Όσο περνούν οι ημέρες αυτό που αποκαλύπτεται ολοένα και περισσότερο, είναι η πραγματική (όχι, μόνο, η πολιτική, αλλά και η) εκλογική γύμνια του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, η οποία, όμως, δεν είναι μόνη της. Έχει συνοδό, με την αντίστοιχη δική του γύμνια. Και ο συνοδός αυτός είναι η Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία, παρά την πρωτιά, που φαίνεται ότι έχει εξασφαλίσει, ταλαιπωρείται, από την δική της εκλογική ολιγανθρωπία, αφού οι μεγάλες ομάδες των ψηφοφόρων, δεν την πλησιάζουν, προφανώς, όχι μόνο επειδή δεν την εμπιστεύονται, αλλά και επειδή αποστρέφονται την ιδέα να την ψηφίσουν.
 
Λαμβάνοντας υπόψη την πρόσφατη (τέλη Φεβρουαρίου) δημοσκόπηση της ALCO, ως προς την πρόθεση ψήφου, που εξεδήλωσαν όσοι συμπεριλήφθηκαν, στο δείγμα των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, στην έρευνα, αντιλαμβανόμαστε ότι ο εκλογικός αγώνας, που, ουσιαστικά, ξεκίνησε, αποτελεί, ως προς τα δύο αυτά (λεγόμενα) μεγάλα κόμματα, έναν αγώνα ταχύτητας, ανάμεσα, σε δύο κουτσούς, εκ των οποίων ο ένας έχει χάσει το ενάμισυ πόδι (Ν.Δ.) και ο άλλος (ΣΥΡΙΖΑ) και τα δύο.
 
Τα ποσοστά, που συγκεντρώνουν ο ΣΥΡΙΖΑ και η Νέα Δημοκρατία, αποτελούν έναν τεράστιο εξευτελισμό, για το κάθε ένα κόμμα, από αυτά, όχι, μόνο, έτσι, όπως προκύπτει από την δημοσκόπηση αυτή, που σχετίζεται με την δηλωμένη ψήφο αυτών, που επελέγησαν να συμμετάσχουν, στην έρευνα, αλλά και με την απαραίτητη αντιστοίχιση, με τον όγκο των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, με έγκυρη ψήφο, στις δύο προηγούμενες βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και της 25/1/2015, αντίστοιχα.
 
Η αντιστοίχιση αυτή, με το σύνολο των έγκυρων ψήφων των δύο προηγούμενων βουλευτικών εκλογών, είναι απαραίτητη, για να δούμε, όχι μόνο το πόσοι ψηφοφόροι επιμένουν να ψηφίζουν τα κόμματα αυτά, από τους ψηφοφόρους τους, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά και για να δούμε ποιά είναι τα εκλογικά ποσοστά τους και η αριθμητική τους δύναμη, σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, αφού η αποχή, από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση του 2015, μέχρι την δεύτερη του ιδίου έτους, εκτοξεύτηκε, λόγω της τεράστιας απογοήτευσης των ψηφοφόρων, που προξένησε ο σκαιός παραγκωνισμός του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος της 5/7/2015 και η ψήφιση του 3ου Μνημονίου, στα ύψη.
 
Αυτή η εκλογική συμπεριφορά είχε ως αποτέλεσμα να στρεβλωθεί, σε πολύ σημαντικό βαθμό, η πραγματική πρόθεση ψήφου του εκλογικού σώματος και ως εκ τούτου, το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα της 20/9/2015 να μην απεικονίζει την πραγματική βούληση των ψηφοφόρων, ένα μεγάλο μέρος των οποίων, που είχε λάβει, μέρος στις εκλογές του Ιανουαρίου του 2015, να μην συμμετάσχει, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του ιδίου έτος, ωθούμενο, εκτός των εκλογών, εξ αιτίας του κλίματος εκείνης της προεκλογικής περιόδου, που διαμορφώθηκε, από τα έργα και τις ημέρες του Αλέξη Τσίπρα και των ορφανών του ελληνικού σταλινισμού.
 
