Όσο πλησιάζουν οι ευρωεκλογές, τόσο περισσότερο το ελληνικό εκλογικό σώμα θα βομβαρδίζεται, από τις πληρωμένες, από τα κόμματα και από τα διάφορα και ποικίλα συμφέροντα, που στηρίζουν την μία ή την άλλη εκλογική καμπάνια των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού, που προέκυψε, ύστερα από τις διπλές βουλευτικές εκλογές του 2012. Κάποιες από τις δημοσκοπήσεις αυτές είναι και αυτές της ALCO και της MRB, που πρόκειται να δούμε, σε αυτό, εδώ, το κείμενο.
 
Ότι οι δημοσκοπήσεις της ALCO και της MRB έχουν προπαγανδιστικό περιεχόμενο, ασχέτως, από το εάν επιβεβαιωθούν, ή όχι, από τις κάλπες της 26ης Μαΐου, είναι, απολύτως, βέβαιο. Άλλωστε, δεν θα είχαν δημοσιοποιηθεί, εάν δεν βοηθούσαν την προσπάθεια εκείνων, που τις παρήγγειλαν. Και εκείνοι, που τις παρήγγειλαν, το έπραξαν, ακριβώς, επειδή ήθελαν να τις δημοσιοποιήσουν και να βοηθήσουν την εκλογική καμπάνια, που εξυπηρετούν. Αυτή είναι η αλήθεια, για τις δημοσκοπήσεις αυτές. Άλλωστε, αυτή η αλήθεια, όπως πολλές φορές, στο παρελθόν, έχουμε τονίσει, δεν αφορά, μόνο την δημοσκόπηση της ALCO, ή αυτήν της MRB. Αφορά όλες τις δημοσκοπήσεις όλων των εταιρειών, είτε αυτές οι δημοσκοπήσεις έχουν επιτύχει να πλησιάσουν τα τελικά αποτελέσματα των εκάστοτε εκλογών, είτε όχι.
 
(Όπως, άλλωστε, είπε, με πολλή χολή και περιγράφοντας, ωμά, την υπόγεια πραγματικότητα, ο Πάνος Καμμένος : "Όταν ήμασταν υποψήφιοι βουλευτές, στην Β' Αθηνών, εάν δεν δίναμε το τάληρο, στην MRB, στις 'Τάσεις', δεν μας έβγαζε εκλεγμένους").
 
Ότι η ALCO του παλαιού ΔΑΠίτη Κώστα Παναγόπουλου βρίσκεται μέσα στα όρια (για να το πούμε όσο πιό κομψά μπορούμε) των επιδιώξεων της προεκλογικής καμπάνιας του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς, όμως, το κυβερνητικό κόμμα να ταυτίζεται, εμφανώς, με την εταιρεία, το έχουμε ξαναγράψει. [Δείτε το παλαιότερο δημοσίευμά μου, σε αυτό εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Μάρτιος 2019 ALCO : Η δημοσκοπική πτώση των κομμάτων του μικρού δικομματισμού, εν όψει των ευρωεκλογών, συνεχίζεται. (Βαθαίνει η πολιτική απονομιμοποίηση των κομμάτων, γεγονός, που παραπέμπει σε μεγάλη αποχή)].
 
Αυτή την φορά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν επιλέγει, εμφανώς, μέσω της επίσημης κομματικής εφημερίδας "Αυγή", να συνεργασθεί, ανοικτά, με κάποια δημοσκοπική εταιρεία. Το εκλογικό επιτελείο του κυβερνητικού κόμματος επέλεξε να μην ακολουθήσει την τακτική, που είχε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όταν είχε συνεργασθεί, με παταγώδη αποτυχία, με την "Public Issue" του Γιάννη Μαυρή. Οι καιροί είναι πολύ δύσκολοι και λόγω της δεδομένης εκλογικής απαξίας, που έχει επέλθει, όσον αφορά την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ, ουδεμία δημοσκοπική έρευνα μπορεί να είναι ευνοϊκή, για το κυβερνητικό κόμμα.
 
