(Η εφαρμογή των Μνημονίων, η αμφιλεγόμενη μείωση των οικονομικών ανισοτήτων και η, εντελώς, ανεπαρκής συγκράτηση της διόγκωσης του φαινομένου της ακραίας φτώχειας).

 


 

Ένας πολύ χρήσιμος και ενημερωτικός πίνακας, με την πολιτική ανθρωπογεωγραφία των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα, κατά την περίοδο 2015 - 2018, που "ψάρεψα", στο διαδίκτυο και στον οποίο έκανα την απαραίτητη πρόσθεση των πρώην στελεχών του ΠΑΣΟΚ, που εισήλθαν, στην κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, κατά το 2019.
 
 
 
 
 
 
 
 
Καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ρίξει λευκή πετσέτα και οδηγείται, ησύχως και χωρίς αντίσταση, στην απομάκρυνσή του, από την κυβερνητική εξουσία, μέσα από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019, οι οποίες, ύστερα από τις ευρωεκλογές της 26/5/2019, έχουν αποκτήσει έναν διαδικαστικό χαρακτήρα, είναι χρήσιμο να κάνουμε μια πρόχειρη αποτίμηση του έργου των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα, αυτά τα 4 και 1/2 χρόνια, που πέρασαν, από τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, όταν δηλαδή αυτές οι κυβερνήσεις σχηματίστηκαν, στην αρχή, με την συμμετοχή του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου , με ενδιάμεσο σταθμό τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και στο τέλος, με τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία στηριζόταν, σε μια ετερόκλητη ομάδα ανεξαρτητοποιημένων βουλευτών, μέχρι το άδοξο τέλος της παρελθούσας βουλής, η θητεία της οποίας έληξε, στις 11/6/2019.
 
Κατ' αρχήν, βλέποντας τον παραπάνω πίνακα, με την πολιτική ανθρωπογεωγραφία των μελών των κυβερνήσεων του Αλέξη Τσίπρα, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτές οι κυβερνήσεις, στον βασικό τους κορμό, ήσαν, όπως πολλές φορές έχω γράψει, κυβερνήσεις των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, τα μέλη της οποίας, σε κάποια φάση της ζωής τους, εγκατέλειψαν το ΚΚΕ και στράφηκαν, σε άλλους πολιτικούς χώρους, για να ξαναβρεθούν, αργότερα, στον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου, που, κακήν-κακώς, συνέπηξαν, την εποχή της γκορμπατσωφικής περιόδου και της κατάρρευσης του "υπαρκτού σοσιαλισμού", το ΚΚΕ, με τον Χαρίλαο Φλωράκη και η ΕΑΡ, με τον Λεωνίδα Κύρκο και ύστερα, στον ριζοσπαστικοφανή ΣΥΡΙΖΑ του Αλέκου Αλαβάνου και του Αλέξη Τσίπρα.
 
Τί θα μπορούσε η ελληνική κοινωνία να περιμένει, από αυτούς τους ανθρώπους, τους οποίους, το 2010, η έλευση της ελληνικής χρεωκοπίας (αλλά και η ακατάσχετη υποσχεσιολογία, μαζύ με την επιφαινόμενη ριζοσπαστική τους ρητορική) έφερε, στο προσκήνιο της ελληνικής πολιτικής ζωής και τελικά, στην κυβερνητική εξουσία, ύστερα από την κατάρρευση του παλαιού δικομματισμού και ιδίως, την κονιορτοποίηση του ΠΑΣΟΚ, η κοινωνική και η εκλογική βάση του οποίου, κυριολεκτικά, εξαερώθηκε;
 
Πολλά και τίποτε.
 
Και από αυτά τα πολλά, τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, μαζύ με όλους τους άλλους, που προσκολλήθηκαν, σε αυτές τις κυβερνήσεις, προτίμησαν το τίποτε.
 
[Βέβαια, υπάρχουν και εξαιρέσεις, οι οποίες αφορούν (παρά τα τερατώδη λάθη τους) εκείνους, που τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2015, αποχώρησαν, από την κυβέρνηση και τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτές οι εξαιρέσεις δεν αλλάζουν την ουσία των πραγμάτων. Ούτε και άλλαξαν την φορά των εξελίξεων, αφού και πάλι, λόγω των βαρύτατων σφαλμάτων αυτών που αποχώρησαν, ο "νέος" - ο μνημονιακός και απαλλαγμένος, πλέον, από τους διαφωνούντες - ΣΥΡΙΖΑ της ηγετικής ομάδας των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού συνέχισε, αδιατάρακτα, την κυβερνητική του πορεία, μέχρι τις ημέρες μας].
 
