Καθώς βαδίζουμε, προς τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, ένα φάντασμα πλανάται και φοβίζει τον αστικό πολιτικό κόσμο και την εντόπια ελίτ.
 
Το φάντασμα της απλής αναλογικής.
 
Πράγματι, το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, που ψήφισε η απερχόμενη βουλή, μετά από πρόταση της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, με τον Ν. 4406/2016 ταράζει την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και το πολιτικό προσωπικό που συνωστίζεται, στο συρρικνωμένο και πλήρως, αστικοποιημένο ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ. Βέβαια, το εκλογικό σύστημα, που εισήγαγε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι η απλή (και ανόθευτη, όπως την αποκαλούσαν), που, παγίως, ζητούσε το σύνολο της ελληνικής κομμουνιστικής και λοιπής αριστεράς - όταν αυτή η λοιπή αριστερά βρισκόταν στην αντιπολίτευση.
 
Αυτό το εκλογικό σύστημα του Ν. 4406/2016, που ισχύει και θα ενεργοποιηθεί (εάν σταθεί δυνατόν να ενεργοποιηθεί), στις μεθεπόμενες βουλευτικές εκλογές, δεν είναι η απλή και ανόθευτη αναλογική, επειδή θεσπίζει το 3%, ως όριο εισόδου, στην βουλή, για τα κόμματα και τους μεμονωμένους υποψήφιους βουλευτές. Αυτή η πρόβλεψη του νόμου, που πέρασε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των Ανεξάρτητων Ελλήνων αλλοιώνει το στοιχείο της απλότητας, σε αυτό το αναλογικό σύστημα, αφού, δι' αυτού του τρόπου, αίρεται η ισοδυναμία της ψήφου του εκλογικού σώματος και ένα μέρος του οποίου δεν εκπροσωπείται, στο κοινοβούλιο.
 
Για τον λόγο αυτό δεν μπορούμε να μιλάμε για την καθαρή (την ανόθευτη) απλή αναλογική. Το εκλογικό σύστημα, που έφερε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, είναι, ένα αναλογικό εκλογικό σύστημα. Σίγουρα, είναι το απλούστερο εκλογικό σύστημα, που έχει ψηφιστεί, μετά την μεταπολίτευση του 1974, αλλά, όπως είπαμε, δεν είναι η καθαρή απλή αναλογική. Η άρση της ισοδυναμίας της λαϊκής ψήφου, με την μη αναλογική εκπροσώπηση, ενός τμήματος (μικρότερου, ή μεγαλύτερου) του ενεργού εκλογικού σώματος, διαφοροποιεί το (μέλλον να ισχύσει) εκλογικό σύστημα του Ν. 4406/2016, από αυτό της καθαρής αναλογικής και το προσδιορίζει, ως ένα ενδιάμεσο εκλογικό σύστημα, το οποίο βρίσκεται, ανάμεσα, στην απλή και στην ενισχυμένη αναλογική.
 
Βέβαια, αυτό το εκλογικό σύστημα μπορούμε να το περιγράψουμε, ορθότερα. Είναι ένα αναλογικό σύστημα, που συνδυάζει στοιχεία απλής και ενισχυμένης αναλογικής. Αυτή η διαπίστωση οδηγεί, σε ένα ερώτημα. Και το ερώτημα αυτό είναι, εάν αυτό το σύστημα είναι πιο κοντά, στην απλή, ή στην ενισχυμένη αναλογική.
 
Σε γενικές γραμμές είναι, πιο κοντά, στην απλή αναλογική, αλλά, στην πράξη, μπορεί να απομακρυνθεί, αρκετά, έως πολύ, από αυτήν. Είναι ζήτημα εκλογικών αποτελεσμάτων και λειτουργίας, του συστήματος αυτού, στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Ας δούμε το γιατί.
 
Παίρνοντας, για παράδειγμα, τις ευρωεκλογές της 26/5/2019 βλέπουμε ότι, στην συγκεκριμένη περίπτωση, εάν αυτές οι εκλογές ήσαν βουλευτικές, τότε θα είχαμε τα εξής αποτελέσματα :
 
 
Εγγεγραμμένοι : 10.074.898 ψηφοφόροι. Ψήφισαν, έγκυρα : 5.656.122 ψηφοφόροι.  Νέα Δημοκρατία : Ποσοστό 33,12%, ψήφοι 1.873.080, έδρες 99.


