Αυτό που έκαναν οι ευρωεκλογές της 26/5/2019 και το οποίο ολοκληρώθηκε, με τον χθεσινό δεύτερο γύρο των περιφερειακών και δημοτικών εκλογών, δεν είναι, μόνο η αλλαγή στην σειρά κατάταξης των δύο κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, με την άνετη πρωτοπορία της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και την πολύ μεγάλη ήττα του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα.
 
Αν ήταν, μόνον, αυτό, η αλλαγή θα ήταν επουσιώδης. Όπως επουσιώδης θα ήταν, ακόμη και η τεράστια στροφή της ελληνικής κοινωνίας, προς τον συντηρητισμό, την οποία κατέγραψε η εκλογική διαδικασία των δύο περασμένων Κυριακών, παρά το γεγονός ότι μια τέτοιας έκτασης συντηρητική στροφή δεν έχει καταγραφεί, ούτε στις πρώτες βουλευτικές εκλογές της Μεταπολίτευσης, που συμπληρώθηκαν, από τις εκλογές του 1975, για την τοπική διοίκηση.
 
Βέβαια, η ολοκλήρωση της, μέχρι τώρα, εκλογικής διαδικασίας έχει αφήσει κάποιες εκκρεμότητες, που αφορούν την, επί του παρόντος, διατήρηση του μικρού δικομματισμού, που αναδείχτηκε, στις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012, οι οποίες θα διευθετηθούν, στις βουλευτικές εκλογές, που έρχονται και οι οποίες θα γίνουν στις 7 Ιουλίου, αλλά μια πρώτη εικόνα μπορούμε να έχουμε, με τα, έως τώρα, δεδομένα, που έχουν διαμορφωθεί.
 
Η αντοχή του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την πολύ μεγάλη ήττα του, η οποία έφθασε, στα όρια της συντριβής, είναι η πρώτη διαπίστωση, που προκύπτει, από τα αποτελέσματα των διαδοχικών καλπών, παρά την καταθλιπτική, για την Κουμουνδούρου, εικόνα, που αναδεικνύεται, από τους χάρτες των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, στους οποίους η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας, αν και δεν έφθασε, άγγιξε το απόλυτο.
 
Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει ολοκληρώσει την δημιουργία ριζών, με την ελληνική κοινωνία και να βρίσκεται σε απόσταση, από αυτόν τον στόχο, λόγω και του δεδομένου σεκταρισμού των στελεχών του, αλλά η αλήθεια είναι ο ότι ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να είναι ευτυχείς, για το γεγονός ότι κατάφεραν, στις ευρωεκλογές του περασμένου Μαΐου να ελκύσουν 1.343.816 ψηφοφόρους και να πάρουν την ψήφο τους, συγκεντρώνοντας ένα ποσοστό της τάξεως του 23,76%, δεδομένου του κλίματος, που έχει διαμορφωθεί, στην ελληνική κοινωνία, μετά την τετραετή, περίπου, εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, όπως και του 4ου "μεταμνημονιακού" Μνημονίου, του οποίου η πραγματική ισχύς επεκτείνεται, έως το 2060 και πρόκειται να ξεπεράσει αυτή την χρονική περίοδο, με τα όποια συμπληρώματά του προκύψουν, κατά την, από εδώ και πέρα, πορεία.
 
Παρά τα όσα συνέβησαν, λοιπόν, ο ΣΥΡΙΖΑ άντεξε. Η ηγεσία του κόμματος, βέβαια, μπορεί να είναι δυσαρεστημένη, για την εκλογική στρατηγική, που επέλεξε, παρασυρόμενη από τον Χριστόφορο Βερναρδάκη και τον Νίκο Παππά, οι οποίοι την οδήγησαν στην επιλογή του να μην διεξαγάγουν τις βουλευτικές εκλογές, μαζύ με τις ευρωεκλογές, αλλά η αλήθεια είναι ότι πρέπει να είναι ευχαριστημένη, για το γεγονός ότι το κόμμα τους παρέμεινε να είναι ο δεύτερος πυλώνας του κρισιακού μικρού δικομματισμού της χώρας.
 
