Όσο περνάει ο καιρός και πλησιάζουν οι ευρωεκλογές του Μαΐου (το τί θα γίνει, με τις βουλευτικές εκλογές και την ημέρα της διεξαγωγής τους, δεν το ξέρουμε και είναι κάτι, που θα ξεκαθαριστεί σύντομα και μένει να το δούμε) το ερώτημα, που αναδεικνύεται, από όλα όσα συμβαίνουν, στην πορεία προς αυτές τις όχι ασήμαντες εκλογές, είναι το εάν ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει, στις ευρωεκλογές να φθάσει, στο ποσοστό του 20%.
 
Για να είμαι σαφής και ειλικρινής, κάτι τέτοιο φαίνεται να είναι δύσκολο. Πολύ δύσκολο. Δεν είναι ακατόρθωτο, αλλά, παρά τα όσα λέγονται, οι προσπάθειες, που θα πρέπει να καταβάλει η Κουμουνδούρου, για να επιτύχει ένα διψήφιο ποσοστό, το οποίο θα ξεκινάει, με το δύο, είναι πολύ μεγάλες. Μα, πάρα πολύ μεγάλες. Το γιατί συμβαίνει αυτό, προκύπτει από την παραπάνω δημοσκόπηση της ALCO, η οποία διεξήχθη αυτές τις ημέρες και η οποία δείχνει μια αποσυσπείρωση του ΣΥΡΙΖΑ και της Ν.Δ., δηλαδή και των δύο λεγόμενων μεγάλων κομμάτων, όπως και κάποιων μικρότερων, με μια όχι μη αξιοπρόσεκτη αύξηση των ποσοστών της Χρυσής Αυγής και του ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ.
 
[Στις αρχές του μήνα, είχα δημοσιεύσει την προηγούμενη δημοσκόπηση της ALCO - δείτε το δημοσίευμα, σε αυτό, εδώ, το μπλογκ, με τίτλο : Ο θυμός, η οργή, η τεράστια έκταση της ρευστότητας της ψήφου και η μεγάλη αποχή καθιστούν αναξιόπιστες τις δημοσκοπήσεις. (ΣΎΡΙΖΑ vs ΝΔ, μέσα από μια δημοσκόπηση της ALCO : Τα μαντάτα για τα δύο κόμματα του ασταθούς δικομματισμού είναι πολύ άσχημα) -, το οποίο αξίζει να διαβαστεί, μόνο και μόνο, επειδή η ανάγνωση της δημοσκόπησης εκείνης, όπως και της παρούσας, που αποτελεί συνέχεια της προηγουμένης, ξεφεύγει από τις παραδοσιακές αναγνώσεις, που κάνουν τα κατευθυνόμενα, από τα διάφορα κομματικά επιτελεία και συμφέροντα, ΜΜΕ της χώρας μας, τα οποία, άλλωστε και οι δημοσκοπικές εταιρείες υπηρετούν).
 
Πράγματι, τα στοιχεία, που παρουσιάζει, η παρούσα δημοσκόπηση της ALCO είναι πολύ ενδιαφέροντα. Και ακριβώς, επειδή είναι ενδιαφέροντα, τα ΜΜΕ απέφυγαν να ασχοληθούν, με αυτά. Ας τα επισημάνουμε :
 