ΣΥΡΙΖΑ : Ποσοστό 23,76%, ψήφοι 1.343.816, έδρες 71.

ΚΙΝ.ΑΛ. : Ποσοστό 7,72%, ψήφοι 436.739, έδρες 23.

ΚΚΕ : Ποσοστό 5,35%, ψήφοι 302.673, έδρες 16.

Χρυσή Αυγή : Ποσοστό 4,88%, ψήφοι 275.821, έδρες 15.

Ελληνική Λύση : Ποσοστό 4,18%, ψήφοι 236.365, έδρες 12.

ΜέΡΑ25 : Ποσοστό 2,99%, ψήφοι 169.293, έδρες 9.

Πλεύση Ελευθερίας : Ποσοστό 1,61%, ψήφοι 90.856, έδρες 5.

Το Ποτάμι : Ποσοστό 1,52%, ψήφοι 85.998, έδρες 5.

Ένωση Κεντρώων : Ποσοστό 1,45%, ψήφοι 82.075, έδρες 4.

Ο Άλλος Δρόμος (Νότης Μαριάς) : Ποσοστό 1,24%, ψήφοι 70.288, έδρες 4.

ΛΑ.Ο.Σ. : Ποσοστό 1,23%, ψήφοι 69.528, ψήφοι, έδρες 4.

Πολίτες (Ηλίας Ψινάκης) : Ποσοστό 0,91%, ψήφοι 51.405, έδρες 3.

Οικολόγοι Πράσινοι : Ποσοστό 0,87%, ψήφοι 49.111, έδρες 3.

Ανεξάρτητοι Έλληνες : Ποσοστό 0,80%, ψήφοι 45.148, έδρες 2.

Ελεύθερη Πατρίδα : Ποσοστό 0,73%, ψήφοι 41.189, έδρες 2.

ΚΙΕΦ (μειονοτικό Θράκης) : Ποσοστό 0,71%, ψήφοι 40.243, έδρες 2.

Δημιουργία ξανά! : Ποσοστό 0,69%, ψήφοι 39.123, έδρες 2.

Νέα Δεξιά (Φαήλος Κρανιδιώτης) : Ποσοστό 0,66%, ψήφοι 37.513, έδρες 2.

ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α. : Ποσοστό 0,64%, ψήφοι 36.334, έδρες 2.

Α.Κ.Κ.ΕΛ. Ποσοστό 0,56%, ψήφοι 31.807, έδρες 2.

ΛΑ.Ε. : Ποσοστό 0,56%, ψήφοι 31.674, έδρες 2.

Ελλήνων Συνέλευσις (Αρτέμης Σώρρας) : 0,52, ψήφοι 29.485, έδρες 2.

Οικολόγοι Πράσινοι-Αλληλ. : Ποσοστό 0,45%, ψήφοι 25.443, έδρες 1.

ΕΝΥΠΕΚΚ (Αλέξης Μητρόπουλος) : Ποσοστό 0,40%, ψήφοι 22.349, έδρες 1.

Κόμμα Νέων : Ποσοστό 0,33%, ψήφοι 18.506, έδρες 1.

Δημοκρατική Ευθύνη (Αλέκος Παπαδόπουλος) : Ποσοστό 0,32%, ψήφοι 18.170, έδρες 1.

Νέα Ελληνική Ορμή (Κατερίνα Παπακώστα) : Ποσοστό 0,22%, ψήφοι 12.288, έδρες 1.

Μ-Λ ΚΚΕ : Ποσοστό 0,22%, ψήφοι 12.270, έδρες 1.

Έλληνες Οικολόγοι Ποσοστό : 0,20%, ψήφοι 11.539, έδρες 1.

Εθνικό Μέτωπο : Ποσοστό 0,19, ψήφοι 10.796, έδρες 1.

"ΛΕΥΚΟ" : Ποσοστό 0,18%, ψήφοι 10.314, έδρες 1.

Άρμα Συνεργασίας (Γιάννης Δημαράς) : Ποσοστό 0,18%, ψήφοι 9.920.

Έλλ. Ριζοσπάστες (Σάββας Τσιτουρίδης) : Ποσοστό 0,16%, ψήφοι 9.265.

Ουράνιο Τόξο (σλαβομακεδονικό) : Ποσοστό 0,11%, ψήφοι 6.412.