Κάποιοι - και πάντως, όχι ελάχιστοι - θεωρούν αυτή την διαπίστωση υπερβολική. Θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα άφησαν και ένα κάποιο έργο (μικρότερο, ή μεγαλύτερο), το οποίο, μέσα στα αρνητικά των πεπραγμένων του, έχει θετικό πρόσημο.
 
Εξαρτάται πώς το βλέπει κανείς. 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ, κατά την διάρκεια της κυβερνητικής του θητείας, κατάφερε να "ηρεμήσει", να "εξημερώσει" την ελληνική κοινωνία και να την απομακρύνει, από την κατάσταση της προεπαναστατικής περιόδου, στην οποία αυτή βρέθηκε, πολύ γρήγορα, ύστερα από την ελληνική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010 και την βαρύτατη οικονομική κρίση, στην οποία ρίφθηκε, με την εφαρμογή των Μνημονίων, δια των οποίων χαλκεύθηκε, το καθεστώς της μοντέρνας χρεωδουλείας, από τους ευρωθεσμούς, το ΔΝΤ και τους εντόπιους επιστάτες αυτού του καθεστώτος, δηλαδή, από την συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου της χώρας, στην οποία, βεβαίως, ο ριζοσπαστικοφανής και "αντιμνημονιακός" ΣΥΡΙΖΑ εντάχθηκε, από τον Ιούλιο του 2015, πλήρως και χωρίς περιστροφές.
 
Η Ελλάδα του 2019 δεν είναι η ημιεξεγερμένη Ελλάδα του 2011-2012, ή η εξοργισμένη Ελλάδα του 2014. 
 
Και αυτό είναι, προφανώς, ένα έργο του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο αρκετοί το προσμετρούν, στα θετικά του. Όμως, εάν ξύσουμε την επιφάνεια, οδηγούμαστε, σε άλλα, εντελώς, διαφορετικά και αντίθετα συμπεράσματα. 
 
Η σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας, από το 2017, έστω και με την παραμονή της, στις πολύ χαμηλές πτήσεις, που διαδέχθηκαν, την ολέθρια κατάρρευση της ελληνικής παραγωγής και του ΑΕΠ της χώρας, το οποίο συρρικνώθηκε, μέχρι το 2016, κατά, περίπου 30%, συνέβαλε σε αυτή την "εξημέρωση" των παθών, μέσα στην ελληνική κοινωνία, στην μεγίστη πλειοψηφία της οποίας - προς το παρόν και άγνωστο έως πότε - ενσταλάχθηκε, μετά το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και την μεγάλη πολιτική νίκη του "ΝΑΙ", στο Μνημόνιο (παρά την ευρύτατη εκλογική επικράτηση του "ΟΧΙ"), η, έστω και απογοητευτική, αλλά και απελπιστική, πεποίθηση ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο, από αυτό, που έγινε. Ότι, δηλαδή, ο δρόμος των Μνημονίων, που ακολούθησε ο Αλέξης Τσίπρας, όπως και οι προηγούμενοι, από αυτόν, είναι μονόδρομος και ως εκ τούτου, ο μόνος δυνατός δρόμος.
 
Βέβαια, αυτή η σχηματισμένη πεποίθηση είναι εσφαλμένη, αλλά αυτό, επί του πρακτέου, ουδεμία σημασία έχει. Οι κοινωνίες βαδίζουν, σύμφωνα με τις συλλογικές πεποιθήσεις τους, όσο σωστές, ή όσο εσφαλμένες και αν είναι αυτές. Και φυσικά, αυτές οι πεποιθήσεις, δεν γεννώνται, εκ του μηδενός. Παράγονται, μέσα στους (και από τους) πολλαπλούς και ποικίλους μηχανισμούς προπαγάνδας των διάφορων ελίτ, που κυριαρχούν. Αυτή είναι η αλήθεια. Και η ελληνική κοινωνία δεν εξαιρείται, από τις άλλες κοινωνίες. Κάθε άλλο.
 
Η στερέωση αυτής της ψευδούς, αλλά και ευρέως, διαδεδομένης πεποίθησης, περί της αδυναμίας να ακολουθηθεί κάποιος άλλος δρόμος, εκτός από αυτόν των Μνημονίων, είναι έργο του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Και φυσικά, αυτό το έργο, είναι, απολύτως, αρνητικό, αφού είναι ένα καταστροφικό, για το μέλλον της ελληνικής κοινωνίας, έργο.
 
