 
 
 
Βέβαια, ο πρώτος που μίλησε, για το κόστος της διαπραγματευτικής περιόδου του πρώτου εξαμήνου της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, είναι ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδας και πρώην υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά, Γιάννης Στουρνάρας, που εικονίζεται, παραπάνω, στα φοιτητικά χρόνια της ζωής του, όταν ήταν κνίτης και ο οποίος, το 2016, είπε ότι : "Η διαπραγματευτική τακτική είχε κόστος τα 86 δισ. € του τρίτου μνημονίου και τους ελέγχους, στην κίνηση κεφαλαίων".
 
Σε αυτό το ποσόν, ήλθε ο Klaus Regling του E.S.M., να προσθέσει, άλλα 14 δισ. €, για να αυξήσει το κόστος της περιόδου Βαρουφάκη, στα 100 δισ. €, προσθέτοντας, από έναν πίνακα, με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, ως κόστος, την προβλεπόμενη ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας, κατά τα έτη 2015 και 2016, η οποία θα έφθανε, στα επίπεδα του 2,5%, το 2015 και στα 3,5%, το 2016.
 
Στην πραγματικότητα, όμως, τελικά, από τα 86 δισ. € του 3ου Μνημονίου, όπως αναφέρει, στον τελικό απολογισμό του, ο ίδιος ο E.S.M., χρησιμοποιήθηκε το συνολικό ποσό των 61,9 δισ. €, το οποίο διατέθηκε, για την Ελλάδα, εκ των οποίων, τα 36,3 δισ. € κάλυψαν ανάγκες εξυπηρέτησης του δημοσίου χρέους, τα 8,8 δισ. € κάλυψαν άλλες χρηματοδοτικές ανάγκες (που περιλαμβάνουν 7 δισ. €, για την πληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων του Δημοσίου και 500 εκατ. €, για ανάγκες διαρθρωτικών ταμείων), τα 5,4 δισ. ευρώ πήγαν, για την στήριξη και την ανακεφαλαιοποίηση τραπεζών (εκ των οποίων τα 2 δισ. ευρώ έχουν ήδη επιστραφεί) και 11,4 δισ. ευρώ χρησιμοποιούνται, για το μαξιλάρι ρευστότητας του 4ου Μνημονίου, το οποίο οι συντάκτες του ντρέπονται και να το αποκαλέσουν, με το όνομά του. Έτσι, τα 24,1 δισ. € του 3ου Μνημονίου δεν εκταμιεύθηκαν. Ο E.S.M. εξηγεί, μάλιστα, ότι το ποσόν αυτό έμεινε αδιάθετο, επειδή από τα 25 δισ. € που, αρχικά, είχαν προβλεφθεί, για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών χρησιμοποιήθηκαν, μόνο, τα 5,4 δισ. €, ενώ υπήρξαν και υψηλότερες του προβλεπόμενου εγχώριες πηγές εσόδων από την ταμειακή διαχείριση του Δημοσίου και τις επαναγορές χρεών.
 
(Ειρήσθω εν παρόδω, ότι η Νέα Δημοκρατία και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ως αντιπολίτευση, έχουν αναφερθεί, στο αποκαλούμενο "πρόγραμμα μεταμνημονιακής παρακολούθησης" του Ιουλίου - Αυγούστου του 2018, που συνομολόγησαν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και οι ευρωθεσμοί, με το πραγματικό του όνομα. Το αποκάλεσαν, ανοικτά και χωρίς περιστροφές, 4ο Μνημόνιο. Θα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δούμε, εάν πρόκειται να πράξουν το ίδιο και ως κυβέρνηση).
 
Παρά τα όποια λεγόμενα των Στουρνάρα και Regling, η αλήθεια είναι ότι, κατά το πρώτο εξάμηνο του 2015 και το δημόσιο χρέος μειώθηκε, κατά τι (από 317 δισ. €, στα 306 δισ. €, μη χρησιμοποιώντας τα ομόλογα του E.F.S.F., τα οποία εξέπεσαν, από το δημόσιο χρέος), ενώ και το ΑΕΠ παρουσίασε, κατά την ίδια περίοδο, μια μικρή αύξηση της τάξεως του 0,35%. Από εκεί και πέρα, μετά την παραίτηση του Γιάννη Βαρουφάκη, από το υπουργείο Οικονομικών, αυτά που έπραξαν ο Αλέξης Τσίπρας, με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, τον Γιώργο Χουλιαράκη και τους άλλους, εξετάζοντας τα πράγματα, μέσα από μια, επί του συγκεκριμένου, θεώρηση των γεγονότων, δεν αφορούν την περίοδο Βαρουφάκη. Αφορούν την μεταβαρουφακική περίοδο, με την οποία η περίοδος Βαρουφάκη συνδέεται, συνολικά, ως περίοδος Τσίπρα, αφού εκείνος σύναψε, με τους ευρωθεσμούς, το 3ο Μνημόνιο και φυσικά, το δάνειο του Μνημονίου αυτού ανήκει, εξ ολοκλήρου, στον απερχόμενο, πλέον, πρωθυπουργό.
 