Φιλελ. Συμμαχία : Ποσοστό 0,11, ψήφοι 6.193.

ΟΚΔΕ : Ποσοστό 0,09%, ψήφοι 4.821.

ΛΕΥΚΟ-ΑΚΕ-ΕΝ.Π.ΑΝ. : Ποσοστό 0,06%, ψήφοι 3.135.

Δημήτρης Κολλάτος : Ποσοστό 0,06%, ψήφοι 3.131.

Ελληνικό Όραμα : Ποσοστό 0,04%, ψήφοι 2.038.
 
 
 
Οι υπολογισμοί, που γίνονται, εδώ, δεν γίνονται, επί των εγγεγραμμένων. Γίνονται, επί όσων ψηφοφόρων έδωσαν έγκυρη ψήφο (αν και στο αυθεντικό αναλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, ο υπολογισμός θα έπρεπε να γίνει, επί των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων και οι έδρες, που αντιστοιχούν, σε εκείνους τους ψηφοφόρους, που προτίμησαν την αποχή, το άκυρο και το λευκό, θα έπρεπε να κατανεμηθούν, ως κενές) και θεωρούν, ως δεδομένο ότι οι βουλευτικές έδρες είναι 300, οπότε, αν είχαμε καθαρή απλή αναλογική, το όριο εισόδου ενός κόμματος, στην βουλή, φθάνει, στο  0,33333333333333333333333333333333%.
 
Εάν οι ευρωεκλογές της 26/5/2019 λειτουργούσαν, ως βουλευτικές εκλογές, αυτή θα ήταν η εικόνα της βουλής, εάν το εκλογικό σύστημα ήταν η απλή και ανόθευτη αναλογική. Όμως, με το όριο του ποσοστού του 3% των έγκυρων ψήφων, για την είσοδο των κομμάτων και των μεμονωμένων υποψήφιων, στην βουλή, το σύστημα αυτό, όχι, μόνο δεν είναι απλή αναλογική, αλλά και απομακρύνεται, αρκετά, έως πολύ από την απλή και ανόθευτη αναλογική, αφού όλα τα κόμματα κάτω από την Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, τα οποία βρίσκονται, κάτω από αυτό το όριο, μένουν εκτός βουλής.
 
Έτσι τα κόμματα αυτά, που συγκεντρώνουν το 21% του συνόλου των εγκύρων ψήφων, μένουν εκτός βουλής και οι έδρες 64 έδρες, που θα ελάμβαναν, με το σύστημα της καθαρής απλής αναλογικής, πηγαίνουν, στα κόμματα, που υπερέβησαν το όριο του 3% των ψήφων, που θεσπίζει ο εκλογικός νόμος, που πέρασε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα. Αυτό σημαίνει ότι 1.187.628 ψηφοφόροι, που αντιπροσωπεύουν το 20,997% του ενεργού εκλογικού σώματος που έλαβε μέρος, στις εκλογές της 26/5/2019, δεν θα εκπροσωπούνταν, στην βουλή.
 
Το μέγεθος αυτό των μη εκπροσωπούμενων ψηφοφόρων είναι πολύ μεγάλο, για να μπορέσουμε να πούμε ότι το εκλογικό σύστημα, που πέρασε ο ΣΥΡΙΖΑ, λειτουργεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, ως σύστημα που πλησιάζει, στην απλή αναλογική. Δεν λειτουργεί έτσι. Κάθε άλλο, αφού ενισχύει τα 6 πρώτα κόμματα, που εισέρχονται, στην βουλή, με 64 έδρες και με αυτόν τον τρόπο λειτουργεί, στην πράξη, ως ένα σύστημα ενισχυμένης αναλογικής.
 
