Γιάννης Παναγόπουλος. Τυπικός εκπρόσωπος της εργατικής αριστοκρατίας. Μεγαλοτραπεζικό στέλεχος, οιονεί ισοβιότητα, πολυθεσία, παχυλές αμοιβές και πρακτική αδιαφορία, για την υπεράσπιση των μισθωτών, που - υποτίθεται ότι - τον ανέδειξαν και του έδωσαν την δυνατότητα να κατέχει του προέδρου της ΓΣΕΕ. Όλα αυτά τα χρόνια το έργο του, ως συνδικαλιστή, είναι, περίπου, μηδενικό, όταν δεν είναι καθαρά ένα έργο, που ευνοεί την ελληνική εργοδοσία, με την οποία υποτίθεται ότι είναι αντίπαλος. Τώρα ζορίζεται, που οι σταλινικοί γραφειοκράτες βαράνε, αλλά...
 
 
 
 
 
 
Δυστυχώς, το ξύλο, που πέφτει, στο δύο φορές ματαιωμένο 37ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, δεν είναι αποτέλεσμα της αγανάκτησης της εργατικής τάξης, των μισθωτών εργαζομένων της χώρας μας, για τα καταστροφικά και διαλυτικά πεπραγμένα των πρώην ρεφορμιστών (και νυν, πλήρως ενταγμένων, στο γραφειοκρατικό καπιταλιστικό καθεστώς, του οποίου αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα) και των κλασικών συντηρητικών συνδικαλιστών, που προέρχονται, οι, μεν, πρώτοι, από την ΠΑΣΚΕ και οι, δε, δεύτεροι, από την ΔΑΚΕ, όλα αυτά τα 10 χρόνια της σαρωτικής κρίσης, που κονιορτοποίησε όλα τα εργατικά και τα ευρύτερα εργασιακά και μισθολογικά/εισοδηματικά και κοινωνικά δικαιώματα των εργατοϋπαλλήλων.
 
Το ξύλο, που πέφτει, στην ΓΣΕΕ δεν προέρχεται, από αυθόρμητες κινήσεις των μαζών, δεν είναι οι εξαγριωμένοι εργαζόμενοι, που αγανακτούν και ξεσπούν, κατ' αυτόν τον τρόπο, εναντίον των ρεφορμιστών και των κλασικών συντηρητικών εργατοπατέρων, οι οποίοι, όντας μέρος του εργοδοτικού συστήματος και της ελίτ της χώρας μας, έχουν πλήρη και άμεση ευθύνη, για την κατάντια, στην οποία έχουν περιπέσει η εργατική τάξη και οι μισθωτοί, εξ αιτίας της κρίσης, και των Μνημονίων της τρόϊκας των ξένων δανειστών, τα οποία Μνημόνια ο, περίπου, μόνιμος πρόεδρος της ΓΣΕΕ Γιάννης Παναγόπουλος (ο νέος Καρακίτσος του ελληνικού συνδικαλισμού, με την ενδυμασία του σοσιαλιστή), ως γνήσιο τέκνο της εργατικής αριστοκρατίας της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας, από την οποία προέρχεται, έχει χαρακτηρίσει, ως το μόνο πραγματικό σχέδιο, για την χώρα..
 
Όσον αφορά το ΠΑΜΕ, που προέρχεται μέσα από τα σπλάγχνα της σταλινικής γραφειοκρατίας του Περισσού και το οποίο πρωτοστατεί, στα επεισόδια, που εκτυλίχθηκαν, νωρίτερα, στην Καλαμάτα και τώρα, στην Ρόδο, με σαφή σκοπό να μην επιτρέψει την διεξαγωγή του 37ου συνέδριου της, συνδικαλιστικά, ανύπαρκτης και κοινωνικά, καταρρεύσασας ΓΣΕΕ, μπορεί, για λόγους συγκυρίας, η επιχειρηματολογία του να έχει βάση, όπως, επίσης, και ο χαρακτηρισμός των αντιπάλων του, ως συνδικαλιστικής μαφίας, να αποδίδει την πραγματικότητα, όμως, η πλήρης και αντικειμενική αλήθεια είναι ότι και η ίδια εργατική συνδικαλιστική οργάνωση των Ελλήνων σταλινικών αποτελεί μέρος αυτού του γραφειοκρατικού συνδικαλιστικού καρκινώματος. 
 
Βέβαια, είναι γεγονός ότι, από την αρχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 2010 και το 1ο Μνημόνιο, που υπέγραψε η κυβέρνηση του ΓΑΠ, η σταλινική εργατική γραφειοκρατία του ΠΑΜΕ, υπό την καθοδήγηση του ΚΚΕ, αποστασιοποιήθηκε, από την ΓΣΕΕ, αδιαφόρησε για την ύπαρξή της, και κατήγγειλε την ηγεσία της και τα (ανύπαρκτα) πρακτικά έργα της, που περιορίζονται, σε επετειακές και άμαζες απεργιακές κινητοποιήσεις και ακολούθησε την δική της ξεχωριστή και διακριτή πορεία της.
 
Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η αποστασιοποιημένη, από την ΓΣΕΕ, συνδικαλιστική τακτική του ΠΑΜΕ, στην οποία εντάχθηκε και η κατασταλτική δράση του, σε βάρος κάθε άλλης κίνησης και πράξης, που δεν ελέγχονται από το ίδιο, δεν απέδωσε, συνδικαλιστικά, τα αναμενόμενα.
 
Αυτή η εξέλιξη δεν ήταν κάτι, το οποίο υπήρξε απρόσμενο. Κάθε άλλο. Η πρακτική των σταλινικών γραφειοκρατών υπήρξε αδιέξοδη, όχι, μόνο, εξ αιτίας της, εκ των πραγμάτων διασπαστικής τακτικής τους, στον συνδικαλιστικό χώρο. Η, εν τοις πράγμασι, διάσπαση, όσον αφορά τις όποιες δράσεις της ΓΣΕΕ (έστω και αν αυτές δεν υπήρξαν, ή και όταν υπήρξαν, ήσαν συμβολικές και είχαν, καθαρά, προσχηματικό χαρακτήρα, προκειμένου να καλύψουν, με ένα φύλλο συκής την υποταγή της καθεστωτικής αστικορεφορμιστικής συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, στην εντόπια εργοδοσία και στην τρόϊκα των ξένων δανειστών), εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ και του ΠΑΜΕ, θα μπορούσε να ήταν, απολύτως, χρήσιμη και επιτυχής, εάν οι άρχοντες του Περισσού είχαν ένα πειστικό πρόγραμμα συνδικαλιστικής δράσης, με συγκεκριμένες και άμεσα εφαρμόσιμες προτάσεις, στους χώρους εργασίας και έναν σαφή τακτικό και στρατηγικό σχεδιασμό, για την κατάληψη της εξουσίας. Το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ δεν είχαν, ούτε το ένα, ούτε το άλλο. Ούτε πρόγραμμα συνδικαλιστικής δράσης, με συγκεκριμένες προτάσεις, υπήρξε, ούτε σχεδιασμός, για την κατάληψη της εξουσίας. Ως εκ τούτου, ο συνδυασμός αυτών των δύο ανυπαρξιών,  ήταν αδύνατον να μην καταλήξει, εκεί, που κατέληξε. Η αδυναμία άρθρωσης και υλοποίησης εφαρμόσιμων προτάσεων, στους εργασιακούς χώρους, κράτησε αποστεωμένο το ΠΑΜΕ, ενώ η πείσμων άρνηση του ΚΚΕ να θέσει ζήτημα κατάληψης της εξουσίας, με ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα, που θα έδιδε άμεσες λύσεις, στα ζέοντα προβλήματα των εργαζόμενων τάξεων και του πληθυσμού της χώρας, κράτησε το κόμμα αυτό μακριά, από τις πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες, έλαβαν κατακλυσμιαίες διαστάσεις, τις οποίες το κόμμα του Δημήτρη Κουτσούμπα και της γραφειοκρατίας του Περισσού δεν μπόρεσε και δεν θέλησε (και για την ακρίβεια, δεν μπόρεσε, επειδή δεν θέλησε) να ακολουθήσει. [Πολλοί θεωρούν ότι είμαι υπερβολικός, όταν ισχυρίζομαι ότι το ΚΚΕ μπορούσε να θέσει πραγματικό ζήτημα κατάληψης της εξουσίας, κατά την περίοδο της κρίσης. Σφάλλουν. Χρήσιμο είναι να θυμίσω, εδώ, ότι, στις αρχές του καλοκαιριού του 2011, δηλαδή την εποχή, που το ΠΑΣΟΚ του ΓΑΠ κονιορτοποιούνταν και κυριολεκτικά έλιωνε, κοινωνικά και πολιτικά, το ΚΚΕ, δημοσκοπικά, κτυπούσε την δεύτερη θέση και συναγωνιζόταν την Νέα Δημοκρατία, αφού ο αγανακτισμένος προσφυγικός εκλογικός πληθυσμός του κόμματος των Ελλήνων σοσιαλιστών, το εγκατέλειπε, μαζικά, με πρώτη στάση, το ΚΚΕ και δευτερευόντως, την Νέα Δημοκρατία. Ήταν, τότε, που το ΚΚΕ έφθανε και ξεπερνούσε, το 11%, σε επίπεδο προτίμησης ψήφου και άγγιζε το 14%. Τότε, ακόμη, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αποτελούσε υπολογίσιμη δύναμη και το ΚΚΕ είχε όλα τα περιθώρια, για να απευθυνθεί, σε νέα στρώματα ψηφοφόρων, τα οποία κτυπούσε η κρίση, προλεταριοποιώντας και μεγάλα τμήματα της μεσαίας τάξης. Η σταλινική γραφειοκρατία του Περισσού, η οποία δεν διδάχθηκε - και για την ακρίβεια, δεν θέλησε να εφαρμόσει - τα διδάγματα του Βλαντιμίρ Λένιν, του Ιωσήφ Στάλιν και των μπολσεβίκων, άφησε την ευκαιρία να περάσει ανεκμετάλλευτη, με αποτέλεσμα, μετά τον σχηματισμό της κυβέρνησης του Λουκά Παπαδήμου, με την σύμπραξη του ΠΑΣΟΚ των ΓΑΠ και Ευάγγελου Βενιζέλου, της Νέας Δημοκρατίας του Αντώνη Σαμαρά και του ΛΑΟΣ του Γιώργου Καρατζαφέρη, να αρπάξει την ευκαιρία, που άφησε το ΚΚΕ, ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, που έθεσε ζήτημα εξουσίας και ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας, από το μικρό (τότε) κόμμα της ριζοσπαστικοφανούς και κομμουνιστογενούς αριστεράς. Τελικά, δηλαδή, ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε αυτό, που δεν θέλησε και δεν τόλμησε να κάνει το ΚΚΕ και απευθυνόμενο, σε νέα εκλογικά ακροατήρια, την εξουσία την πήρε. Άσχετα,από τί την έκανε].
 