Ας δούμε τους αριθμούς, για να αντιληφθούμε το τί συνέβη, τότε, αλλά και την χρησιμότητα αυτών των συγκρίσεων.
 
Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, ψήφισαν έγκυρα (δεν συμπεριλαμβάνονται οι λευκές και άκυρες ψήφοι και η αποχή από την ψηφοφορία) 5.431.850 ψηφοφόροι. Αντίστοιχα, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, ψήφισαν έγκυρα 6.180.872 ψηφοφόροι, με αποτέλεσμα, μέσα σε μόλις 8 μήνες, αυτοί που προτίμησαν να απόσχουν, από την ψηφοφορία και να ψηφίσουν άκυρο, ή λευκό, να φθάσουν, στους 749.022 ψηφοφόρους (ποσοστό 12,12% των ψηφοφόρων του Ιανουαρίου 2015).
 
Γίνεται κατανοητό, λοιπόν, ότι το μέγεθος της αποχής και των άκυρων και λευκών ανάμεσα στις δύο εκλογές, υπήρξε τεράστιο. Έτσι, παρά το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, έχασε 320.074 ψήφους, σε σχέση με τις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 (τον Ιανουάριο είχε πάρει 2.245.978 ψήφους, ενώ τον Σεπτέμβριο πήρε 1.925.904 ψήφους), αυτή η τεράστια, μέσα σε λίγους μήνες, πτώση κουκουλώθηκε, εξ αιτίας της αυξημένης αποχής και το ποσοστό του, τον Σεπτέμβριο του 2015, μετρήθηκε, στο 35,46%, υπολογιζόμενο, επί των 5.431.850 ψηφοφόρων, που ψήφισαν, σε εκείνες τις εκλογές.
 
Όμως, αυτό το ποσοστό του 35.46% είναι, απολύτως, παραπλανητικό, διότι δεν λαμβάνει υπόψη του, το σύνολο των ψηφοφόρων, που οκτώ μήνες, προηγουμένως, είχαν λάβει μέρος στην ψηφοφορία των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015. Κάνοντας αυτή την αναγωγή, προκειμένου να παρατηρήσουμε τις πραγματικές κομματικές επιλογές των ψηφοφόρων, βλέπουμε ότι, το πραγματικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, στην ελληνική κοινωνία του Σεπτεμβρίου του 2015 έφθανε, μόλις το 31,16%, εμφανίζοντας μια μεγάλη ποσοστιαία πτώση, σε σύγκριση, με το 36,34%, που είχε λάβει τον Ιανουάριο του ιδίου έτους.
 
Από την άλλη πλευρά, η τύχη της Νέας Δημοκρατίας του Βαγγέλη Μεϊμαράκη δεν ήταν καλύτερη. Ο κεντρικός πυλώνας της συντηρητικής παράταξης της χώρας μας, τον Σεπτέμβριο του 2015 έλαβε 1.525.205 ψήφους και ποσοστό 28,10%, ενώ τον Ιανουάριο του 2015, είχε πάρει 1.718.694 ψήφους και ποσοστό 27,81%. Από πρώτη ματιά φαίνεται ότι ανέβασε το ποσοστό της, ενώ έχασε 192.489 ψήφους! Προφανώς, αυτό οφείλεται, στην αυξημένη αποχή των ψηφοφόρων, ανάμεσα στις δύο ψηφοφορίες. Και φυσικά, λαμβάνοντας υπόψη αυτή την πραγματικότητα, βλέπουμε ότι το πραγματικό ποσοστό της κομματικής προτίμησης της ελληνικής κοινωνίας, τον Σεπτέμβριο του 2015, έφθανε, στο υποτονικό μέγεθος του 22,70%.
 
Όταν κουβεντιάζω αυτό το θέμα με φίλους και γνωστούς, αρκετοί ρωτούν, το γιατί πρέπει να γίνει αυτή η αναγωγή των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, με έγκυρη ψήφο, στις εκλογές της 25/1/2015, στο εκλογικό αποτέλεσμα της 20/9/2015.
 
