23/7/1973 Ημέρες δικτατορίας. Ο Βασίλης Χριστοδούλου, στην εφημερίδα "Βραδυνή", διακωμωδεί το "ΝΑΙ", στο δημοψήφισμα, που διεξήγαγε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος, μετά το κίνημα του Ναυτικού, προκειμένου να νομιμοποιηθεί, ως πρόεδρος του κράτους. Σήμερα, η δικτατορία είναι "δημοκρατική" και "ευρωπαϊστική". Το "ΟΧΙ" δεν μένει, στο μυαλό του ψηφοφόρου, όπως τότε. Εκφράζεται, στην κάλπη. Αλλά αγνοείται, από την εξουσία του συλλογικού δικτάτορα - του "ευρωπαϊστικού" μνημονιακού πολιτικού συστήματος -, όπως τότε. (Υπάρχει, έστω και ένας σοβαρός άνθρωπος, που έχει αντίρρηση, σε αυτή την διαπίστωση);
 
 
 
 
 
 
 
Όσο πλησιάζουν οι εκλογές του ερχόμενου Μαΐου, είτε αυτές περιορισθούν, στην διεξαγωγή, μόνο, των ευρωεκλογών και των περιφερειακών και των δημοτικών εκλογών, είτε συμπεριληφθούν, σε αυτές και οι βουλευτικές εκλογές, αυτό που γίνεται φανερό, είναι το σαφές γεγονός ότι οι εκλογές αυτές πρόκειται να διεξαχθούν, μέσα στο βαρύ κλίμα κοινωνικής απογοήτευσης, που έχει δημιουργηθεί, ως αποτέλεσμα της κολοσσιαίας πολιτικής και κοινωνικής νίκης που κατήγαγαν οι αστικές και οι συγγενείς, με αυτές, ευρωκομμουνιστικές δυνάμεις της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, με την πολιτική επικράτηση του "ΝΑΙ", παρά την συντριπτική εκλογική ήττα του, από το "ΟΧΙ".
 
Αυτή η κρίσιμη εκλογική αναμέτρηση, στην οποία η μεγίστη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος, πέρα από ιδεολογίες και κομματικές πεποιθήσεις (οι οποίες, άλλωστε, είχαν εξαερωθεί και κονιορτοποιηθεί) στράφηκε, προς την αριστερά - και μάλιστα, προς την "ανανεωτική" και ριζοσπαστικοφανή εκδοχή της -, προκειμένου η χώρα να πάρει τον δρόμο μιας ριζοσπαστικής αλλαγής, έξω από την θανάσιμη παγίδα της διαρκούς μνημονιακής λιτότητας, ακόμη και αν αυτό σήμαινε ότι η ελληνική οικονομία θα έβγαινε από το ευρώ και την ζώνη του, όπως είχαν απειλήσει οι ξένοι δανειστές και διακήρυσσε το εντόπιο εκλογικό μέτωπο των "ευρωπαϊστών", το οποίο εξέφραζε, περίπου, το σύνολο της εντόπιας ελίτ, των εκπροσώπων των μεγάλων θεσμικών οργανώσεων (ΠΑΣΕΓΕΣ, ΓΣΕΕ κλπ), των δημοσκόπων και των ΜΜΕ του τόπου μας, με την πολιτική ανατροπή του εκλογικού αποτελέσματος και την τελική επιλογή του "ΝΑΙ", από την κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα (και του Πάνου Καμμένου), με το να υπογράψει ένα νέο Μνημόνιο λιτότητας, παρά την συντριπτική επικράτηση του "ΟΧΙ", είναι εκείνη, η οποία, τελικά, καθόρισε, μετά από αυτή την απίθανη (αλλά όχι και αναπάντεχη) μετεκλογική ανατροπή της επικράτησης του "ΟΧΙ", το βαρύ πολιτικό και κοινωνικό κλίμα της μελαγχολικής αδιαφορίας και του πολιτικού κυνισμού, που, από τότε και μέχρι σήμερα, διέπει την συμπεριφορά της ελληνικής κοινωνίας και του εκλογικού σώματος.
 