Ένα μήνα μετά την προηγούμενη δημοσκόπηση της, εν λόγω, εταιρείας, παρατηρείται το εξής φαινόμενο, το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, θα έπρεπε να είναι περίεργο. Οι συσπειρώσεις των κομμάτων και η ενεργός δημοσκοπική επιθυμία συμμετοχής του πληθυσμού, στην επερχόμενη ψηφοφορία, για τις ευρωεκλογές, αντί να αυξάνονται, όσο πλησιάζει η 26η Μαΐου, μειώνονται (με εξαίρεση, όπως είπαμε την Χρυσή Αυγή και το ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ).
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ, στην δημοσκόπηση αυτή, ανιχνεύεται, με ένα ποσοστό, ίσο, με 17,5%. Στην προηγούμενη, τον περασμένο Φεβρουάριο, είχε ανιχνευτεί, στα επίπεδα του 18,1%. Μιλάμε, δηλαδή, για πτώση του ποσοστού του, ίσο με μισή ποσοστιαία μονάδα. Αυτή η πτώση δεν μπορεί να αγνοηθεί, ακόμη και αν βρίσκεται, στα όρια του στατιστικού λάθους και φυσικά, οδηγεί, στο συμπέρασμα ότι τα πεπραγμένα του ΣΥΡΙΖΑ, αποσυσπείρωσαν, το ποσοστό του, ή ότι, έστω, τον οδήγησαν, σε στασιμότητα.
 
Στην Νέα Δημοκρατία, η ALCO δίνει ένα ποσοστό της τάξεως του 23,6%, ενώ, στην, προ ενός μηνός, δημοσκόπηση, της έδινε ποσοστό, ίσο με 23,8%. Και εδώ, έχουμε πτώση του ποσοστού του κόμματος του Κυριάκου Μητσοτάκη. Μπορεί αυτή η πτώση να είναι μικρή (0,2 της μονάδας) και να βρίσκεται και αυτή, εντός των ορίων του στατιστικού λάθους, αλλά δεν μπορεί να αγνοηθεί, αφού δείχνει ότι αυτό το κόμμα, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται, σε ελεύθερη πτώση, δεν πείθει.
 
Η Χρυσή Αυγή υπολογίστηκε, στο 6,2%, ενώ, τον περασμένο μήνα η εκλογική της δύναμη υπολογίστηκε, στο 5,3%. Φυσικά, ό,τι και να πει οποιοσδήποτε, δεν μπορεί να μην επισημανθεί η μεγάλη αύξηση της δύναμής της (0,9 της μονάδας). Και η αλήθεια είναι ότι αυτή η αύξηση της δύναμης του κόμματος των Ελλήνων ναζιστών συνέβη, παρά την επίμονη και συστηματική αγνόησή τους, από τα συστημικά ΜΜΕ. Αρεστόν, ή όχι, το Μακεδονικό και τα πεπραγμένα της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, αλλά και της Νέας Δημοκρατίας, έχουν επιπτώσεις.
 
Το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ, όπως προκύπτει, από την δημοσκόπηση, παρουσιάζει και αυτό, όπως και η Χρυσή Αυγή, μια αύξηση (0,9 της μονάδας), η οποία και αυτή δεν μπορεί να αγνοηθεί, αφού, από το 4,1%, που βρέθηκε να έχει τον περασμένο Φεβρουάριο, στην δημοσκόπηση του Μαρτίου, το ποσοστό του φθάνει, στο 5%. Φαίνεται ότι ο χώρος αυτός έχει αρχίσει να συσπειρώνεται, αφού η επιχείρηση λεηλασίας του, από τον ΣΥΡΙΖΑ, όχι, μόνο, δεν απέδωσε, αλλά, πιθανότατα, ενόχλησε, κιόλας.
 
Το Κ.Κ.Ε. παρουσιάζει και αυτό, μία πτώση του ποσοστού του, από τον Φεβρουάριο, στον Μάρτιο, αφού τώρα, υπολογίζεται, στο 4,7%, ενώ, πριν έναν μήνα, το ποσοστό του ήταν στα επίπεδα του 5%. Πιθανόν είναι, αυτή η αρνητική διαφορά του 0,3 της ποσοστιαίας μονάδας να αποτελεί κλασική περίπτωση ενός αναμενόμενου στατιστικού λάθους, αφού, η αυτή η πτώση δεν συνδυάζεται, με μια κάποια αντίστοιχη άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Το ιστορικό κόμμα των Ελλήνων σταλινικών παρουσιάζει μια στασιμότητα, η οποία μένει να δούμε, πώς θα εξελιχθεί.
 