Αυτή η αναγωγή πρέπει να γίνει διότι αυτή η τεράστια αύξηση της αποχής, ανάμεσα στις δύο ψηφοφορίες υπήρξε αφύσικη, αλλά και επειδή οι δύο εκλογές έγιναν, σε πολύ μικρό διάστημα μεταξύ τους και ως εκ τούτου, μόνον αυτή η σύγκριση παρουσιάζει την πραγματική δύναμη των κομμάτων.
 
Κάπως έτσι γίνεται αντιληπτή η πραγματική γύμνια των δύο (ας τα πούμε έτσι) μεγάλων κομμάτων εκείνη την εποχή. Ο ΣΥΡΙΖΑ κυβερνάει, εδώ και τρία και μισό, χρόνια με ένα πραγματικό ποσοστό της τάξεως του 31,16%, ενώ η Νέα Δημοκρατία σέρνεται πίσω του, με ένα ποσοστό της τάξεως του 22,70%. Αυτή είναι η ωμή και αποκρυπτόμενη, από τα συστημικά ΜΜΕ και την εντόπια ελίτ, πραγματικότητα.
 
 
 
 
 
Έχοντας υπόψη μας όλα τα παραπάνω μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης της ALCO, τα οποία εξετάζουμε σήμερα και τα οποία έχουν μια πολύ σοβαρή βάση. Τα συμπεράσματα, στα οποία μπορούμε να καταλήξουμε, είναι, απολύτως, απογοητευτικά, για την πραγματική δύναμη των δύο αυτών κομμάτων του ασθενούς και ασταθούς μικρού δικομματισμού, η ύπαρξη του οποίου αμφισβητείται, από τους αριθμούς.
 
Έτσι, ο ΣΥΡΙΖΑ, στην δημοσκόπηση της ALCO, μόλις τρείς (έως οκτώ) μήνες, από τις εκλογές, εμφανίζεται, στην πρόθεση ψήφου όσων συμμετείχαν, στην έρευνα, με ένα ποσοστό της τάξεως του 18,10%. Πολύ μου φαίνεται, αλλά δεν μπορώ να το αμφισβητήσω. Πιθανόν να είναι, τώρα που μιλάμε, κάπου εκεί.
 
 
 
 
 
Από την άλλη πλευρά, η συσπείρωση των ψηφοφόρων, που τον προτίμησαν, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, φθάνει, μόλις το 53%. Αυτό σημαίνει ότι φθάνει, στους 1.020.729 ψηφοφόρους, γεγονός, που τον αναγάγει, σε ένα ποσοστό της τάξεως του 18,79%. Παρ’ όλα αυτά, η ALCO δίνει, στον ΣΥΡΙΖΑ, 18,10%. Δίνει δηλαδή μικρότερο ποσοστό, από αυτό που προκύπτει, από την συσπείρωσή του. Δεν πρόκειται, για λάθος, αφού στο δείγμα των ψηφοφόρων, που συμμετείχε, στην δημοσκόπηση συμπεριλαμβάνονται, όχι μόνο, οι ψηφοφόροι του Σεπτεμβρίου του 2015, αλλά και οι νέοι ψηφοφόροι, όπως επίσης και όσοι δεν είχαν ψηφίσει, τότε, αν και είχαν δικαίωμα να ψηφίσουν.
 
Έτσι, όπως προκύπτει από την μείωση του ποσοστού του ΣΥΡΙΖΑ, στην τελική πρόθεση ψήφου όσων συμμετείχαν στην έρευνα, σε σχέση με την συσπείρωση των ψηφοφόρων του, τον Σεπτέμβριο του 2015, οι νέοι ψηφοφόροι, κατά ευρεία πλειοψηφία, δεν προτιμούν να του δώσουν την ψήφο τους και ανατρέπουν τις ισορροπίες, μειώνοντας το τελικό ποσοστό του, κατά 0,7 της μονάδας. Και φυσικά αυτό είναι ένα πολύ κακό προμήνυμα, για το κυβερνητικό κόμμα.
 