Βέβαια, ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ, έχουν μπροστά τους να αντιμετωπίσουν τα αποτελέσματα της αποτυχίας της εκλογικής τους στρατηγικής, δηλαδή τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, στις οποίες μπορεί να καταποντισθούν, αλλά, παρά ταύτα, έχουν πολύ βάσιμες ελπίδες ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιβιώσει και πάλι, ως δεύτερος πυλώνας του κρισιακού δικομματισμού. Άλλωστε, με δεδομένη την κρίση, που ξέσπασε, στο ΚΙΝΑΛ, με την άκομψη εκπαραθύρωση του Ευάγγελου Βενιζέλου, από το ψηφοδέλτιο επικρατείας του κόμματος, από το ίδιο το κόμμα και από την επόμενη βουλή και με, επίσης, δεδομένο το γεγονός ότι δεν υφίσταται κάποιο άλλο κόμμα, που μπορεί να διεκδικήσει την δεύτερη θέση, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί, ως κάτοχός της.
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ, σίγουρα, θα πιεσθεί, πάρα πολύ από την αποχή, η δεδομένη αύξηση της οποίας, εάν καταστεί ανεξέλεγκτη, όπως συνέβη, στον χθεσινό δεύτερο γύρο των τοπικών εκλογών, μπορεί να τον φέρει, σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Επίσης, θα πιεσθεί, από την ΜΕΡΑ25 του Γιάννη Βαρουφάκη, το κόμμα του οποίου μπορεί να αποτελέσει πόλο έλξης, για τους παλαιούς του ψηφοφόρους, όπως και για τους ψηφοφόρους της εξαφανισμένης, εκλογικά, εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Και βέβαια, θα πιεσθεί και από την Νέα Δημοκρατία, η οποία θα διεκδικήσει ένα κάποιο τμήμα των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, που ψήφισαν το κυβερνητικό κόμμα, λόγω της εξουσίας, που, ακόμη, κατέχει.
 
Έχω την γνώμη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, έστω και με μεγάλες απώλειες, επί του παρόντος, θα αντέξει. Θα κρατήσει την δεύτερη θέση, παρά τις παραπάνω πιέσεις, αν και ο αριθμός και το ποσοστό των ψήφων, που θα συγκεντρώσει, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές, όπως και η απόσταση, που θα έχει από την προπορευόμενη Νέα Δημοκρατία, προφανώς, θα έχουν πολύ μεγάλη σημασία, για την συνέχεια του κομματικού ανταγωνισμού, υπό το φως του νέου πολιτικού σκηνικού, που θα προκύψει, μετά από τις εκλογές αυτές.
 
 
 
 
 
 
 
Εδώ, ακριβώς, είναι που βρίσκεται και το κλειδί, για την αναδιάταξη του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, την οποία επιχειρεί η Φώφη Γεννηματά και η παλαιά φρουρά της νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ να καταφέρει, με έναν ριψοκίνδυνο στρατηγικό σχεδιασμό που, εάν επιτύχει, η αναδιάταξη αυτή θα είναι πολύ μεγαλύτερη, από αυτή που έφερε η, μέχρι τώρα, εκλογική διαδικασία.
 
Εδώ, αναφέρομαι, στην ουσιαστική αποπομπή του Ευάγγελου Βενιζέλου και της ομάδας του, δια της οποίας, με έναν συνειδητό και σχεδιασμένο αυτοτραυματισμό, η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ προσπαθεί να εμβαθύνει την αναδιάταξη του ελληνικού πολιτικού σκηνικού, επιλέγοντας, προφανώς, μετεκλογικά, την θέση της αντιπολίτευσης, στην κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, της οποία την αυτοδυναμία, πέρα από επιθυμητή, την θεωρεί και δεδομένη.
 