Γι' αυτόν τον λόγο, το κυβερνητικό κόμμα δεν μπορεί να κάνει καμμία ανοικτή συνεργασία, με οποιαδήποτε δημοσκοπική εταιρεία, που σέβεται, έστω και ελάχιστα, τον εαυτό της, αφού δεν είναι δυνατόν να εμφανισθεί οποιαδήποτε έρευνα, που να δίνει την πρωτιά, στον ΣΥΡΙΖΑ, ή που να κάνει την εκλογική πρωτιά ένα παιχνίδι, το οποίο, με οποιονδήποτε τρόπο, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, ως ντέρμπυ. Το εκλογικό επιτελείο του κυβερνητικού κόμματος, ποιούμενο την ανάγκη φιλοτιμία, κάνει συνεργασίες με δημοσκοπικές εταιρείες (ALCO, PALMOS ANALYSIS), μέσω άλλων προπαγανδιστικών μηχανισμών, που ελέγχει, ή επηρεάζει (OPEN TV, TVXS, Έθνος), χωρίς να ταυτίζεται, με αυτές και αυτούς.
 
Η Νέα Δημοκρατία, ίσως φρονίμως, ποιούσα, δεν πράττει κάτι διαφορετικό. Αποφεύγει να ταυτιστεί, επισήμως, με τις δημοσκοπικές εταιρείες, με τις οποίες, ανεπισήμως, βρίσκεται, σε επαφή (όπως η MRB του Δημήτρη Μαύρου). Παρά το γεγονός ότι έχει την σαφέστατη και ασφαλή πρωτοπορία, σε όλες τις δημοσκοπικές έρευνες και μάλιστα, με μεγάλη απόσταση, από τον ΣΥΡΙΖΑ, το εκλογικό επιτελείο του Κυριάκου Μητσοτάκη αποφεύγει την ανοικτή συνεργασία, με κάποια από τις εταιρείες, στις οποίες απευθύνεται, για να έχει μιαν εικόνα των τάσεων, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα. Και αυτό το πράττει, παρά το προβλεπόμενο γεγονός (ίσως και εξ αιτίας αυτού) ότι το εκλογικό σώμα πρόκειται να ψηφίσει, κατά τρόπο απρόβλεπτο, εάν και εφ' όσον η προσέλευσή του, στις κάλπες, είναι ικανοποιητική - κάτι που δεν είναι, καθόλου, δεδομένο.
 
 
 
 
 
 
Έτσι και η, παραπάνω, δημοσκοπική έρευνα της MRB, που διεξήχθη, μεταξύ 6 και 8 Μαΐου, έχει και αυτή, φυσικά, προπαγανδιστικό χαρακτήρα, αφού είναι προφανές ότι βρίσκεται μέσα στα όρια της εκλογικής καμπάνιας της Νέας Δημοκρατίας, το εκλογικό επιτελείο της οποίας, μάλλον, επιδιώκει την επίδειξη ενός low profile, προκειμένου να αποφύγει την συσπείρωση των παλαιών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ
 
Αυτό, μάλιστα, που έχει σημασία, στην δημοσκόπηση αυτή, είναι ότι ο Δημήτρης Μαύρος και το επιτελείο του, αφού προβαίνουν, σε πολλαπλές αναγωγές, με διαφορετικά κριτήρια, ως προς την πρόθεση ψήφου, προχωρούν, σε εκτίμηση, για το κάτω όριο των δύο κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, τα οποία, για τον ΣΥΡΙΖΑ, εκτιμώνται, στο 23,8 % και 32,2 %, για την Νέα Δημοκρατία, ενώ, αντιστοίχως, το άνω όριο των ποσοστών των δύο κομμάτων εκτιμώνται, στο 29,4%, για τον ΣΥΡΙΖΑ και 38,2% για την Νέα Δημοκρατία.
 
(Η πρόθεση ψήφου, που καταγράφει η MRB, έχει ως εξής : ΝΔ 30,2%, ΣΥΡΙΖΑ 22,8%, ΚΙΝΑΛ 6,5%, Χρυσή Αυγή 6,2%, ΚΚΕ 6,1%, Ένωση Κεντρώων 2,1 %, Ποτάμι 2,1%, Οικολόγοι - Πράσινοι 1,7%, Ελληνική Λύση 1,6%, Ανεξάρτητοι Έλληνες 1%, Δημιουργία Ξανά 1%, Άλλο Κόμμα 4,4%, Λευκό – Άκυρο – Αποχή 3%, Αναποφάσιστοι - Δεν Απάντησαν 11,3%).
 