(Η δικαιολογία, που προβάλλουν ο Αλέξης Τσίπρας, ο Πάνος Καμμένος, ο Χριστόφορος Βερναρδάκης και η κυβέρνησή τους, ότι η θέσπιση του ορίου του 3% των ψήφων, για την είσοδο των κομμάτων και των μεμονωμένων υποψηφίων, στην βουλή, γίνεται, για εθνικούς λόγους, προκειμένου να μην μπορεί να εκπροσωπηθεί, κοινοβουλευτικά, ένα μειονοτικό κόμμα των τουρκικής καταγωγής ψηφοφόρων, που κατοικούν, στην Θράκη, είναι ένα πολιτικό επιχείρημα, που δεν έχει καμμία σχέση, με την αστική έννοια της λαϊκής κυριαρχίας, την οποία, κατάφωρα, αντιστρατεύεται. Οι ψηφοφόροι, σε κάθε περίπτωση, σε ένα καθεστώς αστικής δημοκρατίας, πρέπει να αντιπροσωπεύονται, έτσι όπως αυτοί επιθυμούν να αντιπροσωπεύονται. Τα υπόλοιπα αποτελούν νόθευση της λαϊκής βούλησης, η οποία δεν δικαιολογείται, ούτε συγχωρείται. Άλλωστε, η λοιπή νομοθεσία του κράτους - και η εφαρμογή της - είναι αρκετή να αντιμετωπίσει τα προβλήματα, που ο ΣΥΡΙΖΑ και ο αστικός πολιτικός κόσμος επικαλούνται, προκειμένου να δικαιολογήσουν την επιβολή του ορίου του 3%, για την είσοδο των κομμάτων και των μεμονωμένων υποψηφίων, στην βουλή).
 
Με αυτά τα δεδομένα και έχοντας υπόψη ότι όσα περισσότερα κόμματα, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, ξεπερνούν το όριο του ποσοστού του 3% των ψήφων, τόσο μειώνεται ο αριθμός των αδιάθετων εδρών και τόσο περισσότερο, ο εκλογικός νόμος, που ψήφισε η απερχόμενη βουλή, λειτουργεί, ως ένα εκλογικό σύστημα, που πλησιάζει, στην απλή αναλογική, ο κατεστημένος αστικός πολιτικός κόσμος και η ελίτ του τόπου φοβούνται την εφαρμογή του Ν. 4406/2016, τον οποίον επιθυμούν να καταργηθεί, πάση θυσία και ει δυνατόν, να μην εφαρμοσθεί ποτέ.
 
Τί φοβούνται; Λένε ότι φοβούνται την ακυβερνησία.
 
Αυτό, στην δική τους ιδιόλεκτη γλώσσα, σημαίνει ότι δεν επιθυμούν τις δυσχέρειες, στον σχηματισμό των κυβερνήσεων και κυρίως, την εμφάνιση κυβερνήσεων, οι οποίες μπορεί να είναι μη αρεστές. (Βέβαια, το τελευταίο φαινόμενο μπορεί να εμφανισθεί και με εκλογικά συστήματα ενισχυμένης αναλογικής, αλλά η απλή αναλογική αυξάνει τις πιθανότητες να προκύψουν περίεργα και μη ελεγχόμενα συνεργατικά κυβερνητικά σχήματα).
 
Βέβαια, η αλήθεια είναι ότι το εκλογικό σύστημα του Ν. 4406/2016, δυσχεραίνει τον σχηματισμό κυβερνήσεων, σε σχέση με τα συστήματα της ενισχυμένης αναλογικής, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείει τον σχηματισμό τους. Κάθε άλλο. Κυβερνήσεις συνεργασίας μπορούν να σχηματισθούν και όταν χρειασθεί, σχηματίζονται. Δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Άλλωστε, σε κάθε περίπτωση, όπως είναι του συρμού να λέγεται (και ορθώς, λέγεται), το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα δεν έχει αδιέξοδα. Σε κάθε περίπτωση υπάρχουν οι εκλογές, οι οποίες λύνουν τα ζητήματα της διακυβέρνησης.
 
Το πρόβλημα είναι ότι η εντόπια πολιτικοοικονομική ελίτ θεωρεί ότι το εκλογικό σύστημα της ενισχυμένης αναλογικής την βοηθάει, στον σχηματισμό μονοκομματικών, ή δικομματικών κυβερνήσεων, οι οποίες, μέσα σε ένα περιβάλλον - υποτιθέμενης - σταθερότητας και με έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα τετραετίας, έχουν την δύναμη και την ικανότητα να λαμβάνουν γοργές αποφάσεις, επί των τακτικών και των στρατηγικών ζητημάτων της χώρας, είτε (και αδιάφορο, εάν) αυτές είναι ορθές, ή εσφαλμένες.
 
