Παρά την προεκλογική αντιπαραθετική πολυλογία, στην οποία έχουν επιδοθεί τα δύο κόμματα του ασταθούς μικρού δικομματισμού, τα έργα των ηγετικών ομάδων του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας αποδεικνύουν ότι ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης οδηγούν την χώρα, προς μια συμφωνημένη και ομαλή - και προ παντός, μνημονιακή - κυβερνητική αλλαγή φρουράς, όποτε και αν διεξαχθούν οι βουλευτικές εκλογές.
 
Ο Αλέξης Τσίπρας και ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαφές ότι έχουν ρίξει λευκή πετσέτα. Έχουν αποδεχθεί το γεγονός ότι θα ηττηθούν, στις εκλογές αυτές. Έτσι, το μόνο, που επιδιώκει ο πρωθυπουργός, είναι το να περιορίσει, όσο μπορεί περισσότερο, το εύρος αυτής της ήττας και να εξασφαλίσει, στον ΣΥΡΙΖΑ, την δεύτερη θέση, στην σειρά κατάταξης των κομμάτων, με μεγάλη διαφορά, από το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ, προκειμένου να εξασφαλίσει την κυριαρχία του κόμματός του, στον χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς. 
 
Οι συριζαίοι, όταν ανοίγει μια τέτοια συζήτηση, αρνούνται, μετά βδελυγμίας, ότι υπάρχει μια τέτοια συμφωνία κυρίων, αλλά οι, περί του αντιθέτου, ισχυρισμοί τους, δεν συνοδεύονται από επιχειρήματα, που να μπορούν να στηρίξουν αυτούς τους ισχυρισμούς. 
 
Η ψήφιση, από την Νέα Δημοκρατία, της διάταξης, για την υποτιθέμενη "προστασία" της πρώτης κατοικίας, από τις κατασχέσεις, είναι η τελευταία σοδειά αυτής της συμφωνίας κυρίων, ανάμεσα στα ηγετικά επιτελεία των δύο κομμάτων του μικρού δικομματισμού. Προφανώς, θα υπάρξουν και άλλες σοδειές, που θα επιβεβαιώσουν την ύπαρξη αυτής της συμφωνίας, όμως οι συριζαίοι (όπως και οι νεοδημοκράτες) πάντα, θα εξακολουθούν να την αρνούνται.
 
Μάταια. Η ύπαρξη της συμφωνίας αυτής είναι σαφέστατη και δεν είναι (μόνο) το θέατρο, που παίχτηκε, στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, όπου η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα κατάφερε, με τεράστιες απώλειες, να την ψηφίσει, στην βουλή, ενώ η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη υποδυόταν ότι την αντιμαχόταν, για να την αποδεχθεί, στην ουσία της, ισχυριζόμενη ότι, ως μέλλουσα κυβέρνηση, δεν μπορεί να την αλλάξει. Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι ένα δείγμα αυτής της παρασκηνιακής συμφωνίας, για ομαλή μετάβαση, από την τωρινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, στην μελλοντική κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας. Και αυτό το δείγμα δεν είναι το κυριότερο.
 
Αυτό που αποδεικνύει την συμφωνία του Αλέξη Τσίπρα, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, για μια ομαλή αλλαγή φρουράς, σε επίπεδο κυβέρνησης, είναι το πέταγμα της λευκής πετσέτας και της αποδοχής της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ, στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές, από την ηγεσία του τωρινού κυβερνητικού κόμματος. Ο Αλέξης Τσίπρας και οι συν αυτώ, αρκούνται, στις τρέχουσες απολαβές της κυβερνητικής εξουσίας, όσο κρατούν το πηδάλιο του κράτους.
 
Μα, δεν πετάμε καμμία λευκή πετσέτα, λένε οργισμένα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Το παλεύουμε.
 
Παραμύθια. Πέρα από το τί λένε τα λοιπά στελέχη του κυβερνητικού κόμματος, η ηγεσία του έχει αποδεχθεί την ήττα. Όπως επίσης, έχει αποδεχθεί ότι αυτή η ήττα, σε εκλογικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο, θα είναι μεγάλη. Το πώς, αποδεικνύεται αυτό το παρασκηνιακό γεγονός δεν είναι δύσκολο να καταδειχθεί. Και αποδεικνύεται από την συνταγματική αλλαγή, που ψηφίστηκε, στην βουλή, σε δύο φάσεις, τον περασμένο Φεβρουάριο και τον περασμένο Μάρτιο.
 
Ανάμεσα, στις διατάξεις αυτές, που ψηφίστηκαν και από τον ΣΥΡΙΖΑ και από την Νέα Δημοκρατία και μάλιστα, με περισσότερους, από 180 ψήφους, ούτως ώστε, στην επόμενη ψηφοφορία, που θα πραγματοποιηθεί, στην επόμενη βουλή, είναι και η αποφυγή της προκήρυξης βουλευτικών εκλογών, σε περίπτωση, που, κατά την εκλογή προέδρου του κράτους, κανένας, από τους υποψήφιους δεν συγκεντρώσει 180 ψήφους, επί του όλου αριθμού των βουλευτών, στην τρίτη ψηφοφορία, που διεξάγεται, στην βουλή.
 