Μάλιστα, ο Δημήτρης Μαύρος, σε αντίθεση, με τον Κώστα Παναγόπουλο, που αποφεύγει να προβεί, σε πρόβλεψη ψήφου, όπως, επανειλημμένως, τονίζει, στους πίνακες των δημοσκοπήσεων, που, κάθε φορά, εκδίδει, δεν αποφεύγει να προβεί, στην εκτίμηση ψήφου του εκλογικού σώματος, στις ευρωεκλογές, την οποία βλέπουμε, παραπάνω. Έχει και αυτό την σημασία του και δεν βλάπτει να επισημανθεί.
 
Ακριβώς, επειδή οι δύο δημοσκοπικές έρευνες εντάσσονται, στις προεκλογικές καμπάνιες και στις διαφορετικές και αντιθετικές σκοπιμότητες των προεκλογικών εκστρατειών των δύο κομμάτων του μικρού και ασταθούς δικομματισμού, τα εμφανιζόμενα αποτελέσματά τους, έχουν μια πολύ σημαντική απόκλιση, μεταξύ τους, όπως και από την πραγματικότητα. Και αυτή η μεγάλη απόκλιση δεν προκύπτει, μόνο, από την σύγκριση της πρόθεσης ψήφου της μιας και της εκτίμησης ψήφου της άλλης. Προκύπτει, από τις εκτιμώμενες και εμφανιζόμενες, ως προθέσεις ψήφου των δύο δημοσκοπικών εταιρειών, που διεξήχθησαν, αλληλοδιαδόχως, περίπου, το ίδιο χρονικό διάστημα.
 
Βέβαια, στην μία περίπτωση, επιχειρείται να κρατηθεί η ποσοστιαία απόσταση των δύο κομμάτων, σε ένα (υποτιθέμενο ως) ελεγχόμενο, για το εκλογικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, επίπεδο και στην άλλη περίπτωση, να τονισθεί η ευχερής και σε μεγάλα επίπεδα, για ευρωεκλογές, ποσοστών ψήφου, πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας
 
Όμως, η αλήθεια είναι ότι και τα δύο εκλογικά επιτελεία, μέσω αυτών των ερευνών, ουσιαστικά, αυτό που κάνουν, δεν είναι τίποτε άλλο, από το να δίνουν το μήνυμα, στο εκλογικό σώμα, ότι ο μικρός δικομματισμός, που αναδείχτηκε, από τις διπλές εκλογές του Μαΐου - Ιουνίου του 2012, δεν είναι ασταθής, αντέχει, είναι πάντα, παρών και κυρίως ότι δεν υπάρχει άλλη πραγματική εναλλακτική λύση, απέναντί του.
 
Είναι έτσι, όμως; Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση, πέραν του μικρού δικομματισμού της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ;
 
Ας είμαστε καθαροί απέναντι, σε αυτό το ερώτημα, στο οποίο το ελληνικό εκλογικό σώμα καλείται, στις 26 Μαΐου, να απαντήσει, με την ψήφο του, στις κάλπες, ή, με την αποχή του, από αυτές.
 
Παρά τα όσα λέγονται, για τις δημοσκοπήσεις (ότι αυτές είναι εικόνα μιας χρονικής στιγμής κλπ), η αλήθεια είναι ότι αυτές δεν καταγράφουν το κλίμα, που επικρατεί, στην κοινωνία. 
 
Αντίθετα μάλιστα, προσπαθούν, όχι, μόνο, να το επηρεάσουν, αλλά και το, κατά το δυνατόν, να το διαμορφώσουν. Κάποιες φορές το καταφέρνουν, καλύτερα, ή λιγότερο (ή και καθόλου) καλά, κάποιες όχι. Και στην συγκεκριμένη προεκλογική περίοδο, που διανύουμε, αυτό είναι που προσπαθούν να καταφέρουν. Να επηρεάσουν και να διαμορφώσουν το εκλογικό αποτέλεσμα. Το τί πρόκειται να καταφέρουν (και μέχρι ποιό σημείο), ή όχι, είναι κάτι που θα το διαπιστώσουμε το βράδυ των εκλογών, όταν κλείσουν οι κάλπες και βγουν τα εκλογικά αποτελέσματα. Όμως, δεν μπορώ να μην καταγράψω το ότι το κλίμα, στην κοινωνία, είναι πολύ διαφορετικό, από ό,τι δείχνουν οι δημοσκοπήσεις.
 
