Έχοντας εισέλθει, πλέον, στην τελική ευθεία των ευρωεκλογών και έχοντας, ως δεδομένη την πεποίθησή μου ότι τα ποσοστά, που πρόκειται να λάβουν τα δύο κόμματα του νεόκοπου μικρού και ασταθούς ελληνικού δικομματισμού - η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ -, θα κινηθούν, σε χαμηλά επίπεδα, εάν η συμμετοχή του εκλογικού σώματος, στην ψηφοφορία, πρόκειται να είναι μεγάλη (στην αντίθετη περίπτωση, εάν δηλαδή η αποχή είναι, ασυνήθιστα, μεγάλη, τα ποσοστά τους θα είναι υψηλά), καθώς και ότι η απόσταση μεταξύ τους θα φθάσει, στα επίπεδα των 6 μονάδων και άνω, με το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη να έχει την ασφαλή πρωτοπορία, έναντι του κόμματος του Αλέξη Τσίπρα, είναι απαραίτητο να προσδιορίσουμε τα κριτήρια, με βάση τα οποία πρόκειται να προσδιορίσουμε και να κρίνουμε τις εκλογικές επιδόσεις των κομμάτων αυτών, αλλά και των υπολοίπων.
 
Για τον λόγο αυτόν και επειδή δεν γνωρίζουμε τα επίπεδα της αποχής των ψηφοφόρων, από την εκλογική διαδικασία (μια αποχή, η οποία έχει πολλές πιθανότητες να είναι μεγάλη), μεγαλύτερη σημασία έχει να λάβουμε, υπόψη μας, περισσότερο τον αριθμό των ψήφων, που θα συγκεντρώσουν τα κόμματα, από το ποσοστό, το οποίο θα υπολογισθεί ότι θα λάβουν, επί τη βάσει όσων προσέλθουν, στις κάλπες της 26ης Μαΐου και ψηφίσουν, έγκυρα.
 
Αυτός ο αριθμός ψήφων πρόκειται να είναι πολύ περισσότερο αντιπροσωπευτικός της πραγματικής εκλογικής επιρροής των κομμάτων, από τα ποσοστά που θα υπολογισθούν, για το κάθε ένα από τα κόμματα, αφού τα ποσοστά αυτά δεν θα είναι αντιπροσωπευτικά, εάν η αποχή είναι υπερμεγέθης. Μιλώντας, λοιπόν, για τα κριτήρια, που πρέπει να τεθούν, για να μπορέσουμε να κρίνουμε τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών της ερχόμενης Κυριακής, πρέπει, πρώτα από όλα να εξετάσουμε τα επίπεδα της αποχής των ψηφοφόρων, τις ψήφους, που συγκέντρωσαν η Νέα Δημοκρατία και ο ΣΥΡΙΖΑ και τα ποσοστά τους, στις προηγούμενες ψηφοφορίες.
 
Στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, επί συνόλου 9.840.525 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν, έγκυρα, 5.431.850 και η αποχή έφθασε, στο 43,43%  (+ άκυρα 1,26% + λευκά 1,16%).
 
Στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, επί συνόλου 9.911.495 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων ψήφισαν, έγκυρα, 6.181.274 και η αποχή έφθασε, στο 35,13% (+ άκυρα 1,81% + λευκά 0,55%).
 
Στις ευρωεκλογές της 25/5/2014 (που λογικά, ως εκλογές επί του ιδίου αντικειμένου, έχουν την δική τους βαρύτητα, συγκρινόμενες, με τις τωρινές ευρωεκλογές), επί συνόλου 10.013.834 εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, ψήφισαν, έγκυρα, 5.715.985 ψηφοφόροι και η αποχή έφθασε, στο 40,67% (+ άκυρα 2,64% + λευκά 1,15%).
 
Αυτά, όσον αφορά τα επίπεδα της αποχής, κατά τις τρεις τελευταίες εκλογικές αναμετρήσεις της περιόδου 2014 - 2015.
 
Ας δούμε τώρα, κατά την ίδια χρονική περίοδο (2014 - 2015), τα εκλογικά μεγέθη των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού, που γεννήθηκε, μέσα από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012.
 
Η Νέα Δημοκρατία, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έλαβε 1.526.205 ψήφους και ποσοστό 28,10%, ενώ στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 είχε λάβει 1.718.694 ψήφους και ποσοστό 27,81%. Δηλαδή, η ΝΔ, εκείνη την εποχή αύξησε το ποσοστό της, κατά 0,29%, ενώ, παράλληλα, έχασε 192.489 ψήφους, σε σχέση, με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015!
 