Αν, μάλιστα, αναγάγουμε, τον αριθμό των υπολογιζόμενων ψηφοφόρων του κυβερνητικού κόμματος, στον αριθμό των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, με έγκυρη ψήφο, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, διαπιστώνουμε ότι το ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ πέφτει στο 16,51%. Έτσι, κατά προσέγγιση, το ποσοστό του κυβερνητικού κόμματος, αυτόν τον καιρό, φαίνεται να κυμαίνεται κάπου ανάμεσα, στο 16% και στο 19%.
 
Όσον αφορά την Νέα Δημοκρατία, η κατάσταση είναι κάπως καλύτερη, αλλά όχι καλή. Αντίθετα, είναι κακή. Ας δούμε το γιατί.
 
Στην έρευνα της πρόθεσης ψήφου της ALCO, η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει ένα ποσοστό της τάξεως του 23,8%, με ένα ποσοστό συσπείρωσης των ψηφοφόρων της, του Σεπτεμβρίου του 2015, ίσο με το 81%. Αυτό σημαίνει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης συγκεντρώνει, από τους ψηφοφόρους της, έναν αριθμό ψήφων, ίσο με 1.235.416, ήτοι ένα ποσοστό 22,74%, επί του συνόλου όσων έδωσαν έγκυρη ψήφο, στις εκλογές αυτές.
 
Αυτό το ποσοστό είναι μικρότερο από το 23,80%, που δίνει, στην Νέα Δημοκρατία η πρόθεση ψήφου της ALCO, κατά 1,06 μονάδα, γεγονός το οποίο σημαίνει ότι η Νέα Δημοκρατία κερδίζει ψήφους, από τους νέους ψηφοφόρους και τις μετακινήσεις ψηφοφόρων άλλων κομμάτων, προς αυτήν και φθάνει τον αριθμό των 1.292.993 ψηφοφόρων, επί του συνόλου των ψηφισάντων τον Σεπτέμβριο του 2015.
 
Βέβαια, αν αναγάγουμε τον αριθμό των υπολογιζόμενων ψηφοφόρων του κυβερνητικού κόμματος, στον αριθμό των ψηφοφόρων, που συμμετείχαν, με έγκυρη ψήφο, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015, διαπιστώνουμε ότι το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας φθάνει στο 20,91%. Έτσι, κατά προσέγγιση, το ποσοστό του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αυτόν τον καιρό, φαίνεται να κυμαίνεται κάπου ανάμεσα, στο 21% και στο 24%.
 
Θα πρέπει να επισημάνω και πάλι, εδώ, ότι οι υπολογισμοί που έχουν αξία, γίνονται, με βάση το σύνολο του ενεργού εκλογικού σώματος, που έδωσε έγκυρη ψήφο, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015. Η υπέρμετρη αποχή που σημειώθηκε, οκτώ μήνες μετά, στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, αλλοίωσε την βούληση του εκλογικού σώματος και ως εκ τούτου, αυτή η αλλοίωση πρέπει να διορθωθεί, διότι, στις βουλευτικές εκλογές, που έρχονται, το σωστό είναι να υπολογίσουμε ότι η συμμετοχή των ψηφοφόρων θα πλησιάσει, στα επίπεδα των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015 και όχι σε εκείνα του Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους. Ή, πάντως, θα πρέπει να κυμαίνεται, σε ενδιάμεσα επίπεδα.
 
Βέβαια, αυτό δεν είναι σίγουρο, διότι η απογοήτευση, σε συνδυασμό με την αηδία και τον θυμό, που διακατέχει ευρύτατα στρώματα ψηφοφόρων (και κατ’ ουσίαν, την μέγιστη πλειοψηφία τους), μπορεί να ενισχύσει και όχι να μειώσει την αποχή από την ψηφοφορία.
 
