Από την εποχή της Έκθεσης του Αμερικανού Paul A. Porter, μέχρι τις ημέρες μας, πολλά άλλαξαν, αλλά η διαφθορά, στις τάξεις της εντόπιας οικονομικής και πολιτικής ελίτ, παρέμεινε αναλλοίωτη...
 
 
 
 
 
 
Στις ημέρες μας, που είναι ημέρες της βαθειάς κρίσης της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και οι οποίες ημέρες έχουν την αναγωγή τους, στην ελληνική χρεωκοπία του 2010, όλες οι πρόσφατες μετρήσεις δείχνουν ότι η μέγιστη πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας, με ποσοστά, άνω του 70%, πιστεύει ότι τα φαινόμενα της διαφθοράς  σαν αυτά του Άκη Τσοχατζόπουλου και του Γιάννου Παπαντωνίου, δεν είναι μεμονωμένα, δεν αποτελούν την εξαίρεση, στην ελληνική πολιτική ζωή. Ο πληθυσμός της χώρας πιστεύει ότι η διαφθορά είναι σύμφυτη με την πολιτική, με τα κόμματα και τους πολιτικούς και ότι είναι ο κανόνας, στην ελληνική πολιτική σκηνή.
 
Ένα πρόχειρο επιχείρημα, για αυτή την στάση του πληθυσμού, είναι ότι αυτή εξηγείται, ως αποτέλεσμα της ίδιας της μακροχρόνιας κρίσης, στην οποία είναι εγκλωβισμένη η ελληνική κοινωνία, αλλά το επιχείρημα αυτό δεν ευσταθεί, διότι και στις παλαιές καλές εποχές, πριν την έλευση της κρίσης, η ελληνική κοινωνία  με τα ίδια, περίπου, ποσοστά, είχε σχηματίσει την ίδια πεποίθηση, η οποία ήταν, πάντα, η ίδια και στις παλαιότερες γενεές.
 
Το ζήτημα της διαφθοράς του ελληνικού πολιτικού συστήματος και της έκτασής της, ως φαινομένου, είναι αυτό, που θα μας απασχολήσει, στο σημερινό δημοσίευμα. Αλλά αυτή η ενασχόληση δεν θα στρέψει την προσοχή των όποιων αναγνωστών, στην κατεύθυνση της διερεύνησης της συμπεριφοράς του πολιτικού κόσμου της χώρας, των αιτιών της ελληνικής πολιτικής διαφθοράς και της καταπολέμησης και των μέτρων περιστολής της. Δεν θα είναι και δεν πρέπει να είναι αυτό το αντικείμενο της παρούσας εισήγησης.
 
Δεν θα εξετάσουμε, λοιπόν, την ελληνική πολιτική διαφθορά, σε σχέση, με τους διοικούντες. Αυτή, ως φαινόμενο, είναι δεδομένη και σύμφυτη στις εξουσιαστικές κοινωνίες και τους τυπικούς και τους άτυπους (κυρίως) κανόνες τους, αλλά, προφανώς, εδράζεται και στα ανθρώπινα ορμέμφυτα (αν δεν εδραζόταν, απλώς, δεν θα υπήρχε) και ως εκ τούτου, είναι εξηγήσιμη και φυσικά, η ηθικολογία  οι κατάρες, οι πολύλογες γενικότητες και οι αποδοκιμασίες, όσο κατανοητές και αν είναι, δεν είναι επαρκείς, για την εξήγηση του φαινομένου. Και φυσικά, είναι, ελάχιστα, επαρκείς, για την αντιμετώπισή του.
 
Εδώ, θα δούμε το φαινόμενο της διαφθοράς της ελληνικής πολιτικής ζωής, από την πλευρά των διοικουμένων. Όχι, για να τους καταδικάσουμε, επειδή την ανέχονται  ή (κάποιες φορές) την επιδοκιμάζουν, αλλά, για να εξηγήσουμε την ευρύτερη κοινωνική συμπεριφορά και την στάση των μεγάλων κοινωνικών συνόλων και υποσυνόλων, απέναντι στην πολιτική διαφθορά, που ενδημεί, στην χώρα μας. (Και όχι, μόνο, σ' αυτή).
 
Και μέσα από αυτή την εξέταση και επισκόπηση των τυπικών και των άτυπων μηχανισμών του συστήματος θα αποπειραθούμε να καταδείξουμε την ευρύτερη λειτουργία της πολιτικής διαφθοράς, ως μέρος - και μάλιστα σημαντικό - του εξουσιαστικού συστήματος διαχείρισης και διοίκησης των κοινωνιών.
 