Με την προτεινόμενη, από τον ΣΥΡΙΖΑ διάταξη, την οποία αποδέχτηκε η Νέα Δημοκρατία, ο πρόεδρος του κράτους θα εκλέγεται από την βουλή, χωρίς προσφυγή, σε βουλευτικές εκλογές. Χωρίς δηλαδή να έχει την δυνατότητα να εκφραστεί το εκλογικό σώμα, για τα πεπραγμένα της όποιας κυβέρνησης. Και αυτήν την πρόταση η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να την εμφανίσει, ως μια "ριζοσπαστική" πρόταση!
 
Κωμικοτραγικά πράγματα. Η πρόταση αυτή η οποία - κακώς εχόντων των πραγμάτων - θα ψηφιστεί, από την επόμενη βουλή, είναι μια, απολύτως, συντηρητική και καθεστωτική πρόταση, η οποία αποκλείει την δυνατότητα του εκλογικού σώματος, να εκφραστεί, κυριαρχικά, επί των πεπραγμένων των κυβερνήσεων, προκειμένου αυτές να πράττουν ό,τι θέλουν και χωρίς τον φόβο της λαϊκής ετυμηγορίας, για μια πλήρη τετραετία.
 
Και όλα αυτά, μάλιστα, χωρίς να υπάρχει καμμία ασφαλιστική δικλείδα, για πρόωρη διάλυση της βουλής, λόγω προφανούς δυσαρμονίας της, με την βούληση του εκλογικού σώματος, κάτι, που, πριν, από την αναθεώρηση του συντάγματος, το 1986, ήταν θεσπισμένο, ως δυνατότητα του προέδρου του κράτους, από τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Κωνσταντίνο Τσάτσο και το οποίο (κακώς) κατάργησε ο Ανδρέας Παπανδρέου.
 
Όπως είναι γνωστό, τον Μάρτιο του 2020, δηλαδή, σε λιγότερο, από έναν χρόνο, από σήμερα, λήγει η θητεία του Προκόπη Παυλόπουλου, ως προέδρου του κράτους και φυσικά, με την ψήφιση αυτής της συνταγματικής αλλαγής, που, πιθανώς, η Νέα Δημοκρατία θα πραγματοποιήσει, στην επόμενη βουλή (εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης σχηματίσει κυβέρνηση), δεν πρόκειται να δημιουργηθεί κανένα πρόβλημα νέων βουλευτικών εκλογών και η επόμενη κυβέρνηση θα μπορέσει να κυβερνήσει, χωρίς εκλογικό αντιπερισπασμό, ο οποίος, εάν γινόταν, θα γινόταν, με το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής, που έχει περάσει η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, από την εποχή, που συγκυβερνούσε, με τον Πάνο Καμμένο.
 
Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ απεμπολεί την δυνατότητά του να προξενήσει βουλευτικές εκλογές, εάν κάποιος από τους υποψηφίους προέδρους του κράτους, δεν συγκεντρώσει 180 ψήφους, στην τρίτη ψηφοφορία, που θα μπορούσε διεξαχθεί, στην επόμενη βουλή. Και μάλιστα, την απεμπολεί, εξ ολοκλήρου και χωρίς εμφανή ανταλλάγματα.
 
(Οι συριζαίοι, στις συζητήσεις, λένε ότι δεν μπορούν να μην ψηφίσουν τον Προκόπη Παυλόπουλο, ως πρόεδρο του κράτους, αφού αυτοί τον είχαν υποδείξει και τον είχαν ψηφίσει, το 2015. Ανοησίες και υποκρισίες, αφού μπορούν να μην ψηφίσουν πρόεδρο του κράτους, στην επόμενη βουλή, ούτως ώστε ουδείς, εκ των υποψηφίων να συγκεντρώσει 180 ψήφους, στην τρίτη ψηφοφορία και να προκηρυχθούν νέες βουλευτικές εκλογές, με απλή αναλογική. Και φυσικά, στην συνέχεια να ψηφίσουν τον σημερινό πρόεδρο του κράτους, εάν αυτή είναι η οριστική επιλογή τους. Αυτή η τακτική έχει ακολουθηθεί, στο παρελθόν, από τον ΓΑΠ και το ΠΑΣΟΚ, το 2009, που αρνήθηκαν να ψηφίσουν τον, τότε, πρόεδρο του κράτους Κάρολο Παπούλια, που είχαν ψηφίσει, μαζύ με την Νέα Δημοκρατία του Κώστα Καραμανλή, με ρητή επιδίωξη να προκηρυχθούν βουλευτικές εκλογές, πράγμα το οποίο έγινε. Μάλιστα, αυτή η τακτική ακολουθήθηκε και από τον πατέρα του τωρινού αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας, τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη, ο οποίος, ως αρχηγός της Ν.Δ., είχε αρνηθεί να ψηφίσει πρόεδρο του κράτους, το 1990, με την ίδια ρητή επιδίωξη. Δηλαδή να προκηρυχθούν βουλευτικές εκλογές. Όπως και έγινε. Ως εκ τούτου, οι συριζαίοι λένε βλακείες. Και φυσικά, λένε βλακείες, διότι δεν θέλουν να παραδεχθούν την ύπαρξη παρασκηνίου και της συμφωνίας κυρίων, στην οποία κάνω αναφορά, εδώ).
 