Παρά τον κίνδυνο αυτόν, που είναι υπαρκτός (και μέλλει να δούμε πώς θα εξελιχθεί αυτό το φαινόμενο), η προσωπική γνώμη μου είναι ότι τελικά, η προσέλευση των ψηφοφόρων, στις κάλπες, θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, πολύ περισσότερο, εάν οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές γίνουν τον Μάιο, αλλά και εάν ο Αλέξης Τσιπρας πραγματοποιήσει τις εκλογές, τον Οκτώβριο.
 
Ίσως, η συμμετοχή του εκλογικού σώματος να μην φθάσει, στα επίπεδα των εκλογών του Ιανουαρίου του 2015, όμως θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη από την συμμετοχή του, στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015. Βέβαια, η άρνηση ψήφου του εκλογικού σώματος θα είναι, πάλι, μεγάλη, αλλά δεν θα πρέπει να φθάσει, το ποσοστό του 43,43% των βουλευτικών εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015. Κατά πάσα πιθανότητα, θα πρέπει να είναι μικρότερη.
 
Το γιατί θα συμβεί κάτι τέτοιο είναι, κατά την γνώμη μου, ορατό. Οι ψηφοφόροι, σε αυτή την ψηφοφορία, μπορεί να είναι απογοητευμένοι από το μνημονιακό πολιτικό σύστημα και να μην έχουν εμπιστοσύνη στα – πραγματικά, ή μη – αντιμνημονιακά κόμματα, εντός και εκτός βουλής (λόγω της πολυδιάσπασης που επικρατεί, στον χώρο και επειδή δεν έχει υπάρξει σαφές πρόγραμμα που να έχει εξηγηθεί και να είναι πειστικό, αλλά και εξ αιτίας του γεγονότος ότι δεν ακούγονται, από τα συστημική ΜΜΕ), όμως, παράλληλα, υπάρχει ο εξαιρετικά μεγάλος θυμός των ψηφοφόρων, ο οποίος πιθανότατα, θα τους οδηγήσει, στις κάλπες, προκειμένου να τιμωρήσουν τα συστημικά κόμματα.
 
Πέραν τούτου, στην μεγαλύτερη (αλλά, επαναλαμβάνω, όχι μεγάλη)συμμετοχή του εκλογικού σώματος, στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, σε σχέση με τον Σεπτέμβριο του 2015, συνηγορεί και το γεγονός ότι έχουν περάσει τέσσερα χρόνια, χωρίς να έχουν διεξαχθεί εκλογές, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει, τώρα, η εκλογική κόπωση, που υπήρξε, στις τάξεις των ψηφοφόρων, τον Σεπτέμβριο του 2015, λόγω των τριών συνεχών εκλογικών αναμετρήσεων, που έγιναν, μέσα, στο εννεάμηνο του 2015. Και αυτός είναι ένας σοβαρός λόγος, για την (περιορισμένη έστω) αύξηση της συμμετοχής των ψηφοφόρων, στις ερχόμενες βουλευτικές εκλογές.
 
Μάλιστα, εάν οι βουλευτικές εκλογές, εφέτος, συμπέσουν με τις ευρωεκλογές και τις περιφερειακές και τις δημοτικές εκλογές, αυτή η σύμπτωση θα βοηθήσει, στην όποια αύξηση της συμμετοχής, στην ψηφοφορία, ενώ η προσφυγή στις κάλπες, τον Οκτώβριο, πιθανότατα, θα οδηγήσει, σε μικρότερη συμμετοχή, στην ψηφοφορία. Και εδώ ερχόμαστε, στον κεντρικό πυρήνα του προβλήματος της αξιοπιστίας, που έχει και αυτή η δημοσκόπηση της ALCO, όπως και όλες οι άλλες δημοσκοπήσεις.
 