Αυτή η μελαγχολική αδιαφορία και ο πολιτικός κυνισμός της μεγάλης πλειοψηφίας της κοινωνίας μας, που εκφράστηκαν, με την υπέρμετρη διόγκωση της αποχής, από την εκλογική διαδικασία, που ακολούθησε, με την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. από τις οποίες απείχε το 43,43% του εκλογικού σώματος, παρά το γεγονός ότι πέρασαν τρισήμισυ χρόνια, από τότε, δεν έχουν εκλείψει. Και πιθανότατα, δεν έχουν εκλείψει, ακριβώς επειδή πέρασαν τόσα χρόνια, με την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, από τον ΣΥΡΙΖΑ, παρά το γεγονός ότι οι εκλογείς είχαν απορρίψει την σύναψή του.
 
Οι προπαγανδιστές του ΣΥΡΙΖΑ επικαλούνται το σαθρό και συνάμα, αστείο επιχείρημα ότι, μετά το δημοψήφισμα, ακολούθησαν οι βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στις οποίες ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε 1.925.904 ψήφους και ποσοστό 35,46% και ως εκ τούτου, εκ του αποτελέσματος αυτού, προκύπτει ότι το εκλογικό σώμα αποδέχτηκε την επιλογή της ανατροπής του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος, που έκαναν ο Αλέξης Τσίπρας και η λοιπή ηγεσία του κόμματος αυτού, μαζύ με τον, τότε, κυβερνητικό του εταίρο.
 
Εννοείται, βέβαια, ότι το επιχείρημα αυτό είναι βλακώδες και απευθύνεται, σε ηλιθίους. Αριθμητικά, κατ' αρχήν, δεν βγαίνει, αφού οι ψήφοι που συγκέντρωσε το "ΟΧΙ" ανέρχονται, σε 3.558.450 (ποσοστό 61,31%) και οι ψήφοι, που συγκέντρωσε το "ΝΑΙ", ήσαν 2.245.537 (ποσοστό 38,69%). Και όλα αυτά, σε ένα ενεργό εκλογικό σώμα, που ψήφισε και το οποίο αριθμούσε 6.141.140 ψηφοφόρων (συμμετοχή 62,50%, αποχή 37,50%), εκ των οποίων ψήφισαν έγκυρα 5.803.987 ψηφοφόροι και έριξαν άκυρο - οι περισσότεροι ακολουθώντας την πολιτική γραμμή του Κ.Κ.Ε. - 357.153 ψηφοφόροι.
 
Για τον λόγο αυτόν, επειδή, δηλαδή, αριθμητικά δεν βγαίνει το επιχείρημα, αφού οι ψήφοι που πήρε ο ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, δεν μπορούν να συγκριθούν, με αυτές, που πήρε το "ΟΧΙ", στο δημοψήφισμα, αφού είναι, συντριπτικά, λιγότερες, οι συριζαίοι προπαγανδιστές, μαζύ με τους προπαγανδιστές των άλλων μνημονιακών κομμάτων και των κατεστημένων ΜΜΕ, επικαλούνται, το σύνολο των ψήφων, που έλαβαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, όλα τα μνημονιακά κόμματα (ΣΥΡΙΖΑ 1.925.904 + Ν.Δ. 1.526.205 + ΔΗΣΥ/ΠΑΣΟΚ 341.390 + ΠΟΤΑΜΙ 222.166 + ΑΝΕΛ 200.423 + ΕΝΩΣΗ ΚΕΝΤΡΩΩΝ 186.457 + ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΞΑΝΑ 28.936 = 4.431.481), για να δικαιολογήσουν την συνολική ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5/7/2015.
 