(Κάπως έτσι, η πολιτικοοικονομική ολιγαρχία εκείνων των εποχών κρέμασε την οικονομία και τον πληθυσμό της χώρας, αφ' ενός μεν, με την κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή, δια της υπογραφής, στις 28 Μαΐου 1979, της Πράξης Προσχώρησης της Ελλάδας, στην Ε.Ο.Κ. και αφ' ετέρου, δε, με την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, δια της υπογραφής, τον Απρίλιο του 2000, της Συνθήκης ένταξης της Ελλάδας, στην ευρωζώνη).
 
Έτσι, στην δική τους ιδιόλεκτη γλώσσα, ο κατεστημένος πολιτικός κόσμος και η οικονομική ελίτ του τόπου, θεωρούν ότι οι κυβερνήσεις, που δεν είναι μονοκομματικές, ή που δεν σχηματίζονται από δύο κατεστημένα πολιτικά κόμματα, είναι αδύναμες και ασταθείς, γεγονός, που σημαίνει ότι δεν λαμβάνονται οι απαραίτητες γρήγορες και "σωστές" αποφάσεις, την ίδια στιγμή, που κινδυνεύουν από πτώση, λόγω - υποτιθέμενης - ασυνεννοησίας των εκάστοτε κυβερνητικών εταίρων.
 
Ανοησίες. Το πρόβλημά τους είναι άλλο και καμουφλάρεται, με αυτή την επιχειρηματολογία, προκειμένου να στραφεί η προσοχή της κοινής γνώμης της χώρας μας, από αυτά, που, πραγματικά, ο κατεστημένος αστικός πολιτικός κόσμος, που εκφράζεται, στις ημέρες μας, από την Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και η οικονομική ελίτ της χώρας, φοβούνται και επιθυμούν να αποφύγουν.
 
Αυτά, που όλοι αυτοί φοβούνται, σε σχέση με την απλή αναλογική, είναι πολύ απλά.
 
Όταν η πολιτικοοικονομική και η λοιπή ελίτ της χώρας αναφέρεται, στις αδύναμες κυβερνήσεις, που προκύπτουν, από το αναλογικό εκλογικό σύσημα του Ν. 4406/2016, εννοεί ότι αυτές οι κυβερνήσεις είναι επιρρεπείς, στην λήψη αποφάσεων, οι οποίες δεν είναι αρεστές στην οικονομική ολιγαρχία (τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις της οποίας ταυτίζονται, με τα συμφέροντα της χώρας). Και εδώ, είναι που εισερχόμαστε, στην ουσία της όλης υπόθεσης.
 
Οι κυβερνήσεις, που προκύπτουν, από την απλή αναλογική, είναι αδύναμες και ως εκ τούτου, επιρρεπείς, σε μη αρεστές, για την εντόπια ελίτ, αποφάσεις, επειδή ελέγχονται, από κοινοβούλια, τα οποία αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη γκάμα πολιτικών απόψεων και σχεδιασμών, όπως και μια μεγάλη βεντάλια συμφερόντων, που αντιστοιχούν, στην κοινωνία και είναι δυσχερές να καναλιζαρισθούν, στις επιθυμητές κατευθύνσεις, από τα ελεγχόμενα, από την εντόπια και την διεθνή ελίτ, ΜΜΕ της χώρας μας. Ιδίως, μάλιστα, όταν η ελληνική κοινωνία βιώνει μια βαθύτατη και πολυετή οικονομική και κοινωνική κρίση, όπως αυτή, που έφερε η κρατική χρεωκοπία του Απριλίου του 2010, η οποία κρίση συνεχίζεται ακάθεκτη.
 
Αυτός ο, δυναμικά, ενεργός αντιπροσωπευτικός δεσμός των βουλευτών, ως εκπροσώπων των ευρέων συμφερόντων της ελληνικής κοινωνίας (έστω και αν είναι στρεβλός, επειδή είναι θεσμός έμμεσης άσκησης της εξουσίας, από τους αντιπροσωπευόμενους) και ο οποίος οδηγεί, στον αποκαλούμενο "λαϊκισμό" και η εγγενής αντίσταση, που προκύπτει από αυτόν τον ενεργό δεσμό αντιπροσώπευσης βουλευτών - ψηφοφόρων, όπως και η αιφνιδιαστική εμφάνιση πολιτικών σχηματισμών, που εκτρέπουν τους όποιους σχεδιασμούς, είναι που φοβίζουν, ως "παρενέργειες" της απλής αναλογικής και του εκλογικού συστήματος του Ν. 4406/2016, την κατεστημένη ελίτ της χώρας.
 