Κάπως έτσι, επανερχόμαστε στην αρχική διαπίστωση μας. Ο πληθυσμός της χώρας έχει σχηματίσει, διαχρονικά, την πεποίθηση ότι η διαφθορά της ελληνικής πολιτικής τάξης είναι ένα οργανικό φαινόμενο, συνδεμένο και σύμφυτο, με την ίδια την παραγωγή της ελληνικής πολιτικής ζωής και την διοίκηση και την διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και ότι δεν είναι ένα περιστασιακό και περιπτωσιολογικό φαινόμενο, το οποίο, αν και τυπικά, είναι προϊόν κατάχρησης εξουσίας, σύμφωνα, με τους, επίσημα, θεσμισμένους κανόνες, στην πραγματικότητα, άτυπα, αλλά ουσιαστικά, αποτελεί θεμελιακό κανόνα λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.
 
Όμως, αυτή η διαπίστωση, που είναι μια σωστή διαπίστωση, δεν αποτρέπει την μεγάλη πλειοψηφία του εκλογικού σώματος από το να συμμετέχει, στην διαδικασία αναπαραγωγής αυτού του πολιτικού συστήματος, η οποία είναι, προφανώς, διαποτισμένη  από τα ίδια βασικά στοιχεία διαφθοράς του πολιτικού συστήματος, του οποίου αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα.
 
Ο πληθυσμός, συμμετέχει, έστω και με πολύ μικρότερους αριθμούς, σε σχέση με το όχι μακρινό παρελθόν, στην πολιτική διαδικασία και ψηφίζει τους εκπροσώπους του πολιτικού κόσμου της χώρας, ακόμη και όταν νομίζει ότι υπερβαίνει το κλασικό τμήμα αυτού του κόσμου, ψηφίζοντας, το, έως πρόσφατα, περιθωριακό κομμάτι του, με την ριζοσπαστικοφανή ρητορική, όπως συνέβη, με την περίπτωση του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Γιατί, όμως, συμβαίνει αυτό; Γιατί το εκλογικό σώμα, έστω και με μειωμένους αριθμούς, ψηφίζει και συνεχίζει, έστω και κατ' επίφαση, να εκπροσωπείται από αυτόν τον πολιτικό κόσμο ενός συστήματος, στο οποίο η διαφθορά αποτελεί οργανικό του στοιχείο;
 
Η πρόχειρη και εύκολη απάντηση, στην οποία καταφεύγουν οι ηθικολόγοι, αλλά και οι αμοραλιστές όλων των αποχρώσεων, είναι ότι και οι εκλογείς είναι διεφθαρμένοι, όπως και οι εκλεγμένοι, που τους εκπροσωπούν. Αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αντέχει, στην βάσανο του ελέγχου, όταν είμαστε προσανατολισμένοι, στην έρευνα της πραγματικότητας. Δεν είναι έτσι τα πράγματα.
 
Οι Έλληνες ψηφοφόροι, που συμμετέχουν στην εκλογική διαδικασία και η κοινωνία, που συμμετέχει στην αναπαραγωγή του αστικού πολιτικού συστήματος της σύγχρονης νομιζόμενης δημοκρατίας (ακόμη και κάτω από το παρόν νεοκατοχικό καθεστώς της χρεωδουλείας, που έχει επιβληθεί, στην χώρα μας, από την εποχή του μοιραίου ΓΑΠ, από το εντόπιο αστικό και νεοκομμουνιστικό πολιτικό προσωπικό και τους ξένους δανειστές), το πράττουν επειδή, στα πλαίσια των διαδικασιών αναπαραγωγής μιας εξουσιαστικής κοινωνίας, η κοινωνία αυτή πρέπει να διοικηθεί. Και φυσικά, αυτή η διοίκηση και οι εξουσιαστές/διαχειριστές, που την ασκούν, αφορούν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων, οι οποίοι, εκ των πραγμάτων, δεν μπορούν, στο σύνολό τους, να αγνοήσουν αυτή την πραγματικότητα, όσο οχληρή και όσο αποκρουστική και αν είναι. 
 
Με λίγα λόγια, το εκλογικό σώμα ψηφίζει έτσι όπως ψηφίζει, επειδή ο τόπος πρέπει να κυβερνηθεί, οι τρέχουσες καθημερινές υποθέσεις να προχωρήσουν και τα ευρύτερα και στενότερα συμφέροντα να ικανοποιηθούν, σύμφωνα, με τις αποφάσεις που θα ληφθούν. 
 