Εννοείται ότι και πάλι αριθμητικά, τα επιχειρήματα, που προβάλλουν οι μνημονιακοί προπαγανδιστές και τα συστημικά ΜΜΕ, πάσχουν διότι, όταν αναφέρονται, στο ενεργό εκλογικό σώμα, δηλαδή στους ψηφοφόρους που ψήφισαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ομιλούν, για ένα εκλογικό σώμα ίσο με 5.596.265 ψηφοφόρων, που ψήφισαν έγκυρα. Αν αφαιρέσουμε όσους ψήφισαν άκυρα (70.061) και έριξαν λευκά ψηφοδέλτια (64.384), τότε βλέπουμε ότι ψήφισαν έγκυρα, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, ακριβώς, 5.431.850 ψηφοφόροι. Έτσι και αριθμητικά, ο ισχυρισμός αυτός είναι έωλος, αφού το εκλογικό σώμα του δημοψηφίσματος ήταν διαφορετικό και μεγαλύτερο, από αυτό των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015, λαμβανομένου υπόψη του πολύ σημαντικού γεγονότος ότι, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, οι ψηφοφόροι του αντιμνημονιακού και αντιευρωενωσιακού Κ.Κ.Ε. ψήφισαν, κατόπιν πολιτικής γραμμής, άκυρο, ή λευκό.
 
Όμως, αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα αριθμητικά δεδομένα του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, σε αντιπαράθεση, με τα αριθμητικά δεδομένα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015. Αυτά είναι κάτι το επουσιώδες και η προβολή τους αποτελεί έναν πολιτικό αποπροσανατολισμό, από μία καραμπινάτη παρανομία και από μια σαφέστατη συνταγματική εκτροπή, στις οποίες προέβησαν η κυβέρνηση των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού και το σύνολο του μνημονιακού πολιτικού κόσμου της χώρας.
 
Η ουσία της όλης υπόθεσης είναι ότι άλλο πράγμα αφορά το ερώτημα και η διεξαγωγή ενός δημοψηφίσματος και ένα άλλο πράγμα, εντελώς, διαφορετικό αφορά το διακύβευμα και η διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών. 
 
Το δημοψήφισμα αφορά το ερώτημα, που υποβάλλεται. Σε αυτό το ερώτημα, καλείται να απαντήσει το εκλογικό σώμα, το οποίο, αφού προσέλθει, ξεπερνώντας το 40% των εγγεγραμμένων ψηφοφόρων, απαντά, με κυριαρχικό τρόπο. Αυτή την απάντηση, η οποία δεν αφορά τα κόμματα, τις ιδεολογίες και τις κομματικές θέσεις των ψηφοφόρων, είναι που καλούνται και υποχρεούνται να διεκπεραιώσουν η κυβέρνηση και ο λοιπός πολιτικός κόσμος. Αυτό και τίποτε περισσότερο, ή λιγότερο.
 
Έτσι, στις 5/7/2015, το εκλογικό σώμα, με μία ευρεία πλειοψηφία, που συμπεριλάμβανε ψηφοφόρους όλων των κομμάτων, είτε της συμπολίτευσης, είτε της αντιπολίτευσης - και μάλιστα, με έναν πολύ μεγάλο αριθμό ψηφοφόρων της αντιπολίτευσης, που συγκρινόμενοι με τους ψηφοφόρους της, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, φθάνουν τους 1.432.123 ψηφοφόρους -, έδωσε εντολή, στην κυβέρνηση και στον πολιτικό κόσμο της χώρας να απορρίψουν το Μνημόνιο. 
 
Αυτοί, αντί να πράξουν αυτό, για το οποίο τους δόθηκε η σχετική λαϊκή πληρεξουσιότητα, έπραξαν τα αντίθετα. Οδήγησαν την ελληνική κοινωνία, σε νέο Μνημόνιο, παρά την σαφέστατη λαϊκή εντολή, την οποία είχαν πολιτική και νομική υποχρέωση να εκτελέσουν. 
 