Αυτή είναι η ουσιώδης αιτία της αποστροφής του παραδοσιακού κατεστημένου πολιτικού κόσμου της χώρας, στον Ν. 4406/2016. Δεν επιθυμούν και δεν αντέχουν τον έλεγχο του εκλογικού σώματος και της ελληνικής κοινωνίας. Και φυσικά, δεν επιθυμούν τις ανατροπές.
 
Ως εκ τούτου, θα κάνουν ό,τι περνάει, από το χέρι τους, να καταργήσουν τον εκλογικό νόμο, που καθιέρωσε η παρούσα βουλή, έστω και αν - αλλά και επειδή - αυτός προβλέπεται ότι θα ισχύσει, από τις μεθεπόμενες βουλευτικές εκλογές. Και φυσικά, θα κάνουν, όπως είπαμε, ό,τι μπορούν, ώστε αυτός ο εκλογικός νόμος να μην ισχύσει καθόλου.
 
Η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, που είναι πολύ πιθανό να κατακτήσει, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, την κοινοβουλευτική αυτοδυναμία, έχει καταστήσει σαφές ότι ένα από τα πρώτα έργα, που προτίθεται να πράξει, είναι να καταργήσει τον Ν. 4406/2016. Σε αυτή την κατεύθυνση κινείται και το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά
 
(Εδώ, αξίζει να θυμηθούμε, με μεγάλη θυμηδία, μία, από τις μεγάλες προδοσίες του ιστορικού προγράμματος του ΠΑΣΟΚ της περιόδου 1974 - 1981, είναι, ακριβώς, το ζήτημα της απλής αναλογικής, την οποία το κόμμα του Ανδρέα Παπανδρέου την είχε, ως ένα από τους βασικούς στόχους του, τον οποίο και εγκατέλειψε, όπως και πολλούς άλλους, οι οποίοι έχουν, ιστορικά, δικαιωθεί).
 
Έτσι, η επόμενη βουλή θα καταργήσει - εάν τα καταφέρει - το εκλογικό σύστημα του Ν. 4406/2016 και θα το αντικαταστήσει, με ένα εκλογικό σύστημα ενισχυμένης αναλογικής (ή με ένα πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα), αλλά ο νόμος που θα ψηφίσει, εάν δεν ψηφιστεί, από τα 2/3 του όλου αριθμού των βουλευτών, δεν θα εφαρμοσθεί, αμέσως. Θα πρέπει, προηγουμένως, εφαρμοσθεί ο, προς κατάργηση, εκλογικός νόμος, στις μεθεπόμενες βουλευτικές εκλογές και μετά, από εκείνες τις βουλευτικές εκλογές, που θα ακολουθήσουν τις μεθεπόμενες, θα εφαρμοσθεί ο εκλογικός νόμος της μέλλουσας κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη.
 
Αυτό είναι το ένα σενάριο. Υπάρχει και ένα άλλο, το οποίο είναι πολύ ενδιαφέρον και το οποίο έχω περιγράψει, σε ένα πρόσφατο δημοσίευμά μου, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Οι εκλογές, η νέα βουλή και ο ορατός κίνδυνος, για την συνταγματική νομιμοποίηση του μνημονιακού καθεστώτος και ενός εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής, ή πλειοψηφικού. (Πρόκειται για βλακεία της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, ή για επίδειξη μακιαβελλισμού);. Το σενάριο αυτό σχετίζεται, με την αναθεώρηση του Συντάγματος, μιά και η επόμενη βουλή θα είναι και αναθεωρητική βουλή.
 
Η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ φρόντισε, τον περασμένο Μάρτιο να καταστήσει την βουλή αναθεωρητική και να περάσει, με περισσότερες, από 151 ψήφους (και λιγότερες από 180) πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 54 του Συντάγματος, στο οποίο γίνεται λόγος, για το εκλογικό σύστημα. Με την πρόταση αυτή η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα προβλέπει την συνταγματική κατοχύρωση του Ν. 4406/2016, αλλά αυτή η πρόταση, με δεδομένη την πλειοψηφία - σχετική ή απόλυτη - της Νέας Δημοκρατίας, στην επόμενη βουλή και με δεδομένη, επίσης, την συνεπικουρία του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ και ίσως και διάφορων άλλων προθύμων, μπορεί να γίνει μπούμερανγκ.
 