Σαφέστατες πτωτικές τάσεις εμφανίζουν το Ποτάμι, οι ΑΝΕΛ και η Ένωση Κεντρώων, με την τελευταία να βρίσκεται, σε καλύτερη θέση, από τα άλλα δύο κόμματα. Το Ποτάμι πέφτει, τον Μάρτιο, από το 1,3%, στο 1,2% (0,1 της μονάδας), οι ΑΝΕΛ πέφτουν, από το 1,4%, στο 1% (0,4 της μονάδας) και η Ένωση Κεντρώων πέφτει, από το 2,7%, στο 1,8% (0,9 της μονάδας). Όπως φαίνεται τα κόμματα αυτά κλείνουν τον κύκλο τους, στην ελληνική πολιτική σκηνή, εάν δεν προσκολληθούν, σε ευρύτερες συμμαχίες, στους χώρους τους. Και από ό,τι φαίνεται δεν θα προσκολληθούν, αφού το Ποτάμι του Σταύρου Θεοδωράκη δεν μιλάει, για συμμαχίες, ενώ στους Ανεξάρτητους Έλληνες του Πάνου Καμμένου, δεν αρκεί ο Τάκης Μπαλτάκος, για να κάνει την διαφορά. Από την άλλη πλευρά, η Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη φαινόταν ότι θα μπορούσε να τα καταφέρει και να επιβιώσει, στις ευρωεκλογές. Τώρα, τα πράγματα δυσκολεύουν πολύ.
 
Πτώση παρουσιάζει και η Λαϊκή Ενότητα, αφού, από τον περασμένο Φεβρουάριο, που είχε 2,6% πέφτει τώρα, στο 2,4%, χάνοντας 0,2 της μονάδας, κάτι που μπορεί να οφείλεται και σε στατιστικό λάθος, αλλά η αλήθεια είναι ότι, παρά τον ακτιβισμό του, το κόμμα του Παναγιώτη Λαφαζάνη εμφανίζει σοβαρά προβλήματα, στην δυναμική του, αφού δεν φαίνεται, αυτόν τον μήνα, να έχει καταφέρει να κερδίσει κάτι, από τις όποιες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ. Φαίνεται ότι μπορεί να επιβιώσει, στις ευρωεκλογές, αλλά αυτό δεν είναι, απόλυτα, σίγουρο, αν και η γνώμη μου είναι ότι θα τα καταφέρει. (Και θα τα καταφέρει, πολύ καλύτερα, εάν συνάψει συμμαχίες).
 
Αξιοπρόσεκτη άνοδο εμφανίζει η Ελληνική Λύση του Κυριάκου Βελόπουλου, παρά τις εναγώνιες προσπάθειες του εκλογικού επιτελείου του Κυριάκου Μητσοτάκη να εξασφαλίσει την δημοσκοπική ανυπαρξία του κόμματος αυτού. Από το ποσοστό του 1,4%, τον περασμένο Φεβρουάριο, τώρα, υπολογίζεται, στο 2%, αυξάνοντας το ποσοστό της κατά, 0,6 της μονάδας. Και αυτό το κόμμα φαίνεται ότι μπορεί να μπει, στην ευρωβουλή. Και θα το καταφέρει σίγουρα, εάν προβεί, στις απαραίτητες συμμαχίες, τις οποίες, μέχρι τώρα, απέφυγε (όπως συνέβη, με την "Νέα Δεξιά" του Φαήλου Κρανιδιώτη, με την οποία, αν και έκανε συζητήσεις, για εκλογική συνεργασία, τελικά, την άφησε στα κρύα του λουτρού).
 