Και ψηφίζει αυτούς, που ψηφίζει, επειδή αυτούς έχει να επιλέξει, από αυτούς που παρουσιάζονται μπροστά του, μέσα από μια απλοϊκή, στην σύλληψή της, διαδικασία επηρεασμού και διαμόρφωσης της κοινής γνώμης, η οποία υπακούει στους συστημικούς και πάντα, κλασικούς κανόνες της μαζικής προπαγάνδας, έτσι όπως αυτή διεξάγεται, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από την εντόπια και διεθνή ολιγαρχία, τις, κατά καιρούς, κυβερνήσεις της χώρας και τον πολιτικό κόσμο, στην αναπαραγωγή του οποίου βοηθούν και ασκούν πλήρη επιρροή.  
 
(Το γεγονός ότι η εμφάνιση των social media έχει δημιουργήσει κάποια προβλήματα, σε αυτή την διαδικασία αναπαραγωγής της λεγόμενης "κοινής γνώμης", δεν αλλάζει την φορά των πραγμάτων, γιατί και αυτά, από γενικής απόψεως, εντάσσονται, στην συστημική διαμόρφωση της κοινής γνώμης, παρά τις ρωγμώδεις κακώσεις, που της δημιουργεί η ύπαρξη πολλών και μη ελεγχόμενων ομάδων διακίνησης της πληροφορίας. Και αυτό συμβαίνει, επειδή η ολιγαρχία των ΜΜΕ μπορεί και παρεμβαίνει, άνετα και στον χώρο αυτό, ασκώντας μια καθόλου ασήμαντη επιρροή, στην διακίνηση των πληροφοριών και της διαμόρφωσης αυτού που αποτελεί ως ένα σύνολο "ειδήσεων" και της απόρριψης όλων των άλλων, που δεν αποτελούν κάτι τέτοιο).
 
Αυτές οι αποφάσεις, που λαμβάνονται, μέσα στα πλαίσια του ελληνικού πολιτικού κόσμου, βέβαια, εκφράζουν, καλύτερα ή χειρότερα, των συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας, δηλαδή, των ελίτ, των ομάδων πιέσεως και της επιρροής των διαφόρων ισχυρών παραγόντων και αυτό είναι, απολύτως, φυσικό. (Αν και κατά την τελευταία εννεαετία και για απροσδιόριστο, ακόμη, χρονικό διάστημα, οι κυριότερες αποφάσεις, όπως και οι δευτερεύουσες, έως και τις εξαντλητικές λεπτομέρειές τους, λαμβάνονται από τις πολιτικές και τεχνοκρατικές ομάδες των ξένων δανειστών, οι οποίοι είναι οι πραγματικοί κυβερνήτες αυτού του τόπου)
 
Αυτή είναι η πραγματικότητα, μέσα σε ένα αστικό καθεστώς. Και φυσικά, αυτή η πραγματικότητα που περιγράφεται, συνήθως, ως διαφθορά των διοικουμένων, των πολιτών και των ομάδων, που συγκροτούν, προκειμένου να υπερασπίσουν τα συμφέροντά τους, η υπεράσπιση των οποίων υπακούει στους κλασικούς κανόνες της επιβολής της ισχύος των ατόμων και των ομάδων, είναι ο κανόνας, που διέπει τις διαδικασίες συγκρότησης και δράσης μιας ανταγωνιστικής κοινωνίας.
 
Μάλιστα, εάν πρέπει να μιλήσουμε, για την σύγκρουση και την υπεράσπιση των ατομικών και των ομαδικών συμφερόντων, σε σχέση με την πολιτική συμπεριφορά της κοινωνίας και του εκλογικού σώματος, θα πρέπει, μιλώντας αντικειμενικά, να παρατηρήσουμε, με μεγάλη έκπληξη, ότι αυτή η πολιτική συμπεριφορά μεγάλων μερίδων του εκλογικού σώματος δεν καθορίζεται, κατά κύριο λόγο, από τα ατομικά και τα ομαδικά συμφέροντα των ψηφοφόρων, αλλά από τις ψευδοσυνειδησιακές καθηλώσεις τους, που τους εντάσσουν, μέσα σε μια νοητή πολιτική οικογένεια, η οποία μπορεί να είναι, είτε το κόμμα που ψηφίζουν, παραδοσιακά, ως άτομα, ή ως μέλη στοιχειωδών κοινωνικών ομάδων, είτε μια νοητή ιδεολογική παράταξη, όποια και αν είναι τα κριτήρια αυτής της ένταξης. 
 