Η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται ότι μια συμμετοχή του ΚΙΝΑΛ, στην μελλοντική κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη θα αποτελεί την ληξιαρχική πράξη θανάτου του κόμματός της και την απορρόφηση του χώρου, από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή και από άλλους διεκδικητές, ανάμεσα στους οποίους θα είναι και η Νέα Δημοκρατία
 
Ως εκ τούτου, θέλει να αποφύγει κάτι τέτοιο και γι' αυτό επιθυμεί την αυτοδυναμία της ναυαρχίδας της συντηρητικής παράταξης της χώρας, ή, εάν αυτό δεν επιτευχθεί, την συμμετοχή άλλων, σε μια κυβέρνηση συνεργασίας (με πιθανή ακραία υποχώρηση την παροχή ψήφου ανοχής, σε μια κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη και την δυνατότητα καταψήφισής της, στο μέλλον).
 
Για τον λόγο αυτόν, η Φώφη Γεννηματά και η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ συναποφάσισαν ότι το ΚΙΝΑΛ πρέπει να βάλει, τώρα, στην άκρη, εκείνους που δεν συμφωνούν, με αυτή την πολιτική στρατηγική και επιλέγουν να ρυμουλκήσουν το ΚΙΝΑΛ, σε μια καινούργια συγκυβέρνηση, με την Νέα Δημοκρατία. Αυτό, εκ των πραγμάτων, οδήγησε την ηγεσία του ΚΙΝΑΛ, στην άκομψη εκπαραθύρωση του Βαγγέλη Βενιζέλου, ο οποίος είναι πείσμων υποστηρικτής της συγκυβέρνησης, με την Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη και της ομάδας, που στηρίζει τον πρώην πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ και πρώην αντιπρόεδρο της κυβέρνησης του Αντώνη Σαμαρά.
 
Ως εκ τούτου, η Φώφη Γεννηματά, με αφορμή την δεδομένη αντίδραση του εγωιστή Βαγγέλη Βενιζέλου, στην παραχώρηση της πρώτης και εκλόγιμης θέσης, στο ψηφοδέλτιο επικρατείας του κόμματος, στον Γιώργο Καμίνη και όχι, στον ίδιο, διώχνει τον αρχηγό της εσωκομματικής αντιπολίτευσης και τους οπαδούς του, από το κόμμα, ενώ έχει φροντίσει να στείλει, στην ευρωβουλή, τον εσωκομματικό αντίπαλό της Νίκο Ανδρουλάκη και την Εύα Καϊλή, που βρίσκονται, υπό την σκέπη του πρώην προέδρου του ΠΑΣΟΚ.
 
Έτσι, η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ απομακρύνει την εσωκομματική αντιπολίτευση, τώρα, πριν την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, για να μην τους έχει, στα πόδια της, μετά τις εκλογές και για να μην έχουν την δυνατότητα, ως βουλευτές, να εγκαταλείψουν το ΚΙΝΑΛ, επικαλούμενοι την ανάγκη να κυβερνηθεί ο τόπος, εάν η Νέα Δημοκρατία δεν καταφέρει να κατακτήσει την αυτοδύναμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, στις επερχόμενες εκλογές.
 
Η κίνηση αυτή της Φώφης Γεννηματά, προφανώς, είναι υψηλού ρίσκου. Πιθανότατα (δηλαδή σίγουρα) δεν έχει την έγκριση της πλειοψηφίας της εντόπιας ελίτ και έχει ενοχλήσει, σφοδρότατα, την συντηρητική ελίτ της χώρας, αφού αφήνει ανοικτό το - μικρό, έστω - παράθυρο της ακυβερνησίας και της διεξαγωγής νέων βουλευτικών εκλογών, με απλή αναλογική, εάν η βουλή των εκλογών της 7/7/2019 δεν δώσει βιώσιμη κυβέρνηση. Παρά ταύτα, όμως, η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ την επιχειρεί.
 
Η εκδίπλωση αυτής της νέας πολιτικής στρατηγικής της νομενκλατούρας του ΠΑΣΟΚ, που απαιτεί αυτόν τον βαθύ ακρωτηριασμό του ΚΙΝΑΛ, μπορεί να οδηγήσει το κόμμα, στην εκλογική συντριβή, όμως, η παλαιά φρουρά αντιλαμβάνεται ότι, εάν αφεθεί ελεύθερο το πεδίο της αντιπολίτευσης, στον ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα, με δεδομένα τα όσα προτίθεται να πράξει ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του, είναι σφοδρότατα, πιθανό να σταθεροποιήσει και να επαυξήσει την κοινωνική του βάση και να επανέλθει, στο τέλος της επόμενης τετραετίας, ως διεκδικητής της κυβέρνησης.
 