Αξιοσημείωτη είναι και η πτώση του ποσοστού του αποκαλούμενου ως "Άλλο κόμμα", από το 6,7%, τον Φεβρουάριο, στο 5,2%, τον Μάρτιο. Αυτή η πτώση της 1,5 μονάδας, χωρίς να συνοδεύεται, από μια αντίστοιχη μείωση των άλλων κομμάτων, δείχνει ότι και αυτά τα κόμματα έχουν πρόβλημα αξιοπιστίας, έναντι του εκλογικού σώματος. Και το πρόβλημα αυτό είναι σημαντικό, αφού αυτά τα κόμματα λειτουργούν, ως κόμματα διαμαρτυρίας (όπως και τα μικρά κόμματα, που αναφέρονται ονομαστικά στην δημοσκόπηση), την στιγμή, που η κοινωνία δεν έχει ανάγκη, από απλά κόμματα διαμαρτυρίας, αλλά από κόμματα, που να έχουν σαφή και συγκεκριμένα προγράμματα, για την άσκηση της εξουσίας, έτσι ώστε η χώρα να βγει από την κρίση, που την μαστίζει, εδώ και πάνω από 10 χρόνια.
 
Αλλά και τα υπόλοιπα στοιχεία, που παρουσιάζει η δημοσκόπηση της ALCO, έχουν την σημασία τους. Μπορώ να πω ότι έχουν την μεγαλύτερη σημασία, από τα ποσοστά των κομμάτων, που προαναφέραμε. Ας τα δούμε και αυτά.
 
Πρώτα από όλα, πρέπει να σταθούμε, στην μεγάλη απαξία των κομμάτων (αλλά και της ίδιας της εκλογικής διαδικασίας). Αυτή προκύπτει από το μέγεθος όσων δηλώνουν αναποφάσιστοι. Τον περασμένο Φεβρουάριο η ALCO είχε καταμετρήσει το μέγεθος των αναποφάσιστων, στα επίπεδα του 16,1% όσων συμμετείχαν, στην έρευνά της. Τώρα, οι αναποφάσιστοι καταμετρούνται, στο 17,2%, αυξάνοντας, σημαντικά, το μέγεθός τους, κατά 1,1 μονάδα, ενώ, υπό ομαλές συνθήκες, όσο πλησιάζουμε, προς τις κάλπες του Μαΐου, το ποσοστό των αναποφάσιστων θα έπρεπε να μειώνεται. Κάτι τέτοιο, προς το παρόν, δεν συμβαίνει. Συμβαίνει το αντίθετο. Ίσως, αυτό το φαινόμενο να μην συνεχισθεί, αλλά τίποτε δεν μας λέει ότι κάτι τέτοιο θα συμβεί. Αυτοί, που δηλώνουν αναποφάσιστοι, σε ένα μεγάλο τμήμα τους, μπορεί να συνεχίσουν, εκλογικά, να μετεωρίζονται και στο τέλος, μπορεί να προτιμήσουν την αποχή, από την ψηφοφορία.
 
Από την άλλη πλευρά, όπως βλέπουμε, ότι όσοι δηλώνουν ότι θα απέχουν από τις ευρωεκλογές, εμφανίζουν μια πτώση της τάξεως του 0,2 της μονάδας και από το 8,5%, πέφτουν, στο 8,3%. Στην πραγματικότητα, αυτό το μέγεθος, όπως έχουμε, πολλές φορές, γράψει, αποτελεί την μέγιστη αδυναμία των δημοσκοπήσεων. Και φυσικά, η παρούσα δημοσκόπηση δεν εξαιρείται. Κάθε άλλο, μάλιστα. Όπως όλοι γνωρίζουν, αλλά δεν το αναφέρουν οι - διάφορης προέλευσης και φύσεως - αναλυτές, η αποχή δεν πρόκειται να κυμανθεί, στα επίπεδα του 8,5%. Θα είναι πολύ μεγαλύτερη και ίσως, να φθάσει κοντά, στο 40%, ή και να το ξεπεράσει.
 