Αυτή είναι η απλή αλήθεια.
 
 
 
 
 
 
 
Ένα δεύτερο στοιχείο της πολιτικής των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο προσμετράται, στα θετικά του, είναι η, μέσα στα πλαίσια των Μνημονίων, συγκράτηση και η μείωση του φαινόμενου της ακραίας φτώχειας, η οποία ενέσκηψε, στην ελληνική κοινωνία, αμέσως, μετά την ελληνική χρεωκοπία του 2010, ως αποτέλεσμα της βαρύτατης και μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, που ακολούθησε και η οποία συνεχίζεται. Όπως προκύπτει, από την μακροσκοπική καθημερινή παρατήρηση της πραγματικότητας, που διέπει την ελληνική κοινωνία, αλλά και από τα στοιχεία, που προκύπτουν, από το, παραπάνω, γράφημα, το οποίο αφορά την εξέλιξη της οικονομικής ανισότητας, στον ελληνικό πληθυσμό, προ και κατά την διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, είναι γεγονός ότι, στα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ, οι οικονομικές ανισότητες μειώθηκαν, όχι, μόνο, σε σχέση, με τα προηγούμενα χρόνια της κρίσης, κατά την διάρκεια των οποίων είχαν μεγαλώσει, αλλά και σε σχέση, με τα, προ κρίσης, επίπεδα.
 
Είναι αυτή η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων ένα γεγονός, το οποίο μπορεί να χαρακτηρισθεί, ως αδιάφορο; 
 
Δεν είναι. Αλλά είναι χρήσιμο να εξετασθεί, μέσα στο πλαίσιο, στο οποίο εντάσσεται.
 
Και το πλαίσιο μέσα στο οποίο εντάσσεται αυτή η μείωση των οικονομικών ανισοτήτων, στα χρόνια της διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα και τα λοιπά ορφανά του ελληνικού σταλινισμού, είναι πολύ συγκεκριμένο και ασφυκτικά, περιοριστικό.
 
Αυτό το περιοριστικό πλαίσιο δεν είναι άλλο, από το πλαίσιο της βαριάς οικονομικής κρίσης, που έφεραν τα Μνημόνια, μέσα στα οποία εντάσσεται και το Μνημόνιο, που υπέγραψε, τον Αύγουστο του 2015 και εφάρμοσε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, μέχρι τον Αύγουστο του 2018. Όπως, επίσης, στο ίδιο ασφυκτικό πλαίσιο, εντάσσεται και το 4ο Μνημόνιο (το Μνημόνιο, του οποίου οι συντάκτες του ντρέπονται να πουν το όνομά του), που συνομολόγησαν, με τους ευρωθεσμούς, ο Αλέξης Τσίπρας και ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, τον Ιούλιο - Αύγουστο του 2018.
 
Έτσι, άλλο είναι το να μειώνουμε τις οικονομικές ανισότητες και να περιθωριοποιούμε το φαινόμενο της ακραίας φτώχειας, μέσα στα πλαίσια της ανάπτυξης της οικονομίας και ενός ΑΕΠ, που αυξάνεται και άλλο είναι το να μειώνουμε τις οικονομικές ανισότητες και να αντιμετωπίζουμε την γιγάντωση της ακραίας φτώχειας, στις πραγματικές συνθήκες της βαριάς και μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης, που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία, εξ αιτίας των Μνημονίων, που η παρούσα και απερχόμενη κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ εφαρμόζει. 
 
Στην πρώτη περίπτωση, η αντιμετώπιση των προβλημάτων, που απορρέουν από τις οικονομικές ανισότητες, όπως και αυτά, που προκύπτουν, από την ακραία φτώχεια, μπορούν, ευχερώς, να αντιμετωπισθούν και τα φαινόμενα αυτά να περιορισθούν, σημαντικά. 
 