Αυτή την δυσμενή εξέλιξη είναι που θέλουν να αποφύγουν η Φώφη Γεννηματά και η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ. Και γι' αυτόν τον λόγο, επιλέγουν να παραμείνουν, στην αντιπολίτευση, πραγματοποιώντας, μια στροφή, προς την κεντροαριστερά και την ευρεία πληβειακή βάση του παλαιού ΠΑΣΟΚ, που μετοίκησε στον ΣΥΡΙΖΑ και μετεωρίζεται, στην αποχή από την εκλογική διαδικασία.
 
Μπορεί αυτή η πολιτική στρατηγική, που, αν και χρονικά, καθυστερημένη θυμίζει την στρατηγική πολιτική του Pedro Sanchez, για την κατάκτηση του PSOE και την εκλογική επικράτησή του, έναντι του Podemos και των κομμάτων της δεξιάς, να είναι επιτυχής; Η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ νομίζει ότι αυτή η πολιτική στρατηγική μπορεί να είναι επιτυχής και το ρισκάρει. 
 
Επιλέγει τον ανταγωνισμό, με τον ΣΥΡΙΖΑ, στον χώρο της αντιπολίτευσης, τον οποίο δεν θέλει να του παραχωρήσει. Και γι' αυτόν τον λόγο, προτιμά να στείλει τους βενιζελικούς, στην κάλπη της Νέας Δημοκρατίας και την πορεία της, προς την αυτοδυναμία.
 
Είναι δύσκολο, αλλά δεν αποκλείεται να τα καταφέρει. Και είναι δύσκολο να τα καταφέρει η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ, διότι η ίδια είναι αναξιόπιστη, αφού ήταν εκείνη, με πρωθυπουργό τον ΓΑΠ, που οδήγησε την ελληνική κοινωνία, στην χρεωκοπία. Και φυσικά, τα μέλλοντα πεπραγμένα του Κυριάκου Μητσοτάκη και της κυβέρνησής του, είναι πολύ πιθανό να οδηγήσουν την κοινωνία, στην νοσταλγία του Αλέξη Τσίπρα.
 
Για την νομενκλατούρα του ΠΑΣΟΚ, λοιπόν, τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Ο στρατηγικός της σχεδιασμός, που την θέλει να παραμείνει στην αντιπολίτευση, προκειμένου να ανταγωνισθεί και να νικήσει τον ΣΥΡΙΖΑ, έχει να περάσει, μέσα από τις συμπληγάδες και μπορεί να αποτύχει. 
 
Σήμερα, οι πιθανότητες είναι, εις βάρος του ΚΙΝΑΛ, αλλά πρέπει να ομολογήσουμε ότι άλλον δρόμο δεν έχει.
 
Αν το ΚΙΝΑΛ ακολουθούσε τον δρόμο, που του υποδεικνύει ο Βαγγέλης Βενιζέλος, η περιθωριοποίησή του είναι δεδομένη, αφού θα υποχρεούται, εάν επιβιώσει, να αποτελεί ένα μικρό συμπλήρωμα, είτε της Νέας Δημοκρατίας, είτε του ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτή την μοίρα η Φώφη Γεννηματά και η παλαιά φρουρά του ΠΑΣΟΚ δεν την θέλουν.
 
Με αυτά τα δεδομένα και εν όψει όλων όσων πρόκειται να προκύψουν, από τις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε δεδομένο ότι ο κρισιακός μικρός δικομματισμός της ελληνικής πολιτικής σκηνής, σταθεροποιήθηκε. Κάθε άλλο.
 
Η μετεκλογική περίοδος και ο κοινοβουλευτικός συσχετισμός των κομμάτων στην νέα (πιθανότατα, επτακομματική) βουλή, θα καθορίσουν τις εξελίξεις και ως προς την σταθεροποίηση, την αναδιάταξη, ή την ρευστοποίηση του παρόντος μικρού δικομματισμού.
 
Θα είμαστε, εδώ, για να δούμε...