Φυσικά, στην τρέχουσα πολιτική, στην πολιτική της καθημερινότητας, δεν υπάρχει δώρο, χωρίς αντίδωρο. Ουδείς δίδει, χωρίς να λαμβάνει αντάλλαγμα. Και πολύ περισσότερο, ουδείς χαρίζει την κυβέρνηση, στον άλλον, χωρίς να πάρει κάτι.
 
Κάπως έτσι και η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να χαρίζει την απρόσκοπτη διακυβέρνηση, στην ηγετική ομάδα του Κυριάκου Μητσοτάκη, χωρίς να λάβει το αντίστοιχο αντίδωρο. Μόνο, που αυτό το αντίδωρο δεν το γνωρίζει το ευρύ κοινό. Και πιθανόν να μην το μάθει ποτέ. Ή να αργήσει πολύ να το μάθει.
 
Στην ουσία, αυτό που έχει συμβεί, είναι, ότι, παρά τις δημόσιες δηλώσεις και αντιπαραθέσεις, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει αποδεχθεί, πλήρως, την ήττα του. Και όπως προανέφερα, επίσης, έχει αποδεχθεί ότι αυτή η ήττα θα είναι μεγάλη. Όπως και μεγάλος θα είναι και ο φόβος, για τα μετέπειτα της ήττας αυτής, αφού είναι πιθανόν να χάσει κάθε δυνατότητα να προσδιορίσει τις μετεκλογικές εξελίξεις, εάν το όποιο κυβερνητικό και αντισυριζαϊκό μπλοκ σχηματισθεί, στην επόμενη βουλή, μπορεί να έχει ευρεία πλειοψηφία, πολύ μεγαλύτερη των 150, ή και των 180 ψήφων και ακόμη περισσότερο. 
 
Αυτός, προφανώς, είναι ο λόγος, που οδήγησε την ηγετική ομάδα του κυβερνητικού κόμματος, στο να προβεί, σε αυτές τις πρωτοφανείς διευκολύνσεις, στην ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, στην οποία, ουσιαστικά, παραχωρεί, εν λευκώ, την μέλλουσα διακυβέρνηση της χώρας (εάν φυσικά αυτή καταφέρει να σχηματίσει κυβέρνηση).
 
Το τί έπραξε, από την πλευρά της, η ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας, δεν είναι δύσκολο να το καταλάβουμε, εάν δούμε το τί έπραξε, με την Συμφωνία των Πρεσπών, υπό την καθοδήγηση της Angela Merkel και της πρεσβείας της οδού Βασιλίσσης Σοφίας. Επέτρεψε, στην κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα, να ξεπεράσει το πρόβλημα της φυγής του Πάνου Καμμένου, από την κυβέρνηση, χωρίς να την υποχρεώσει, με την παραίτηση μέρους, ή όλων των βουλευτών της αξιωματικής αντιπολίτευσης, στην προσφυγή, σε αναπληρωματικές εκλογές, που θα αποδείκνυαν την γύμνια της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ και με τις οποίες η κυβέρνηση θα υποχρεωνόταν, σε προσφυγή, σε κανονικές βουλευτικές εκλογές. 
 
Αλλά το παρασκηνιακό δούναι και λαβείν, ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα, στον Κυριάκο Μητσοτάκη και στα επιτελεία τους, δεν εξαντλείται, σε αυτά. Προφανώς, υπάρχουν και άλλα, τα οποία θα τα διερευνήσουμε και θα τα διαπιστώσουμε, στο επικείμενο μέλλον. Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ, παρά τα όσα λέει, πέταξε λευκή πετσέτα και παραδίδει την διακυβέρνηση της χώρας, στην ηγετική ομάδα της Νέας Δημοκρατίας.
 
Μπορεί αυτός ο σχεδιασμός να ανατραπεί;  Δεν είναι εύκολο, αλλά μπορεί. Ο σχεδιασμός αυτός μπορεί να ανατραπεί, από το εκλογικό σώμα, το οποίο, φυσικά, πρέπει να προσέλθει στις κάλπες, όποτε και αν γίνουν οι βουλευτικές εκλογές. Αν προσέλθει, θα ψηφίσει, όπως πρέπει να ψηφίσει και θα αποδοκιμάσει τα δύο κόμματα του ασταθούς μικρού δικομματισμού.
 
Αν, όμως, το εκλογικό σώμα δεν προσέλθει, στις κάλπες, ο σχεδιασμός θα περάσει.
 
Δυστυχώς...