Αλλά και ως προς το ζήτημα της επιβολής των capital controls, τα πράγματα είναι αμφιλεγόμενα. Είναι προφανής η ευθύνη της E.K.T. του Mario Draghi, για την επιβολή τους, αφού, στα τέλη Ιουλίου 2015, με την προκήρυξη του δημοψηφίσματος, η κεντρική ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης διέκοψε την χορήγηση του ELA, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και ενώ, από τον Φεβρουάριο του 2015, είχε σταματήσει να αποδέχεται, ως εξασφάλιση τα ελληνικά ομόλογα.
 
Βέβαια, ήταν ο Γιάννης Βαρουφάκης, μαζύ με την υπόλοιπη κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, που υπέγραψαν το κλείσμο των ελληνικών τραπεζών και την επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων και την επιβολή ορίου αναλήψεων, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς. Για αυτή την εξέλιξη, η οποία, στα πλαίσια μια άλλης οικονομικής πολιτικής - η οποία, όμως, ουδέποτε είχε αποφασισθεί να ακολουθηθεί -, θα μπορούσε να μην υπάρξει, η ευθύνη του Γιάννη Βαρουφάκη είναι πολύ σημαντική.
 
Όμως, αν την δούμε, μέσα στα πλαίσια της οικονομικής διαχείρισης, που κινείται, εντός της παραμονής της ελληνικής οικονομίας, στην ζώνη του ευρώ, η κίνηση αυτή ήταν πολύ καθυστερημένη και ως εκ τούτου, καταστροφική, αφού, κανονικά, οι ελληνικές κυβερνήσεις, που διαχειρίστηκαν την ελληνική χρεωκοπία του 2010, θα έπρεπε να προβούν, στην επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων και να βάλουν όρια, στις αναλήψεις, από τους τραπεζικούς λογαριασμούς, πολύ πριν από την χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 (αμέσως μετά την ένταξη της Ελλάδας, το 2002, στην ευρωζώνη, για να αποφύγουν την έξοδο των κεφαλαίων, από την ελληνική οικονομία, η οποία έφθασε όλα αυτά τα χρόνια, τουλάχιστον στο 1 τρισ. €)
 
Ή, τουλάχιστον, έπρεπε να προβούν, σε αυτές τις κινήσεις, με την έλευση της ελληνικής χρεωκοπίας, για να αποφύγουν την μαζική ροή των καταθέσεων, προς το εξωτερικό, αφού, το 2009, οι καταθέσεις, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα έφθαναν, στα 245 δισ. €, για να πέσουν, μέχρι τον Νοέμβριο του 2014, στα 170 δισ. € και να κατρακυλίσουν, τον Ιούνιο του 2015, στα 122 δισ. € (και γι' αυτήν την εξέλιξη, οι ευθύνες του Γιάννη Βαρουφάκη είναι, εξ ορισμού βαριές, για όσα συνέβησαν, επί των ημερών του).
 
 
Αλλά και οι προγενέστερες ευθύνες του Γιάννη Στουρνάρα είναι και αυτές πολύ μεγάλες, αφού, στις 15/12/2014, με την δήλωσή του ότι πρόκειται να υπάρξει έλλειψη ρευστότητας, στην αγορά (όπως και με την δήλωση του Άδωνι Γεωργιάδη, ως κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της Νέας Δημοκρατίας, η οποία, τότε, ήταν το μεγαλύτερο κυβερνητικό κόμμα, ότι οι καταθέτες είναι λογικό να αποσύρουν τις καταθέσεις τους), δημιούργησε πανικό, στις τάξεις του αποταμιευτικού κοινού, με αποτέλεσμα την επίταση του φαινομένου της απόσυρσης των τραπεζικών καταθέσεων.
 
Ομοίως, όσον αφορά τις ανακεφαλαιοποιήσεις (ειδικά η πρώτη έγινε για να καλυφθεί η τεράστια τρύπα από το PSI, επειδή οι τράπεζες διπλασίασαν το ποσό των ελληνικών ομολόγων που κατείχαν) των τραπεζών - για τις οποίες τράπεζες δεν υπάρχει συγκεκριμένο ελάχιστο ύψος καταθέσεων, προκειμένου να δίνουν δάνεια, αλλά αυτό που είναι αναγκαίο, είναι να έχουν καθαρό ενεργητικό - οι ανακεφαλαιοποιήσεις αυτές χρειάστηκαν και εξ αιτίας της μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά επειδή αυξήθηκαν, ασφυκτικά, τα κόκκινα δάνεια, τα οποία ήσαν, όμως, αναπόφευκτο να αυξηθούν, αφού η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης σημαίνει ότι είναι εσκεμμένη η υποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων του πληθυσμού, μέσω της επιβολής των διάφορων φόρων και των λοιπών οικονομικών επιβαρύνσεων.
 
Από εκεί και πέρα, η κατάρρευση των τραπεζών ήταν δεδομένη και ήδη από το καλοκαίρι του 2014, όταν ο Γιάννης Στουρνάρας, στην εισηγητική πρότασή του, προς την ΕΚΤ, θεωρούσε πως υπήρχε πρόβλημα κεφαλαιακής επάρκειας, στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
 
Αλλά, όπως είπαμε και ο Γιάννης Βαρουφάκης έχει ευθύνες, οι οποίες, τελικά, συνοψίζονται στο γεγονός ότι εμπιστεύτηκε και συνεργάστηκε, με αυτούς, που δεν έπρεπε να συνεργαστεί.
 
Το τί θα επακολουθήσει, μένει να το δούμε...