 
 
 Είναι σαφές ότι ο Ιωσήφ Στάλιν εξακολουθεί, πάντοτε, να εμπνέει τις πρακτικές των οπαδών του, στον Περισσό. Οι ξυλοδαρμοί, για τους οποίους εξανίστανται, τώρα, οι καθεστωτικοί ρεφορμιστές της ΠΑΣΚΕ και οι κλασικοί συντηρητικοί της ΔΑΚΕ, δεν είναι μια πρωτόγνωρη πρακτική, για τους σταλινικούς. Απλώς, τώρα, μετά από πολλές δεκαετίες, ήλθε η ώρα να τους γευτούν και αυτοί, όπως, στο παρελθόν τους δέχονταν διάφοροι συνδικαλιστές, που δεν καθοδηγούνταν, από το ΚΚΕ και όσοι ήσαν μέλη συνδικαλιστικών οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
 
 
 
 
 
Πολλοί λένε ότι είναι ευτύχημα, που το ΚΚΕ δεν έθεσε ζήτημα εξουσίας και που δεν την διεκδίκησε. Δεν θα μπω, σε αυτή την συζήτηση, διότι αυτό, που με ενδιαφέρει, εδώ, είναι να δείξω ότι αυτή η διπλή ανυπαρξία εφαρμόσιμων συνδικαλιστικών προτάσεων, στους χώρους εργασίας, και τακτικού και στρατηγικού σχεδιασμού, για την κατάληψη της εξουσίας (την οποία επισημαίνω ότι το ΚΚΕ θα μπορούσε να την πάρει, πολύ εύκολα, διότι το μνημονιακό πρόγραμμα, που εφαρμοζόταν, τότε, με τις σαρωτικές περικοπές μισθών, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας, η συντριβή του εργατικού κόστους και η εξωφρενική διόγκωση της ανεργίας, με το κλείσιμο ολόκληρων τμημάτων της ελληνικής παραγωγής, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του κρατικού μηχανισμού, εξ αιτίας των μέτρων της δρακόντειας λιτότητας, οδηγούσε σε απελπισία, τεράστια τμήματα του πληθυσμού και είχε εξασθενήσει τα δυναμικά τμήματα του ελληνικού κράτους, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να βρεθεί ούτε ένας, που θα ήταν διατεθειμένος να ανακόψει την πορεία του κόμματος των Ελλήνων σταλινικών, προς την εξουσία, εάν αυτό είχε την βούληση να την διεκδικήσει), ήταν πολύ φυσικό να οδηγήσει το ΠΑΜΕ και το ΚΚΕ, ενώπιον των αδιεξόδων, που προέκυπταν και τα οποία συνοψίζονται, στο απλούστατο γεγονός ότι η ηγεσία του ΚΚΕ αντιμετωπίστηκε, από την συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, ως ένας πολιτικός και συνδικαλιστικός χώρος, που είναι αναποτελεσματικός, μη χρήσιμος και αναξιόπιστος, ο οποίος βρίσκεται, μακράν, από τα άμεσα και πραγματικά προβλήματα του πληθυσμού της χώρας.
 