Δεν είναι περίεργο αυτό το φαινόμενο. Η υπερμεγέθης αύξηση της αποχής, ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του έτους αυτού, που, συνολικά, έφθασε, στις 749.424 ψηφοφόρους, οδήγησε σε αυτή την κατάσταση. Και αυτό είναι, που με κάνει να ισχυρίζομαι ότι και τώρα, αυτό που έχει σημασία, είναι ο αριθμός των ψήφων, που λαμβάνει κάθε κόμμα και όχι το ποσοστό του. Έτσι, με βάση τους ψηφίσαντες του Ιανουαρίου του 2015, το πραγματικό ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν είναι το εμφανιζόμενο, ως 28,10%, αλλά 24,69%.
 
Στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, η Νέα Δημοκρατία έλαβε 1.298.948 ψήφους και ποσοστό 22,72%. Και φυσικά, με δεδομένη την ιδιομορφία των ευρωεκλογών, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές, αυτή είναι η αντικειμενική βάση εκκίνησής της. Δεν λέω, βέβαια, ότι αν λάβει κάτι παραπάνω, από αυτά τα μεγέθη, θα πρέπει να είναι ευχαριστημένη. Κάθε άλλο.
 
Από το 2014, έχει κυλήσει πολύ νερό κάτω από την γέφυρα, αλλά αυτή είναι η πραγματική βάση εκκίνησής της, την οποία, προφανώς, πρέπει να την ξεπεράσει, κατά πολύ, αφού, τότε, η κυβερνητική Νέα Δημοκρατία του Αντώνη Σαμαρά βρισκόταν, σε καθοδική φάση, ενώ τώρα, η (υποτιθέμενη ως) αντιπολιτευόμενη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη βρίσκεται - ή υποτίθεται ότι βρίσκεται -, σε ανοδική τροχιά.
 
Το τί θα κάνει η Νέα Δημοκρατία μένει να το δούμε.
 
Ερχόμαστε, τώρα, στον ΣΥΡΙΖΑ. Ας πάμε ανάποδα, σε σχέση με την Νέα Δημοκρατία
 
Το κυβερνητικό κόμμα, στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, είχε λάβει 1.518.376 ψήφους και ποσοστό 26,56%. Αυτή είναι η πραγματική βάση εκκίνησής του και οποιοδήποτε ποσοστό, κάτω από αυτό το επίπεδο, θα είναι ήττα του. Βέβαια, ήττα, με ήττα έχει διαφορά, διότι, κατά το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, μέσα στο 2015, οι αριθμοί των ψήφων του και τα ποσοστά του ανέβηκαν. Γι' αυτό, είναι απαραίτητο να δούμε το τί μεσολάβησε, από τις ευρωεκλογές του 2014.
 
Στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ο ΣΥΡΙΖΑ είχε λάβει 2.245.978 ψήφους και ποσοστό 36,34%, ενώ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έλαβε 1.925.904 ψήφους και ποσοστό 35,46%.
 
Στην πραγματικότητα, ο ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, υπήρξε πολύ τυχερός. Από τον Ιανουάριο του 2015, δηλαδή μέσα σε οκτώ μήνες, έχασε 320.074 ψήφους και κατάφερε, λόγω της υπερμεγέθους αύξησης της αποχής, από τον Ιανουάριο, στον Σεπτέμβριο (υπενθυμίζω ότι 749.424 ψηφοφόροι, που είχαν ψηφίσει τον Ιανουάριο του 2015, δεν προσήλθαν, στις κάλπες και φυσικά δεν ψήφισαν, τον Σεπτέμβριο του 2015 και αυτό το μέγεθος δείχνει το τεράστιο μέγεθος της μεγάλης πίκρας και της εκτεταμένης απογοήτευσης, που εξαπλώθηκε, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας), να εμφανίσει μια ελάχιστη, μόνο, μείωση του ποσοστού του, κατά 0,88% και να κουκουλώσει την τεράστια πτώση του, η οποία, σε επίπεδο πραγματικών ποσοστών ήταν μεγάλη, αφού, σε σχέση με το εκλογικό σώμα της 25/1/2015, το εκλογικό ποσοστό του έφθανε, στο 31,16%.
 
Κάπως έτσι, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ο ΣΥΡΙΖΑ, χάρη και στις υπερμεγέθεις ανοησίες, που διέπραξε η Λαϊκή Ενότητα του Παναγιώτη Λαφαζάνη (που πήρε 155.242 ψήφους και ποσοστό 2,86%) αρνήθηκε να σχηματίσει μια εκλογική σύμπραξη με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη (που έλαβε 41.631 ψήφους και ποσοστό 0,77%), με αποτέλεσμα και οι δύο αυτοί κομματικοί σχηματισμοί να μην καταφέρουν να πιάσουν, ο καθένας, από αυτούς το όριο του 3%, που απαιτεί ο εκλογικός νόμος και να μείνουν, εκτός βουλής, ενώ, εάν είχαν είχαν σχηματίσει μια εκλογική συμμαχία, θα είχαν εισέλθει, στην βουλή και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ όπως και η παρούσα, δεν θα μπορούσαν να σχηματισθούν, ενώ όποια άλλη και αν σχηματιζόταν, δεν θα μπορούσε να εφαρμόσει το 3ο Μνημόνιο, ούτε και να υπογράψει το τωρινό 4ο Μνημόνιο, του οποίου το όνομα, οι συντάκτες του ντρέπονται να το πουν.
 