Με δεδομένη την πάγια χαλαρότητα της ψήφου, που επικρατεί, στις ευρωεκλογές, αυτό, που, όσο περνάει ο καιρός, καθίσταται, σφοδρότατα, πιθανό (και το οποίο τα εκλογικά επιτελεία της Νέας Δημοκρατίας και του ΣΥΡΙΖΑ, με εργαλεία και τις δημοσκοπήσεις, προσπαθούν να αποτρέψουν) είναι ότι η σωρευμένη, στην κοινωνία δυσαρέσκεια, από τις πολυετείς μνημονιακές πολιτικές, μπορεί να οδηγήσει, σε εκπλήξεις, οι οποίες να είναι πολύ μεγάλες και ίσως, σαρωτικές.
 
Αυτή την υφέρπουσα πραγματικότητα είναι που προσπαθούν να αποτρέψουν τα δύο κόμματα του μικρού δικομματισμού, ο οποίος παραμένει ασταθής και μετέωρος. Και δυστυχώς, σε αυτή τους την προσπάθεια, τα εκλογικά επιτελεία του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ έχουν συμπαραστάτες τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα του αποκαλούμενου, ως αντιμνημονιακού χώρου, η πανσπερμία και ο κατακερματισμός των οποίων βοηθούν, τα μάλα, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Κυριάκο Μητσοτάκη να πραγματοποιήσουν τους επιδιωκόμενους στόχους τους, αφού, στο εκλογικό σώμα, δεν παρουσιάζεται ένας ενιαίος χώρος, με συγκεκριμένες προτάσεις εξόδου από την κρίση.
 
Και φυσικά, αυτό συμβαίνει, όχι επειδή δεν υπάρχουν οι απαραίτητες προτάσεις, για την έξοδο από την κρίση, αλλά επειδή αυτές οι προτάσεις δεν παρουσιάζονται, στην κοινωνία και στο εκλογικό κοινό, με αξιόπιστο τρόπο, από έναν αξιόπιστο χώρο. Ένας χώρος, ο οποίος, δυστυχώς, δεν υπάρχει, επειδή οι διάφορες, επί κεφαλής, ηγετικές ομάδες δεν επιθυμούν να υπάρξει, για λόγους, οι οποίοι έχουν να κάνουν, όχι, μόνο, με τις ψευδοσυνειδησιακές ιδεοληψίες των ομάδων αυτών και των οπαδών τους, αλλά, κυρίως, με την ακατάπαυστη καρεκλομαχία, που υφίσταται, μέσα στους διάφορους κομματικούς χώρους και σχετίζονται, με την πρωτοκαθεδρία, στον χώρο.
 
Κάπως έτσι, μετά από μια άκαρπη τετραετία, κατά την οποία ο χώρος των εξωκοινοβουλευτικών αντιμνημονιακών κομμάτων ουδέν διδάχθηκε, από τις ανοησίες των πεπραγμένων τους, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, που τον οδήγησε να παραμείνει, εκτός του κοινοβουλίου και να μην μπορέσει να αποτρέψει, τότε, τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, με αποτέλεσμα ο χώρος αυτός κατεβαίνει, στις ευρωεκλογές πολυδιασπασμένος.
 
Αυτή η επιλογή των διάφορων κομματικών ηγεσιών δεν είναι, καθόλου, τυχαία και γίνεται, με την ελπίδα κάποιος να υπερισχύσει, εκλογικά, έναντι όλων των άλλων, στους οποίους, στην συνέχεια, να μπορεί να επιβάλει τους όρους του, ή και να τους αγνοήσει. Αυτή είναι η αλήθεια, στην όλη υπόθεση. 
 
Όμως, αυτού του είδους οι επιλογές, σε ένα κλίμα, όπως αυτό, που επικρατεί, τώρα, είναι πολύ φυσικό να συνεχίσει να οδηγεί την ελληνική κοινωνία και το εκλογικό σώμα, στην απογοήτευση. Και οπωσδήποτε, κάτι τέτοιο αποτελεί την επιθυμία των εκλογικών επιτελείων του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας, αφού η απογοήτευση θα απομακρύνει, από τις κάλπες, τους δυσαρεστημένους και εκτιμάται, βάσιμα, ότι αυτή η απομάκρυνση θα οδηγήσει τα δύο αυτά κόμματα, σε ψηλά επίπεδα εκλογικών ποσοστών, έστω και υπό τις παρούσες ισορροπίες, που εμφανίζονται να έχουν διαμορφωθεί (εάν έχουν διαμορφωθεί), στις τάξεις αυτών, που υποτίθεται ότι έχουν αποφασίσει το τί πρόκειται να ψηφίσουν και υποτίθεται ότι πρόκειται να προσέλθουν στις κάλπες.
 