Τώρα, μετά την μακρά και αδιέξοδη συνδικαλιστική πορεία όλων αυτών των ετών της βαριάς ελληνικής οικονομικής κρίσης, το ΠΑΜΕ πλησιάζει και πάλι, στον φυσικό του χώρο, αυτόν στον οποίο ευρίσκονται όλοι αυτοί, που, αποκαλεί συνδικαλιστική μαφία, για να διεκδικήσει την θέση του, με όλους τους δυνατούς τρόπους και με όπλο, ακόμη και την χρήση της εργατικής (γραφειοκρατικής) βίας, αφού, προηγουμένως, εφάρμοσε τις μεθόδους αυτές, στα εργατικά κέντρα της χώρας, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε όχι. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης.
 
Το ΠΑΜΕ και η σταλινική γραφειοκρατία του Περισσού, προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να διεκδικήσουν και να επιβάλουν, στην πράξη, την δραστική καλυτέρευση των θέσεών τους, εντός της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας της ΓΣΕΕ και να αποτρέψουν την εκλογή νέων οργάνων, που, εάν θα γίνει, θα γίνει, με βάση τους τωρινούς συσχετισμούς δυνάμεων, οι οποίοι ευνοούν τους καθεστωτικούς ρεφορμιστές του Γιάννη Παναγόπουλου και τους κλασικούς συντηρητικούς του Νίκου Κουτσούκη.
 
Στα πλαίσια αυτά, γίνονται οι καταγγελίες, για εργοδοτικό συνδικαλισμό και για σωματεία, που είναι σφραγίδες, εν όψει του 37ου συνέδριου, το οποίο οι σταλινικοί ματαίωσαν δύο φορές. Προφανώς, δεν μιλούν, στον βρόντο. Αυτά, που λένε, είναι ορθά. Οι ρεφορμιστές και οι άλλοι έχουν κάνει τους δικούς τους λογαριασμούς (η υλοποίηση των οποίων έχουν, ουκ ολίγον, βοηθηθεί, από την αποστασιοποίηση του ΠΑΜΕ, από την ΓΣΕΕ), στα εργατικά σωματεία και στα εργατικά κέντρα, προκειμένου να κάνουν την δουλίτσα τους και να αναπαραγάγουν την εξουσία τους, η οποία, ανάμεσα, στα άλλα, τους παρέχει πλούσιες απολαβές. Αυτούς τους αρνητικούς, για το ΠΑΜΕ, συσχετισμούς θέλει και προσπαθεί να ανατρέψει η γραφειοκρατία του ΚΚΕ.
 
Όμως, για να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να επισημάνουμε ότι οι καθεστωτικοί ρεφορμιστές της ΠΑΣΚΕ και οι κλασικοί συντηρητικοί της ΔΑΚΕ, δεν κάνουν κάτι το πρωτόγνωρο. Και φυσικά, δεν είναι οι μόνοι πράξαντες, στον χώρο. Και οι σταλινικοί του ΠΑΜΕ (πρώην ΕΣΑΚ και στην συνέχεια, πρώην ΕΣΑΚ-Σ) έχουν επιδοθεί, σε ανάλογες πρακτικές και ως εκ τούτου, δεν είναι, καθόλου, αναμάρτητοι.
 
Αλλά αφήνοντας, στην άκρη, τις κλωτσοπατινάδες της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, αυτό που έχει σημασία, είναι να επισημάνουμε το θλιβερό κα αποτρόπαιο γεγονός ότι η εργατική τάξη και οι μισθωτοί εργαζόμενοι της χώρας μας έχουν, κυριολεκτικά, μείνει χωρίς πραγματική εκπροσώπηση, στους εργασιακούς χώρους και έτσι έχουν εγκαταλειφθεί, απροστάτευτοι, στις όποιες επιθυμίες της μικρής και της μεγάλης εργοδοσίας, η οποία κυριαρχεί, απολύτως, εκμεταλλευόμενη το ελληνικό εργατικό δυναμικό, με την βοήθεια του άφθονου εφεδρικού στρατού των ανέργων και των μεταναστών και της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, που έχει προσχωρήσει, στην μεγίστη πλειοψηφία της, στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ταξικού αντιπάλου των μισθωτών της χώρας μας.
 
Οι αιτίες, για την βαθύτατη, έως και διαλυτική κρίση, στο παραπαίον ελληνικό εργατικό κίνημα, το οποίο οδηγείται, στο να παύσει να υφίσταται, ως τέτοιο, βρίσκονται και εντοπίζονται, σε όλες αυτές τις παθογένειες, οι οποίες έχουν καταστήσει τους θεσμούς, από τους οποίους συγκροτείται, να είναι ένα εργαλείο των εργοδοτών, των ευρώδουλων κυβερνήσεων και πρωτίστως, των ξένων δανειστών.
 
Και το δυστύχημα είναι ότι δεν υπάρχουν δείγματα ότι αυτή η εξαθλιωτική κατάσταση πρόκειται να παύσει να υφίσταται.
 
Δυστυχώς.