Το τί θα καταφέρει ο ΣΥΡΙΖΑ, μένει να το δούμε. Θεωρώ, όμως, δεδομένο ότι δεν πρόκειται να πάει καλά. Μάλιστα, εάν υπάρξει μια, έστω, υποφερτή συμμετοχή των ψηφοφόρων, στην εκλογική διαδικασία της ερχόμενης Κυριακής, το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ θα είναι χαμηλό. Πολύ χαμηλό. Κάπου, λίγο πάνω, κάπου λίγο κάτω, από το 20%.  
 
Άλλωστε, με ένα ποσοστό συσπείρωσης της τάξεως του 55% των ψηφοφόρων που τον είχαν ψηφίσει, τον Σεπτέμβριο του 2015 (ήταν 35,46%), δηλαδή με ένα ποσοστό 19,50%,το κυβερνητικό κόμμα δεν έχει καμία τύχη. Από την άλλη πλευρά, εάν υπολογίσουμε ότι, από τους ψηφοφόρους του, εκείνης της εποχής, το 30% έχει αποφασίσει, οριστικά, να το καταψηφίσει, βλέπουμε ότι το ποσοστό του 35,46% πέφτει, κατά 10,63 μονάδες και φθάνει, στο 24,83%, ενώ μένει ξεκρέμαστο και ένα ποσοστό 15% των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ της 20/9/2015, οι οποίοι υποτίθεται ότι δηλώνουν αναποφάσιστοι, για το τί θα πράξουν, στις κάλπες. Και το ποσοστό αυτό δεν είναι, καθόλου, ασήμαντο, αφού φθάνει, στις 5,33 μονάδες του 35,46% των ψηφοφόρων του, τον Σεπτέμβριο του 2015.
 
 
 
 
 
 
 
Αυτό είναι το πλαίσιο των κριτηρίων, βάσει των οποίων τα δύο κόμματα του μικρού και ασταθούς δικομματισμού πρόκειται να κριθούν, στις προσεχείς ευρωεκλογές, με κυριότερο κριτήριο τον αριθμό των ψήφων, που πρόκειται να συγκεντρώσουν, το κάθε ένα από αυτά.
 
Και αυτό δεν πρέπει να το ξεχνάμε, διότι, σε καμμία περίπτωση και τα δύο αυτά κόμματα δεν πρόκειται να πιάσουν τους αριθμούς των ψήφων, στους οποίους αναφερθήκαμε.
 
Οι δημοσκόποι, στην πλειοψηφία τους (π.χ. ο Γιάννης Μαυρής), προβλέπουν ότι η Νέα Δημοκρατία είναι αρκετά πιθανό να υπερβεί το 30% και ο ΣΥΡΙΖΑ να κυμανθεί, πέριξ του 20%, ενώ θεωρούν ότι η απόσταση, ανάμεσα στα δύο κόμματα μπορεί να προσεγγίσει τα υψηλότερα, έως τώρα, επίπεδα που έχουν καταγραφεί, σε ευρωεκλογές.
 
Όπως έχω προαναφέρει, το 20%, για τον ΣΥΡΙΖΑ, δεν μου φαίνεται περίεργο. Δεν αποκλείεται. 
 
Το 30%, όμως, για την Νέα Δημοκρατία, μου φαίνεται πολύ. Πάρα πολύ. 
 
Τα επίπεδα των ποσοστών των κομμάτων, που ενδιαφέρουν τον πολιτικό κόσμο της χώρας και τον επικοινωνιακό συρφετό της χώρας μας, για λόγους, καθαρά, πρακτικούς (που αφορούν τον σχηματισμό των κυβερνήσεων και την κυβερνησιμότητα, αφού, τελικά, όσοι απέχουν δεν μετρούν, όπως, επίσης, δεν μετρούν όσοι ρίχνουν, στην κάλπη λευκά και άκυρα ψηφοδέλτια), θα κριθούν, από το μέγεθος του ενεργού εκλογικού σώματος. Δηλαδή, από τον αριθμό των ψηφοφόρων, που θα προσέλθουν, στις κάλπες.
 
Όμως, το μέγεθος της αποχής δεν μπορούμε, τώρα, να το προσδιορίσουμε. Κανείς - ούτε οι δημοσκόποι - δεν μπορεί να το προσδιορίσει, αφού είναι, σε μεγάλο βαθμό, συνάρτηση του μεγέθους της απογοήτευσης, που επικρατεί, στην ελληνική κοινωνία.
 
Ως εκ τούτου, πρέπει να περιμένουμε, μέχρι το βράδυ της 26ης Μαΐου.
 
Και αυτό δεν είναι μακριά.