Βέβαια, όπως είπαμε, το κλίμα, στην κοινωνία, είναι βαρύ και απρόβλεπτο και αυτό το γεγονός μπορεί να ανατρέψει όλα τα υποτιθέμενα, ως δεδομένα, διότι, στην πραγματικότητα, δεν είναι δεδομένα, αλλά οι ηγετικές ομάδες του κατακερματισμένου και αλληλοσπαρασσόμενου αντιμνημονιακού χώρου, με τις πράξεις τους, που συντηρούν την διαίρεση και τις έριδες, εντός του χώρου αυτού, βοηθούν, όσο μπορούν, περισσότερο, την υλοποίηση των επιδιώξεων των ηγεσιών του ΣΥΡΙΖΑ, της Νέας Δημοκρατίας, της οικονομικής ολιγαρχίας και των ευρωελίτ.
 
 
 
(Η εικόνα, που προκύπτει, από το σχήμα αυτό, δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, εάν δεν πάρει ένα ποσοστό, από τους αναποφάσιστους ψηφοφόρους, που τον είχαν ψηφίσει τον Σεπτέμβριο του 2015, δεν πρόκειται να φθάσει το 20%. Τα πράγματα γίνονται χειρότερα, εάν ληφθούν υπόψη, οι νέοι ψηφοφόροι, καθώς και όσοι απείχαν, από εκείνες τις εκλογές. Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία, από το ίδιο σχήμα, φαίνεται να έχει εξασφαλίσει το 26%. Όμως, τα πράγματα είναι περισσότερο πολύπλοκα, αφού το εκλογικό σώμα, που πρόκειται να ψηφίσει, δεν μπορεί να προσδιορισθεί, με ασφαλή προσέγγιση, ενώ ούτε και οι προτιμήσεις του μπορούν να προβλεφθούν, σε μιαν εκλογική διαδικασία, η οποία, κυρίως, έχει να δώσει μηνύματα, προς άπαντες, αφού, στις 26 Μαΐου, πρόκειται να κριθούν όλοι και όλα).
 
 
 
 
 
Το γεγονός ότι η κατάσταση είναι οριακή και  ότι μπορεί πολύ εύκολα, να ανατραπεί το παρόν πολιτικό σκηνικό, προκύπτει από το γεγονός των ξαφνικών ανακοινώσεων του Αλέξη Τσίπρα, με τις προεκλογικές παροχές, οι οποίες έγιναν, άρον-άρον (ο πρωθυπουργός άλλαξε το προεκλογικό του πρόγραμμα και αντί, για τα Ιωάννινα, έμεινε, εδώ, για να ανακοινώσει τα μέτρα), αφού προηγουμένως, βέβαια, είχε λάβει τα μαντάτα, από την δημοσκόπηση της ALCO, από την οποία προέκυψε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, αρκετά, κάτω από το 20%, με το 16,2% του εκλογικού σώματος να μετεωρίζεται, στην εκλογική συμπεριφορά του και να εμφανίζεται, ως αναποφάσιστο, ενώ το 41% από αυτό το ποσοστό, να προέρχεται, από τους ψηφοφόρους εκείνους, που τον Σεπτέμβριο του 2015, είχαν ψηφίσει το κυβερνητικό κόμμα.
 
Βέβαια η ALCO δίνει ελάχιστο ποσοστό, στον ΣΥΡΙΖΑ 18,6% και μέγιστο 23,6%, εκτιμώντας τους αναποφάσιστους, στο 17,8% και αντίστοιχα, στην Νέα Δημοκρατία, 24,8 και 30,4%, αλλά, στην πραγματικότητα, οι προοπτικές, για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι χειρότερες, εάν λάβουμε, υπόψη μας, ότι η αποχή, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, είχε φθάσει, στο 43,43% (δεν είχαν ψηφίσει 749.022 ψηφοφόροι, οι οποίοι, όμως, είχαν ψηφίσει, οκτώ μήνες νωρίτερα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ, ανάμεσα στις δύο βουλευτικές εκλογές του 2015, έχασε 320.074 ψήφους). Έτσι, εάν ένας σημαντικός αριθμός, από τους ψηφοφόρους αυτούς, προσέλθει, τώρα, στις κάλπες, η τύχη του κυβερνώντος κόμματος πρόκειται να είναι πολύ χειρότερη, από αυτήν που προβλέπει ο Κώστας Παναγόπουλος.
 