Αυτός ο κεντρικός πυρήνας έχει τρία τμήματα. Το ένα αφορά το μέγεθος της άρνησης ψήφου (λευκό, άκυρο, αποχή), στην οποία πρόκειται να προβούν οι ψηφοφόροι των προσεχών βουλευτικών εκλογών. Το δεύτερο αφορά την έκταση της επικρατούσας ρευστότητας ψήφου, μέσα στις τάξεις του εκλογικού σώματος. Το τρίτο τμήμα αφορά όσους αρνήθηκαν να συμμετάσχουν, στην έρευνα. Και τα τρία αυτά μεγέθη είναι άκρως σημαντικά, για την πρόβλεψη και εν τέλει, τον προσδιορισμό του τελικού εκλογικού αποτελέσματος.
 
Χωρίς έναν, έστω προσεγγιστικό υπολογισμό δεν είναι δυνατό να μιλήσουμε, στα σοβαρά, για το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών και θα πρέπει να περιμένουμε το κλείσιμο των καλπών, την ημέρα, που θα διεξαχθούν οι εκλογές. Και αυτό το γνωρίζει ο Κώστας Παναγόπουλος της ALCO, γι’ αυτό και στην παρούσα δημοσκόπηση, αναφέρει ότι αυτή δεν αποτελεί πρόβλεψη ψήφου, αλλά καταγραφή των τάσεων, που επικρατούν, στο εκλογικό σώμα, την χρονική περίοδο 18-23/2/2019.
 
Ας ξεκινήσουμε από την ρευστότητα της ψήφου. Για την προσέγγιση αυτού του μεγέθους, το οποίο είναι, ούτως ή άλλως, δύσκολο να υπολογισθεί, η εταιρεία δεν δίνει, πέραν των αναποφάσιστων, που είναι το 16,1% του συνόλου του δείγματος, τα απαιτούμενα στοιχεία, προκειμένου να βγει κάποιο συμπέρασμα. Δεν ξέρω αν τα έχει. Λογικά πρέπει να τα έχει, όμως δεν τα παρουσιάζει. Και αυτό δυσκολεύει τα πράγματα, επειδή οι αναποφάσιστοι απεικονίζουν, μόνον, ένα μέρος της ρευστότητας της ψήφου, που επικρατεί, στις τάξεις του εκλογικού σώματος. Δεν είναι το όλον.
 
Πέραν όσων δηλώνουν αναποφάσιστοι, στην έννοια της ρευστότητας της ψήφου περιλαμβάνονται και εκείνοι οι ψηφοφόροι, οι οποίοι δηλώνουν ότι έχουν μια προτίμηση να ψηφίσουν ένα συγκεκριμένο κόμμα, αλλά, όμως, παρά την εκφρασμένη εκλογική προτίμησή τους, έχουν και δεύτερες σκέψεις, επ’ αυτού. Αυτό το μέγεθος, με την απαραίτητη διαβάθμιση των επικρατουσών δεύτερων σκέψεων όσων συμμετείχαν, στο δείγμα της έρευνας, δεν εμφανίζεται πουθενά, ενώ θα έπρεπε να παρουσιάζεται, αν και προφανώς, η ALCO το έχει καταμετρήσει.
 
Προφανώς, αυτό το μέγεθος θα είναι μεγάλο και με υψηλή διαβάθμιση των επικρατουσών δεύτερων σκέψεων (επιλογές, ανάμεσα στο καθόλου, το πολύ λίγο, το λίγο, το πολύ και το πάρα πολύ και ίσως και ερώτημα ως προς την δεύτερη κομματική επιλογή των ψηφισάντων), γι’ αυτό και ο Κώστας Παναγόπουλος θεώρησε ότι έπρεπε να καταγράψει ότι η έρευνα αφορά τις τωρινές τάσεις του εκλογικού σώματος και όχι πρόβλεψη ψήφου. Όμως, αυτή η επιφύλαξη δεν αρκεί. Θα έπρεπε να παρουσιάσει και τον σχετικό πίνακα, με τις δεύτερες σκέψεις των συμμετεχόντων στην δημοσκόπηση.
 