Αυτό, που μπορεί να συμβεί, εάν η επόμενη κυβέρνηση προχωρήσει την συνταγματική αναθεώρηση, για το άρθρο 54 του Συντάγματος, είναι να σταθεί δυνατό να βρεθεί μια πλειοψηφία 180 βουλευτών, η οποία να αναθεωρήσει το, εν λόγω, άρθρο, προς την αντίθετη κατεύθυνση, από αυτήν, που προτείνει η πλειοψηφία της παρούσας και απερχόμενης βουλής.
 
Έτσι, αντί για την συνταγματική κατοχύρωση του εκλογικού συστήματος του Ν. 4406/2016, που - υποτίθεται ότι - επιδιώκει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι πιθανό να προκύψει, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, η συνταγματική κατοχύρωση του εκλογικού συστήματος ενισχυμένης αναλογικής (ή του πλειοψηφικού), που , ίσως, προτείνει η Νέα Δημοκρατία, με την συνεπικουρία του ΚΙΝΑΛ. Και αυτό θα συμβεί, επειδή, απλούστατα, το κείμενο της τωρινής πρότασης για την αναθεώρηση του άρθρου 54 του Συντάγματος, την οποία ψήφισε η παρούσα βουλή, δεν δεσμεύει την επόμενη βουλή, που θα προκύψει, από τις εκλογές της 7ης Ιουλίου και η οποία μπορεί να τροποποιήσει και να αλλάξει το περιεχόμενο του αναθεωρούμενου άρθρου, κατά το δοκούν, εφ' όσον, βέβαια, συγκεντρωθούν, τουλάχιστον, 180 ψήφοι. Κάτι, που δεν είναι, καθόλου, απίθανο. Είναι πιθανό.
 
Όλα αυτά, όμως, αφορούν την γραφειοκρατία του κατεστημένου πολιτικού κόσμου. Αυτός θα βρει τις λύσεις, που θέλει (ή δεν θα τις βρει). Αυτό, που ενδιαφέρει εμένα έχει να κάνει, με το τί είναι καλύτερο, μέσα στις δεδομένες συνθήκες του καθεστώτος της νομιζόμενης αστικής δημοκρατίας, στο οποίο είμαστε υποτελείς.
 
Κατ' αρχήν, αυτό που πρέπει να γίνει, είναι να παύσει το υπάρχον καθεστώς να είναι μια νομιζόμενη δημοκρατία. Πρέπει δηλαδή, να καταργηθεί η νεοαποικιακή χρεωδουλεία, στην οποία έχει οδηγηθεί και την οποία υφίσταται η ελληνική κοινωνία. Χωρίς αυτή την κοινωνική και εθνική απελευθέρωση, η ελληνική κοινωνία δεν μπορεί να επιτύχει τίποτε. Και αυτό είναι απαραίτητο να γίνει κατανοητό, σε ολόκληρη την κοινωνία μας, στην οποία σερβίρονται επικοινωνιακές απάτες, που κρατούν τον πληθυσμό, μέσα σε ένα σύννεφο αυταπατών.
 
Από εκεί και πέρα, εάν το πολιτικό καθεστώς της χώρας μας μετατραπεί, σε μια κανονική αστική δημοκρατία, είναι σαφές ότι το εκλογικό σύστημα, το οποίο θα πρέπει να υπάρξει, είναι ένα σύστημα, το οποίο θα κρατάει - όσο το δυνατόν περισσότερο - δέσμιους, στις διαθέσεις του εκλογικού σώματος και της κοινωνίας, τους υποτιθέμενους αντιπροσώπους, που αναδεικνύονται, μέσα από τις ψηφοφορίες, για την, εκάστοτε, σύνθεση της βουλής.
 
Αυτό σημαίνει ότι η εκάστοτε βουλή πρέπει να επιλέγει κυβερνήσεις, οι οποίες θα λογοδοτούν, ει δυνατόν, σε καθημερινή βάση, στην εκπροσωπούμενη κοινωνία, έστω και μέσα από την στρέβλωση, που προκύπτει, από τον συγκεκριμένο θεσμό αντιπροσώπευσης, που είναι η βουλή.
 