Το, ακόμη, χειρότερο, μάλιστα, είναι ότι, αφού κατέληξαν, σε συμφωνία, με την ξένη δύναμη (τους δανειστές της ευρωζώνης και το ΔΝΤ), με την οποία υποτίθεται ότι διαπραγματεύτηκαν την συμφωνία αυτή, στο τέλος, δεν υπέβαλαν το τελικό κείμενο της συμφωνίας (δηλαδή, το νέο Μνημόνιο), προς έγκριση, ή απόρριψη, στο ελληνικό εκλογικό σώμα, ενώ είχαν την υποχρέωση να διεξάγουν νέο δημοψήφισμα, για να πάρουν την έγκριση των ψηφοφόρων, για το Μνημόνιο αυτό. Προφανώς, γνώριζαν όλοι τους ότι η απάντηση του εκλογικού σώματος θα ήταν αρνητική. Αυτό, που έπραξαν, όμως, αποτελεί εγκληματική πράξη, όπως θα εξηγήσουμε, παρακάτω.
 
(Στην ουσία όλοι αυτοί αντιλήφθηκαν ότι, ουσιαστικά, το εκλογικό σώμα, τους εξουσιοδότησε να πάρουν όλα τα απαραίτητα μέτρα, για να μην εφαρμόσουν νέο Μνημόνιο. Δηλαδή, με λίγα λόγια, τους εξουσιοδότησε να βγάλουν την χώρα από το ευρώ και την ζώνη του, αφού και οι ξένοι δανειστές και οι εγχώριοι "ευρωπαϊστές", είχαν ξεκαθαρίσει, κατά την προεκλογική περίοδο του δημοψηφίσματος, σε όλους τους δυνατούς και αδύνατους τόνους και με κάθε δυνατό και αδύνατο μέσο, στο εκλογικό σώμα, ότι η καταψήφιση του Μνημονίου σήμαινε και έξοδο από την ευρωζώνη. Και βέβαια, κάτι τέτοιο η κυβέρνηση και η μνημονιακή αντιπολίτευση δεν ήσαν διατεθειμένες να το πράξουν. Και δεν το έπραξαν, ενώ, φυσικά, δεν επιθυμούσαν και ως εκ τούτου, δεν έθεσαν, στο εκλογικό σώμα, προς δημοψήφισμα, οποιοδήποτε ευθύ ερώτημα, για την παραμονή, ή μη, της χώρας μας, στο ευρώ). 
 
Από την άλλη πλευρά, οι βουλευτικές εκλογές αφορούν την ανάδειξη εκπροσώπων, στο αστικό κοινοβούλιο, προκειμένου να προκύψει μια κυβέρνηση, από εκείνους, που οι εκλογείς και το εκλογικό σύστημα θα κρίνουν ότι αποτελούν την προτιμητέα ομάδα πολιτικών (κομμάτων και προσώπων), για να διαχειριστούν τα δημόσια πράγματα της χώρας.
 
Εννοείται ότι οποιαδήποτε ταύτιση, ή μείξη, αυτών των κυριαρχικών εκφράσεων του εκλογικού σώματος, μέσα στο αστικό κοινοβουλευτικό σύστημα, είναι, καθαρά, προπαγανδιστική και αποσκοπεί, στον αποπροσανατολισμό της κοινής γνώμης, αφού η εντολή, στην πρώτη περίπτωση, είναι άλλη και έχει άλλο περιεχόμενο, από την εντολή, που δίδεται, στο πολιτικό σύστημα, στην δεύτερη περίπτωση.
 