Στην δεύτερη περίπτωση, όπου έχουμε να κάνουμε, με την μακροχρόνια και παρούσα βαριά οικονομική κρίση, στην οποία έχουν ρίψει την ελληνική κοινωνία τα Μνημόνια και η εφαρμογή τους, τα πράγματα είναι διαφορετικά, διότι η συντριπτική συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ και των εισοδημάτων του πληθυσμού οδηγεί στο απλούστατο γεγονός ότι το σύνολο, σχεδόν, του πληθυσμού της χώρας έχει υποστεί τέτοιες εισοδηματικές μειώσεις, που οι όποιες κυβερνητικές παρεμβάσεις μοιάζουν ως - και αποτελούν - μοιρασιά μιας γενικευμένης φτώχειας και όχι ως ένας συγκροτημένος μηχανισμός, που αντιμετωπίζει το πρόβλημα της συντριπτικής πτώσης της ελληνικής παραγωγής, από την πλευρά της συναθροιστικής ζήτησης, η οποία παραμένει και αυτή συρρικνωμένη, λόγω των μνημονιακών πολιτικών της διαρκούς λιτότητας.
 
Πέραν τούτου, η αντιμετώπιση της ακραίας φτώχειας, από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, αφορούσε την συγκράτηση των επιπέδων της, σε, πάντοτε, υψηλά επίπεδα, έστω και αν αυτά τα επίπεδα μειώθηκαν, σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο, αφού, ποτέ δεν έφθασαν - και μέσα από την εφαρμογή των περιοριστικών μέτρων των μνημονιακών πολιτικών δεν μπορούσαν να φθάσουν -, στα προ κρίσης επίπεδα.
 
Δηλαδή, αυτό που κατάφερε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είναι να περιορίσει τον ρυθμό διόγκωσης της ακραίας φτώχειας και να συγκρατήσει το βιοτικό επίπεδο των κοινωνικών ομάδων, που υποβιβάστηκαν, σε αυτή την κατάσταση, στα χρόνια της κρίσης.
 
Είναι αυτό λίγο;
 
Δεν είναι λίγο. Αλλά δεν είναι (και δεν κρίθηκε, από τους ψηφοφόρους) αρκετό. Είναι, εντελώς, ανεπαρκές.
 
Αυτή η πραγματικότητα, η οποία συνίσταται, στο απλούστατο γεγονός, ότι όποιος εφαρμόζει Μνημόνιο καταποντίζεται, πολιτικά και εκλογικά, αλλά και κοινωνικά, είναι που οδήγησε τον ΣΥΡΙΖΑ, στην εκλογική καταστροφή της 26/5/2019. Και αυτή η ίδια πραγματικότητα είναι που τον οδηγεί, τώρα, στην, ακόμη, μεγαλύτερη εκλογική καταστροφή της 7/7/2019.
 
Βέβαια, αυτή η πολιτική, που συνίσταται, στην μοιρασιά της φτώχειας και στην, έστω και εντελώς, ανεπαρκή αντιμετώπιση του φαινομένου της ακραίας φτώχειας, επέτρεψε, στον ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα να αποφύγει την εκλογική καταστροφή, που υπέστη, στις δικές του ημέρες, το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ και του Ευάγγελου Βενιζέλου
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε, παρά την εκλογική του συντριβή, να διατηρήσει ένα όχι ασήμαντο κομμάτι των εκλογικών εισροών, που κατέκτησε, κατά την περίοδο 2012 - 2015, συγκεντρώνοντας, στις ευρωεκλογές του περασμένου μήνα 1.343.816 ψήφους, ακριβώς, επειδή λειτούργησε, ως ένας "συμπονετικός" στρατοπεδάρχης, προς τους υπήκοους της σύγχρονης ελληνικής χρεωδουλοπαροικίας. 
 
Αυτή η συγκομιδή μπορεί να κριθεί, ως ικανοποιητική, αλλά όπως έχουμε γράψει, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, στις οποίες θα καταγραφούν οι όποιες νέες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, αυτή η εκλογική βάση των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού είναι και θα παραμείνει ευάλωτη, αφού το τωρινό κυβερνητικό κόμμα δεν έχει καταφέρει (και σε έναν σημαντικό βαθμό, η αλήθεια είναι ότι δεν έχει θελήσει) να αποκτήσει συνεκτικούς δεσμούς, με την ελληνική κοινωνία.
 
Αυτός είναι ένας πρώτος απολογισμός των έργων, που παρήγαγαν οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα και των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού, τώρα, που όλοι αυτοί οδεύουν προς απόσυρση. Με τα ελάχιστα καλά τους και τα θηριώδη κακά τους.
 
Το τί θα επακολουθήσει, αυτό είναι κάτι που βρίσκεται μπροστά μας. Θα το δούμε και θα το αντιμετωπίσουμε...