 
 
 
 
Και μόνον αυτό το γεγονός συσκοτίζει και στρεβλώνει τα αποτελέσματα της έρευνας, σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, όπως προκύπτει από τον παραπάνω πίνακα, με τις προβλέψεις των δημοσκοπικών εταιρειών, σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 6/5/2012, ως προς τα οποία όλες οι εταιρείες έπεσαν πολύ έξω και ως προς τα ποσοστά των κομμάτων και ως προς την σειρά κατάταξής τους.
 
Θα πει κάποιος ότι το ταραγμένο κλίμα, στο οποίο διεξήχθησαν οι βουλευτικές εκλογές της 6/5/2012, που ανέδειξε, απρόσμενα, τον ΣΥΡΙΖΑ, ως δεύτερο κόμμα, δεν έχει σχέση, με το σημερινό κλίμα των προσεχών βουλευτικών εκλογών. Δεν είναι, καθόλου, έτσι τα πράγματα.
 
 
 
 
 
Οι προσεχείς βουλευτικές εκλογές θα διεξαχθούν, μέσα, σε ένα παραπλήσιο κλίμα, ύστερα από την έμπρακτη και όχι θεωρητική διάψευση των όποιων ελπίδων υπήρχαν, πριν από την απογοητευτική και αποτυχημένη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την διάρκεια της τετραετίας, που μεσολάβησε, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, οι οποίες διεξήχθησαν, επίσης, μέσα σε ένα θολό πολιτικό κλίμα, όπως δείχνει και η παραπάνω δημοσκόπηση της εταιρείας PULSE, πού έγινε, μέσα στην προεκλογική περίοδο των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015, με αποτέλεσμα η τελική έκβαση και αυτών των εκλογών να κριθεί, κυριολεκτικά, την τελευταία ημέρα, αφού την προηγούμενη ημέρα της διεξαγωγής τους, η Νέα Δημοκρατία φαινόταν ότι θα έπαιρνε την πρώτη θέση, ενώ η ΛΑΕ του Παναγιώτη Λαφαζάνη θα έμπαινε, με 4,9%, στην βουλή, στην οποία δεν θα έμπαιναν οι Ανεξάρτητοι Έλληνες του Πάνου Καμμένου και η Ένωση Κεντρώων του Βασίλη Λεβέντη, αφού υποτίθεται ότι θα ελάμβαναν ποσοστά μικρότερα του 3%.
 
Φυσικά, τίποτε από αυτά δεν συνέβη. Ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε, άνετα, την πρωτιά (μπορεί να την πήρε πολύ λιγότερο άνετα από ό,τι φαίνεται, από το τελικό εκλογικό αποτέλεσμα, αλλά την πήρε), η ΛΑΕ έμεινε έξω από την βουλή (για πολύ λίγο, αλλά έμεινε απέξω) και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Ένωση Κεντρώων μπήκαν, στην βουλή, όχι άνετα, αλλά μπήκαν. Είναι, λοιπόν, προφανές ότι και σε αυτή την περίπτωση, η ρευστότητα της ψήφου, που αφορά την αλλαγή κομματικών προτιμήσεων των ψηφοφόρων, έπαιξε τον (σημαντικότατο) ρόλο της. Και δεν ήταν, μόνο αυτή, που έπαιξε ρόλο. Έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο και άλλα πράγματα.
 
Εδώ είναι που ερχόμαστε, στο άλλο τμήμα του κεντρικού πυρήνα της ρευστότητας της ψήφου. Στο μέγεθος της άρνησης ψήφου. Των λευκών, των άκυρων και της αποχής, η οποία, από τις βουλευτικές εκλογές της 16/9/2007 και ιδίως, στις τελευταίες εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, είναι πολύ υψηλή, φθάνοντας, όπως έχουμε πει, στο 43,43%.
 