Αλλά το πρόβλημα δεν είναι, μόνο, πολιτικό. Έχει και ποινική διάσταση, διότι, στην ουσία, παραβιάστηκε ο νόμος, για την διεξαγωγή του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, αφού το αποτέλεσμά του ήταν υποχρεωτικό, για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα, όπως προβλέπει ο Ν. 4023/2011, ο οποίος, στο άρθρο 16 προβλέπει ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είναι υποχρεωτικό (για την κυβέρνηση και το πολιτικό σύστημα), όταν, στην ψηφοφορία έχει συμμετάσχει το 40% όσων έχουν εγγραφεί στους εκλογικούς καταλόγους. 
 
Παρά ταύτα, οι συριζαίοι και ο πολιτικός κόσμος των μνημονιακών κομμάτων, που στήριξαν την ανατροπή του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5/7/2015, παραμένουν ατιμώρητοι. Και φυσικά, η κατηγορία, που θα έπρεπε να τους απαγγελθεί, δεν είναι απλή, αφού αγγίζει τα όρια της εσχάτης προδοσίας, για ενέργειες, που έγιναν, κατά περιγραφή των διατάξεων του Συντάγματος (άρθρο 44, παράγραφος 2) και του Ν. 4023/2011, με ουσιαστική παράβαση του νόμου περί πληρεξουσιότητας, τον οποίο τώρα, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα θέλει να καταργήσει, με την αλλαγή του άρθρου 151 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει ότι τιμωρούνται, με κάθειρξη τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία εκπροσωπούν το κράτος, σε διαπραγματεύσεις με ξένες κυβερνήσεις και προκαλούν, εκ προθέσεως, ζημιά, στα συμφέροντα της χώρας.
 
Με δεδομένα όλα αυτά, τα οποία, στο μυαλό του μέσου πολίτη της χώρας, συμπυκνώθηκαν, στο αίσθημα και την πεποίθηση της καταθλιπτικής ματαιότητας, όσον αφορά τα πολιτικά πράγματα της χώρας, είναι αντιληπτό το γιατί τα πράγματα εξελίχθηκαν, όπως εξελίχθηκαν, από εκείνη την ταραγμένη εποχή, που το "ΟΧΙ", μετατράπηκε, από το πολιτικό σύστημα της χώρας, σε "ΝΑΙ".
 
Η τεράστια πολιτική ήττα του "ΟΧΙ", παρά την μεγάλη εκλογική νίκη του, εμπέδωσε, στον μέσο ψηφοφόρο, εξ αιτίας των κυνικών και εγκληματικών επιλογών του Αλέξη Τσίπρα και του ευρωσταλινικού περίγυρού του, την αντίληψη πως ό,τι και να ψηφίσει το εκλογικό σώμα, όποια προτίμηση, ή επιλογή και να εκφράσει, στην κάλπη, στο τέλος, δεν είναι η ψήφος του αυτή, που μετράει. 
 
Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και να ψηφίσει ο κόσμος, τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει. Όλα θα μείνουν τα ίδια, είτε η κοινωνία ψηφίσει έτσι, είτε αλλιώς.
 
Αυτό είναι και το κολοσσιαίο έγκλημα του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο συνεχίζει να έχει τις παρενέργειες και τις επιπτώσεις του, μέχρι τον τωρινό καιρό, με την συνέργεια της εντόπιας "ευρωπαϊστικής" ελίτ και των ΜΜΕ, που στο σύνολό τους, μαζύ με τον μνημονιακό πολιτικό κόσμο, έχουν δολοφονήσει κάθε έννοια αστικής δημοκρατίας και του κλασικού αστικού κοινοβουλευτισμού, ο οποίος, όμως, βρίσκει, σαφέστατα, την έκφρασή του, στην Βρετανία, την μητέρα του αστικού κοινοβουλευτισμού, στην οποία το αστικό κοινοβούλιο, με διαρκείς ψηφοφορίες, οι οποίες, χωρίς να έχουν νομοθετικό περιεχόμενο, υποχρεώνουν την κυβέρνηση των Συντηρητικών της Theresa May να πράττει όσα η βουλή των κοινοτήτων επιθυμεί, στην διαδικασία διαπραγμάτευσης, με τους "ευρωενωσιακούς", της εξόδου της Βρετανίας, από την "Ευρωπαϊκή Ένωση", δίχως, φυσικά, να ανατρέπει το, υπέρ του Brexit, αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος της 23/6/2016, αφού ο νόμος, για την έξοδο από την "Ε.Ε.", έχει ψηφισθεί και ισχύει.
 