Αυτός είναι ο λόγος, που, στις λεγόμενες "ομαλές" πολιτικές περιόδους, η εκλογική συμπεριφορά των πολυπληθών μαζών εμφανίζεται σταθεροποιημένη και οι μετακινήσεις, από το ένα κόμμα, στο άλλο, φθάνουν, μέχρι κάπου, στο 10% του εκλογικού σώματος. Έτσι, το κριτήριο του ατομικού, ή του ομαδικού συμφέροντος (ή αυτού που νομίζεται, από τους ψηφοφόρους, ως ατομικό, ή ομαδικό τους συμφέρον), στην πολιτική και εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων, προφανώς, παίζει τον ρόλο του και δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά δεν είναι το μόνο στοιχείο, που καθορίζει την πολιτική και εκλογική συμπεριφορά τους. Και τις πλείστες φορές είναι η πολιτική συμπεριφορά των ψηφοφόρων, που προσαρμόζει τα συμφέροντά τους, σε αυτήν και όχι το αντίστροφο.
 
(Προφανώς, σε όλα αυτά, υπάρχουν και εξαιρέσεις. Σε καιρούς κρίσεων, η πολιτική και εκλογική συμπεριφορά μεγάλων τμημάτων των μαζών αλλάζει, εκ βάθρων. Μεγάλα κόμματα και μεγάλες πολιτικές παρατάξεις συνθλίβονται και περιθωριακά, ή νέα κόμματα εμφανίζονται, στο προσκήνιο και κυβερνούν, αλλά αυτό δεν αλλάζει τον κανόνα, αφού και πάλι, δημιουργείται μια νέα κοινωνική και πολιτική ισορροπία, η οποία, με βάση τις, ήδη, υπάρχουσες εφεδρείες, στην ουσία, δεν αλλάζει τα πράγματα. Αυτή την διαδικασία την έχει ζήσει η γερμανική κοινωνία, με την κατάρρευση της δημοκρατίας της Βαϊμάρης, μετά την κρίση του 1929. Επίσης, την ζήσαμε και εμείς, το 2012, μετά την κρίση, στην ευρωζώνη και την ζουν σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες, όπως συμβαίνει, π.χ. με την Γαλλία και πρόσφατα, με την Ιταλία και την Γερμανία και την κατάρρευση των παραδοσιακών κομμάτων).  
 
Ως εκ τούτου, δεν είναι η οποιαδήποτε "διαφθορά" των διοικουμένων, που προσδιορίζει το περιεχόμενο και τον χαρακτήρα της ελληνικής πολιτικής διαφθοράς, η οποία νοείται, ως διαφθορά του πολιτικού κόσμου της χώρας και προσδιορίζεται, όχι, μόνο, από τα ατομικά χαρακτηριστικά και την αρπακτικότητα των μελών του κόσμου αυτού, αλλά και από την εγγενή λειτουργία του ίδιου του πολιτικού συστήματος της αστικής κοινοβουλευτικής (ή προεδρικής) δημοκρατίας.
 
Για να το πούμε απλά, στις αστικές δημοκρατίες, που είναι μαζικές και εκ των πραγμάτων, λειτουργούν συγκεντρωτικά, ακόμη και όταν χρησιμοποιούν αποσυγκεντρωτικές διαδικασίες (τοπική αυτοδιοίκηση, περιφερειακή διοίκηση κλπ), η οποιαδήποτε εκλογή απαιτεί χρήμα. Πολύ χρήμα. Και το πολύ χρήμα, συνηθέστατα, δεν το έχουν οι υποψήφιοι, για να εκλεγούν. Το έχουν οι εντόπιοι ολιγάρχες και τα θεσμικά πολιτικά κόμματα, που και αυτά, το χρήμα το βρίσκουν, όχι, μόνο, από τις εισφορές των μελών τους, αλλά από την εντόπια ελίτ. Και αυτό συμβαίνει, ακόμη και όταν δεν υπάρχει χρήμα που να είναι "μαύρο", δηλαδή προϊόν συναλλαγών κάτω από το τραπέζι.
 