Προσωπική μου γνώμη είναι ότι υπάρχουν δύο συστήματα αναλογικής εκπροσώπησης, μέσα, στο καθεστώς της καπιταλιστικής δημοκρατίας, στο οποίο ζούμε, τα οποία είναι δυνατόν να κρατούν τις κυβερνήσεις δέσμιες, στην κοινωνία.
 
Το ένα είναι η καθαρή απλή αναλογική, με τις ευρείες εκλογικές περιφέρειες, υπό το καθεστώς της οποίας υπάρχει πλήρης ισοδυναμία της κάθε μίας ψήφου, όπως αυτό το καθεστώς απεικονίζεται, στο παράδειγμα των ευρωεκλογών, που ανέφερα, παραπάνω.
 
Το δεύτερο σύστημα ομοιάζει, με πλειοψηφικό σύστημα, αλλά απέχει πολύ, από το να είναι κάτι τέτοιο. Το σύστημα αυτό θα πρέπει να λειτουργεί, με πολύ στενές μονοεδρικές εκλογικές περιφέρειες, στις οποίες να εκτίθενται (κατά προτίμηση, σε μια εκλογική διαδικασία ενός γύρου και με σχετική πλειοψηφία) οι, κατά τόπους, υποψήφιοι, με θεσπισμένο όριο, για κάθε περιφέρεια, π.χ. τους 12.000 ψηφοφόρους.
 
Μια τέτοια ρύθμιση, βέβαια, σημαίνει ότι οι βουλευτικές έδρες, π.χ. στην περίπτωση των ευρωεκλογών της 26/5/2019 και των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019, θα σημάνει μεγάλη αύξηση των βουλευτικών εδρών (από 300, που είναι σήμερα) θα διαμορφωθούν, υπολογίζοντας, το σύνολο των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ως εξής : 10.074.898 / 12.000 = 839,57. Ήτοι σε 840 βουλευτικές έδρες. Μπορεί να φαίνονται πολλές, αλλά, όπως και να το κάνουμε, η αστική δημοκρατία κοστίζει.
 
Όμως και στις δύο περιπτώσεις, αυτές οι ρυθμίσεις δεν είναι αρκετές, προκειμένου οι υποτιθέμενοι κοινοβουλευτικοί αντιπρόσωποι του εκλογικού σώματος να μείνουν, υπό τον έλεγχο των εκφρασμένων απόψεων και των συμφερόντων των ομάδων, που συγκροτούν την κοινωνία μας.
 
Απαραίτητη και στις δύο περιπτώσεις, είναι η καθιέρωση του θεσμού της ψήφου δυσπιστίας, κατά των εκλεγμένων αντιπροσώπων, κάθε μίας στενής εκλογικής περιφέρειας, από έναν συγκεκριμένο αριθμό ψηφοφόρων, ο οποίος θα έχει θεσπισθεί.
 
Η υποβολή μιας τέτοιας πρότασης δυσπιστίας, σύμφωνα με την αρχή της ανακλητότητας των αιρετών εκπροσώπων, από τον, κατά περίπτωση, θεσπισμένο αριθμό των εκλογέων, που ψηφίζουν, σε κάθε - ευρεία, ή στενή - εκλογική περιφέρεια, θα διακόπτει την θητεία του υπάρχοντος εκπροσώπου των εκλογέων και θα οδηγεί, στην διενέργεια νέων τοπικών εκλογών, για την ανάδειξη νέου εκπροσώπου (ή και του ίδιου, εάν υποβάλλει υποψηφιότητα και επανεκλεγεί).
 
Κάπως έτσι, η κοινωνία, με την πολλαπλότητα των απόψεων και των συμφερόντων της, θα μπορεί να έχει, υπό στενό έλεγχο, τις κυβερνήσεις, που αναδεικνύει το κοινοβούλιο.
 
(Αν και το καθεστώς της άμεσης δημοκρατίας και της, εκ περιτροπής, εναλλαγής καθηκόντων των πολιτών, είναι το καθεστώς, που είναι το καλύτερο και αρμόζον. Όμως, ως κοινωνία και ως ανθρωπότητα, απέχουμε πολύ από αυτό. Και πιθανότατα, ουδέποτε θα το φθάσουμε. Και αυτό, όχι επειδή δεν υπάρχει η κοινωνική τεχνολογία, για κάτι τέτοιο, αλλά επειδή δεν λειτουργεί, έτσι, η κοινωνική μηχανική).
 
Το τί θα γίνει, θα είμαστε εδώ, να το δούμε...