Έτσι, όπως και να το κάνουμε, με δεδομένη την απαισιοδοξία, την καταθλιπτική διάθεση και τον μελαγχολικό κυνισμό, που διακατέχουν μεγάλα τμήματα της ελληνικής κοινωνίας, αυτό που καθίσταται σαφές είναι ότι η μέλλουσα ψήφος του εκλογικού σώματος, όπως και το μέγεθος της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στις εκλογικές διαδικασίες, δεν μπορούν να προβλεφθούν. Θα μπορούσε να ειπωθεί, μόνον, ότι είναι πιθανόν η αποχή να είναι μεγάλη και προφανώς, σε αυτό είναι που ποντάρουν ο Αλέξης Τσίπρας και ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αφού, εάν η μεγάλη μάζα των ψηφοφόρων απόσχει, τελικά, τα εκλογικά αποτελέσματα θα τα καθορίσουν οι κομματικοί μηχανισμοί και το κράτος.
 
Σε κάθε περίπτωση, προκειμένου τα πολιτικά πράγματα της χώρας να προχωρήσουν, προς μια αντίστροφη κατεύθυνση και προκειμένου η ελληνική κοινωνία να αποκτήσει τον ρόλο που πρέπει να έχει, μέσα στον μηχανισμό της λήψης των αποφάσεων, που την αφορούν και να καταφέρει να ορθοποδήσει, είναι απαραίτητο να σπάσει αυτό το κλίμα της απογοήτευσης, που επικρατεί. 
 
Η ελληνική κοινωνία πρέπει να αφήσει, πίσω της, την καταθλιπτική κληρονομιά του δημοψηφίσματος.
 
Κάποιες μικρές αναλαμπές φαίνονται, στον ορίζοντα, αλλά αυτές είναι ανεπαρκείς. Και γι' αυτήν την εξέλιξη, οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, με την πολυδιάσπασή τους, η οποία δεν προσφέρει καμμία προοπτική και δεν συνοδεύεται, από κάποιο αναγνωρίσιμο και αξιόπιστο πρόγραμμα, έχουν την πρώτη ευθύνη. Δεν είναι η κοινωνία και οι εκλογείς, που φταίνε, για την παρούσα κατάσταση, η οποία είναι προϊόν των γεγονότων του 2015 και της προδοσίας, την οποία υπέστη η ελληνική κοινωνία, η οποία, πέρα από κομματικές γραμμές, στήριξε τον ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το δημοψήφισμα της 5/7/2015 και στην συνέχεια, απογοητεύτηκε, ακριβώς επειδή προδόθηκε.
 
Δυστυχώς, αυτή η παρατεταμένη αδυναμία συνεννόησης συντηρεί (εάν δεν επιτείνει) αυτό το κλίμα της πολιτικής απογοήτευσης, μέσα στο εκλογικό σώμα και το οδηγεί, στις κάλπες, μέσα σε κακές συνθήκες, οι οποίες, στην ουσία, βοηθούν τα μνημονιακά κόμματα.
 
Φυσικά, αυτό μπορεί να αλλάξει. 
 
Όμως, όσο περνά ο καιρός και τα δεδομένα δεν αλλάζουν, τα πράγματα γίνονται δύσκολα, αφού όλες οι εξελίξεις επαφίενται στους χειρισμούς των μνημονιακών κομματικών επιτελείων, στα ΜΜΕ, που έχει στα χέρια της η εντόπια ελίτ και στους κατευθυνόμενους δημοσκόπους.
 
Δυστυχώς...