Αυτή η επικίνδυνη κατάσταση είναι, που οδήγησε τον πρωθυπουργό, στην ανατροπή του προγράμματός του και στην, παλαιοκομματικού τύπου, παροχολογία, που είναι στοχευμένη στους ελεύθερους επαγγελματίες και στους συνταξιούχους, στα στρώματα των οποίων ο ΣΥΡΙΖΑ παρουσιάζει μεγάλα ελλείμματα, στην εκλογική του επιρροή. Και αυτό δεν πρέπει να αγνοηθεί, διότι δείχνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραπαίει και κινδυνεύει, με συντριβή, όπως προκύπτει και από το παραπάνω σχήμα, με τις μετατοπίσεις και τις μετακινήσεις των παλαιών (9/2015) ψηφοφόρων των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού.
 
Το τί πρόκειται να συμβεί, βέβαια, θα είμαστε εδώ, να το δούμε. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι, επειδή, όπως πολλές φορές έχω γράψει, η αποχή δεν πρόκειται να είναι, τόσο μικρή, όσο δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολύ πιθανό να βρίσκεται πιο κοντά, στο χαμηλότερο σημείο της εκλογικής του επιρροής, έτσι όπως καταγράφεται, από την ALCO (οι ελεύθεροι επαγγελματίες, αλλά και οι συνταξιούχοι, είναι πολύ λιγότερο πιθανό να προσεγγίσουν, εκλογικά, τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις εξαγγελθείσες παροχές, οι οποίες η αλήθεια είναι ότι άργησαν και ότι είναι μικρές).
 
Από την άλλη πλευρά, η Νέα Δημοκρατία είναι πολύ πιθανό να βρεθεί και αυτή, κάτω από το 25%, με μια παράλληλη ευρεία διασπορά ψήφων, στα υπόλοιπα κόμματα, εντός και εκτός βουλής, αφού η Χρυσή Αυγή δεν αποκλείεται να φθάσει και να ξεπεράσει το 10%, το ΚΙΝΑΛ είναι πιθανό να καταφέρει να έχει κάποιες επιστροφές, από την δεξαμενή των ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ και τα εξωκοινοβουλευτικά κόμματα να καταφέρουν, παρά τον κατακερματισμό τους, να αποσπάσουν, συνολικά, έναν μεγάλο αριθμό ψήφων διαμαρτυρίας, εάν η αποχή μείνει, σε ανεκτά επίπεδα.
 
Αλλά το να μείνει η αποχή από τις κάλπες των ευρωεκλογών, σε ανεκτό επίπεδο, δηλαδή να μην φθάσει, στο επίπεδο που έφθασε, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν είναι κάτι που μπορεί να προεξοφληθεί. Κάθε άλλο. Βέβαια, υπάρχει η πεποίθηση ότι η κοινή διεξαγωγή των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, που (υποτίθεται ότι) αυξάνει το προσωπικό ενδιαφέρον των ψηφοφόρων, με τις ευρωεκλογές, θα αυξήσει την συμμετοχή του εκλογικού σώματος και στις κάλπες των ευρωεκλογών.
 
Με δεδομένο το γεγονός ότι και στις ευρωεκλογές της 25/5/2014, η αποχή των ψηφοφόρων ήταν σημαντική, αφού έφθασε, στο ύψος του 40,67% (συν άκυρα - λευκά, 3,80%, ενώ ψήφισαν 5.941.208), παρά το γεγονός ότι και τότε, οι ευρωεκλογές είχαν διεξαχθεί, μαζύ με τις τοπικές εκλογές, δεν μπορούμε να πούμε ότι αυτή η πεποίθηση, οπωσδήποτε, θα επιβεβαιωθεί. 
 
Δεν αποκλείεται, βέβαια, η αποχή να μειωθεί, σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2015, που είχαν ψηφίσει, έγκυρα, 5.431.850 ψηφοφόροι. Όσο και αν η αποχή παραμείνει υψηλή, μια μικρή, έστω, μείωσή της, σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές, θα αλλάξει τους συσχετισμούς.
 
Το πόσο θα τους αλλάξει, μένει να το δούμε.