Εδώ, όμως, είναι που βρίσκεται η γενεσιουργός αιτία της συστημικής πολιτικής διαφθοράς, στην Ελλάδα. Και για να μην αδικούμε την χώρα μας, εδώ, εντοπίζεται η γενεσιουργός αιτία της συστημικής πολιτικής διαφθοράς, σε όλον τον αναπτυγμένο και στον αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κόσμο, ο οποίος έχει, ως σύστημα διακυβέρνησης, το αστικοδημοκρατικό πολίτευμα. 
 
Αυτή η εξέλιξη είναι, απολύτως, φυσική, αφού οι χρηματοδότες των πολιτικών προσώπων και κομμάτων (οι οποίοι δημιουργούν ιδιαίτερες κοινοβουλευτικές ομάδες, μέσα στα κόμματα και φυσικά, στην βουλή), για να προβούν σε αυτή την χρηματοδότηση και να την συνεχίσουν, απαιτούν και την αντιπαροχή του πολιτικού προσωπικού, με το οποίο αποκτούν μια σχέση ιδιότυπης μίσθωσης, αφού αυτές οι χρηματικές παροχές, δεν εξαντλούνται, σε έναν περιορισμένο αριθμό, αλλά συνεχίζονται, όσο οι πολιτικοί και τα κόμματά τους έχουν παρουσία, στο πολιτικό γίγνεσθαι.
 
Κάπως έτσι, οι πολιτικοί και η πολιτική εργαλειοποιούνται, στην υπηρεσία της εντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας, η οποία αφού πληρώνει και μέσω των ΜΜΕ, κατευθύνει και εν πολλοίς, διαμορφώνει την "κοινή γνώμη", ποδηγετεί και τον πολιτικό κόσμο (ο οποίος λειτουργεί, έτσι, με την λογική του "εν τη παλάμη και ούτω βοήσωμεν"), παρεμβαίνοντας, καίρια, στην διάρθρωση και στην λειτουργία του πολιτικού συστήματος, στο οποίο δίνει τα συστημικά χαρακτηριστικά, τα οποία αυτό έχει. 
 
Γι' αυτό και το ίδιο το πολιτικό σύστημα είναι, εξ ορισμού, διεφθαρμένο, αφού το κύριο καθήκον του, ιδιαίτερα, μετά την ιλιγγιώδη διόγκωση, ως ενός εκτεταμένου ελιτιστικού στρώματος, της εξουσίας της σύγχρονης μπατιροτραπεζοκρατίας, είναι η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των χρηματοδοτών του πολιτικού κόσμου και όχι, φυσικά, των ψηφοφόρων, τους οποίους, υποτίθεται ότι εκπροσωπούν.
 
Πολλοί φίλοι, αλλά και ένα μεγάλο τμήμα, από την κοινωνία μας, παρακολουθούν, με τεράστια και ανείπωτη έκπληξη, την συρρίκνωση των μεγάλων μαζικών κομμάτων του παρελθόντος, που έχει επιφέρει η κρίση, στην Ελλάδα, αλλά και στην ευρωζώνη. Στην χώρα μας, όλος ο παραδοσιακός αστικός πολιτικός κόσμος συνεθλίβη και ιδιαίτερα, το παλαιό κραταίο ΠΑΣΟΚ κονιορτοποιήθηκε, ενώ και στις μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα συνετρίβη, όπως και το κόμμα των Γερμανών Σοσιαλδημοκρατών οδηγείται, σε μια αντίστοιχη κατάπτωση, την ίδια στιγμή, που και τα συντηρητικά κόμματα - τα οποία, εκ συστάσεως, είναι περισσότερο ανθεκτικά - περνούν την δική τους κρίση και έχουν και αυτά, συρρικνωθεί. 
 
Όμως, βλέποντας τα πράγματα, ψύχραιμα, αντιλαμβανόμαστε την αιτία αυτής της συστημικής αδράνειας της πολιτικής τάξης της χώρας μας και των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Οι πολιτικοί αφήνουν, τα κόμματά τους και τις παρατάξεις τους, στο έλεος της κακής τους τύχης, υπακούοντας, στην πίεση των οικονομικών ολιγαρχιών τους και ιδιαίτερα της μπατιροτραπεζοκρατίας, οι οποίες δεν επιθυμούν καμμία αλλαγή πολιτικής, η οποία αλλαγή απαιτεί και έχει, ως εκ των ουκ, άνευ, π.χ. την κρατικοποίηση του ελληνικού και του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος - και όχι μόνο -, η οποία είναι απαραίτητη και θα ήταν σωτήρια, για τα κόμματα αυτά.
 