Η ALCO υπολογίζει το μέγεθος της αποχής, στο 8,5%. Ανοησίες. Κάτι τέτοιο δεν πρόκειται να συμβεί. Η αποχή, ίσως να μην φθάσει, στα επίπεδα που έφθασε, στις προηγούμενες εκλογές (αυτό εξαρτάται, από το πότε θα αποφασίσει ο Αλέξης Τσίπρας να τις κάνει – τον Μάϊο, νωρίτερα, από τον Μάϊο, ή μετά, έως τον Οκτώβριο), αλλά, σε κάθε περίπτωση θα είναι πολύ μεγάλη.
 
Ως εκ τούτου, ή η εταιρεία λέει ανοησίες, ή είμαστε μπροστά, στο φαινόμενο της απόκρυψης ψήφου. Πιστεύω ότι έχουμε να κάνουμε, με το δεύτερο. Αυτοί που συμμετείχαν, στην δημοσκόπηση δεν δήλωναν την πραγματική τους πρόθεση να απόσχουν, από τις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, είτε, επειδή δεν το έχουν αποφασίσει (αν και έχουν κομματική προτίμηση, την οποία και δήλωσαν), είτε επειδή, εκ προθέσεως, αποκρύπτουν το ότι δεν πρόκειται να ψηφίσουν.
 
Αλλά το φαινόμενο της απόκρυψης της ψήφου έχει και μια άλλη διάσταση. Αυτήν της άρνησης όσων κλήθηκαν να συμμετάσχουν, στην έρευνα της ALCO (όπως και των άλλων εταιρειών) και αρνήθηκαν να το πράξουν. Όπως λέγεται, στα 100 τηλεφωνήματα που κάνουν, στους πολίτες, οι υπάλληλοι που διεξάγουν τις έρευνες, οι πλείστοι (έως τους 84), εξ αυτών, που λαμβάνουν αυτές τις τηλεφωνικές κλήσεις, κατεβάζουν το τηλέφωνο, μόλις ακούν ότι πρόκειται, να ερωτηθούν, για πολιτική δημοσκόπηση και δεν απαντούν.
 
Αυτό σημαίνει ότι, στις τάξεις της ελληνικής κοινωνίας, επικρατεί ατέλειωτος θυμός, υπάρχει οργή, για το ελληνικό πολιτικό σύστημα και αυτό καθιστά τις δημοσκοπήσεις, απολύτως, αφερέγγυες. Σαν περιγραφές κάποιων πολύ γενικών τάσεων, μπορεί να έχουν κάποια περιορισμένη αξία, αλλά, πέραν τούτου, ουδέν.
 
Και φυσικά, αυτή η συσσωρευμένη και εκφραζόμενη οργή του εκλογικού σώματος μπορεί να μην βρίσκει την πολιτική έκφρασή της, όπως συνέβη το 2012, που οι εκλογείς χρησιμοποίησαν τον ΣΥΡΙΖΑ, για να εκφράσουν αυτή την οργή και την βούλησή τους, για ριζική αλλαγή της πολιτικής και της οικονομικής κατεύθυνσης της χώρας (και προδόθηκαν, από την ηγεσία του τωρινού κυβερνητικού κόμματος), όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι αυτή η οργή δεν θα εκφραστεί πολιτικά. Θα εκφραστεί, στις κάλπες, έστω και μέσα από μια μεγάλη αντισυστημική ψήφο, η οποία μπορεί ακόμη και να πολυδιασπαστεί, φέρνοντας στην βουλή απίθανα κόμματα και κομματίδια, όπως αυτό του φυλακισμένου Αρτέμη Σώρρα, όπως έγραψε ο Αλέξης Παπαχελάς, στην «Καθημερινή».
 
Τα μαντάτα, για το κατεστημένο πολιτικό σύστημα των μνημονιακών κομμάτων είναι άσχημα. Ο θυμός και η οργή των ψηφοφόρων δεν θα μείνουν, χωρίς αντικείμενο ξεσπάσματος. Κάποιοι θα την πληρώσουν την νύφη.
 
Εδώ θα είμαστε και θα δούμε.