Γι' αυτό και όλες οι δημοσκοπήσεις είναι αναξιόπιστες. Πολλοί από τους ερωτώμενους δεν θα συμμετάσχουν, στην ψηφοφορία και απλώς, δεν το λένε. Το αποκρύβουν. Οι πρώτοι "ύποπτοι" (εκτός των όσων λένε ότι θα απόσχουν) είναι οι αποκαλούμενοι, ως αναποφάσιστοι και δεύτεροι είναι αυτοί που δηλώνουν ότι θα ψηφίσουν άκυρο (αυτό το μέγεθος, στην δημοσκόπηση της ALCO,  δεν άλλαξε, παρέμεινε και τον Μάρτιο, στο 2,9%, που είχε υπολογισθεί και τον Φεβρουάριο).
 
Αλλά δεν είναι, μόνον, όλοι αυτοί, εκείνοι, που δεν θα ψηφίσουν, στις ερχόμενες ευρωεκλογές. Θα είναι και πολλοί άλλοι, οι οποίοι δηλώνουν, τώρα (όπως και σε κάθε εκλογική αναμέτρηση), ότι θα ψηφίσουν κάποιο από τα κόμματα, που συμμετέχουν, σε αυτές. Και φυσικά, το ποιοί και πόσοι είναι αυτοί, είναι κάτι που δεν το ξέρει κανείς. Είναι άγνωστο. Θα είναι, όμως, πολλοί. Πάρα πολλοί. Και φυσικά, αυτό το αναμενόμενο γεγονός καθιστά όποια πρόβλεψη, απολύτως, επισφαλή και προπαγανδιστική, αφού όλες οι δημοσκοπήσεις, που παρουσιάζονται, στο κοινό, είναι όργανα της προπαγάνδας των κομμάτων και των συμφερόντων, που πληρώνουν, για να τις δημοσιοποιήσουν.
 
Αυτό, που προκύπτει, από όλα όσα εκτίθενται, εδώ, είναι το γεγονός ότι, όσο βαδίζουμε προς τις κάλπες, η κοινωνία μας δεν πείθεται, από όλα τα κόμματα, που της ζητούν την ψήφο. Και φυσικά, δεν έχει άδικο, αφού τα κόμματα του μικρού δικομματισμού (Ν.Δ. και ΣΥΡΙΖΑ), όπως και όλα τα άλλα κόμματα, που υποστηρίζουν τα Μνημόνια, δεν έχουν τίποτε άλλο να της προτείνουν, εκτός από την συνέχιση της παρούσας καταστροφής, η οποία έχει μακροχρονίσει, από την εποχή της ελληνικής χρεωκοπίας του Απριλίου του 2010, αλλά και πριν από αυτήν, αφού όλα ξεκινούν, από την εποχή της χρηματοπιστωτικής κρίσης, στην Νέα Υόρκη, τον Σεπτέμβριο του 2008 και την βαθιά παγκόσμια ύφεση, που ακολούθησε.
 
Αυτή η διαπιστωμένη κοινωνική απονομιμοποίηση των κομμάτων, που κατέστη, ήδη, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και πολιτική, εξ αιτίας της τεράστιας αποχής, που υπήρξε (749.022 ψηφοφόροι αρνήθηκαν να πάνε, στις κάλπες εκείνων των εκλογών, ενώ, μόλις, εννέα μήνες, νωρίτερα, είχαν ψηφίσει, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015), είναι πολύ πιθανόν να οδηγήσει ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος να αρνηθεί και πάλι να πάει, στις κάλπες των ερχόμενων ευρωεκλογών.
 
Και αυτό, εάν συμβεί, θα είναι το χειρότερο, διότι, εάν μεγάλες μάζες των ψηφοφόρων δεν ψηφίσουν, τότε, το εκλογικό αποτέλεσμα θα διαμορφωθεί, με όσους λίγους ψηφίσουν. Και αυτοί δεν είναι οι δυσαρεστημένοι, από την κατάσταση, που επικρατεί, στην χώρα μας. Θα είναι οι ικανοποιημένοι και όσοι περιμένουν οφέλη.
 
Δυστυχώς.