Και όλα αυτά, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας το "μαύρο" χρήμα, το χρήμα κάτω από το τραπέζι. Αυτό το χρήμα, όμως, πρέπει να το λάβουμε, υπόψη, διότι η ενεργή πολιτική απαιτεί πολύ χρήμα. Χρήμα ολοένα και αυξανόμενο. Και αυτό το χρήμα δεν μπορεί, εκ των πραγμάτων, στην πλειοψηφία του, να είναι "καθαρό". Εξ ανάγκης, είναι και θα είναι "βρώμικο", το οποίο πρέπει να καλυφθεί και καλύπτεται, μέσα από μια αλυσίδα κατασκευών off shore εταιρειών, στα πιο απίθανα μέρη.
 
Για να αντιληφθούμε το μέγεθος της κατάπτωσης της σύγχρονης πολιτικοοικονομικής ελίτ της χώρας μας, χρήσιμο είναι να θυμηθούμε, το παρελθόν της και να το συγκρίνουμε, με το παρόν της, για να εντοπίσουμε τις μεγάλες διαφορές, αλλά και τις μεγάλες ομοιότητες, που αυτό το παρελθόν έχει, με το σήμερα και το πώς αυτό το παρελθόν αποπειράται να αναβιώσει (Πιστεύω ότι, στο τέλος, δεν θα τα καταφέρει, αλλά η αλήθεια είναι ότι, μέχρι τώρα, έχει καταφέρει αρκετά πράγματα)
 
Και για να κάνουμε τις συγκρίσεις, που είναι απαραίτητες, θα γυρίσουμε, στο "σωτήριο έτος" 1947 και στην Έκθεση του Paul A. Porter, του Αμερικανού απεσταλμένου της κυβέρνησης του προέδρου Harry Truman, ο οποίος περιέγραψε την συμπεριφορά της ελληνικής πολιτικοοικονομικής ελίτ εκείνης της εποχής, με τα πιο γλαφυρά και μελανά λόγια, που μπορούσε να επιστρατεύσει. Ας δούμε ένα μέρος, από όσα έγραφε τότε ο Paul A. Porter :
 
 
"Εδώ, δεν υφίσταται κράτος, σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα. Αντ' αυτού, υπάρχει μια χαλαρή ιεραρχία ατομιστών πολιτικών, μερικοί από τους οποίους είναι χειρότεροι από άλλους, που είναι τόσο απασχολημένοι, με τον προσωπικό τους αγώνα, για εξουσία, ώστε δεν έχουν τον χρόνο να αναπτύξουν οικονομική πολιτική, ακόμη κι αν υποθέσουμε ότι είχαν την ικανότητα.
 
Υπάρχει μεγάλη ανομοιομορφία, στο βιοτικό επίπεδο και στα εισοδήματα, ανά την Ελλάδα. Οι κερδίζοντες, δηλαδή οι βιομήχανοι, οι έμποροι, οι κερδο­σκόποι και οι μαυραγορίτες, διάγουν εν πλούτω και χλιδή, το πρόβλημα, δε, αυτό ουδεμία κυβέρνηση το αντιμετώπισε, αποτελεσματικά. Εν τω μεταξύ, οι λαϊκές μάζες περνούν μιαν αθλία ζωή. Οι κερδίζοντες είναι, σχετικώς, ολίγοι στον αριθμό και ο συνολικός πλούτος τους, περιερχόμενος στο σύνολο του πληθυσμού θα επέφερε ελάχιστη βελτίωση των γενικών συνθηκών διαβιώσεως. Αλλά ο πολυτελής τρόπος ζωής τους, εν μέσω της φτώχειας, συντείνει στο να εξοργίζει τις μάζες και να υπογραμμίζει την δυστυχία των πτωχών.
 
Η δημόσια διοίκηση είναι, υπερβολικά, εκτεταμένη. Οι χαμηλοί μισθοί προσαυξάνονται, βάσει ενός, εντελώς, συγκεχυμένου συστήματος επιδομάτων, χάριν των οποίων μερικοί δημόσιοι υπάλληλοι κερδίζουν, μέχρι και τέσσερις φορές περισσότερο, από τον βασικό μισθό τους.
 
Υπάρχει, στην χώρα, σημαντικό ποσοστό συγκαλυμμένης ανεργί­ας, δεδομένου ότι τα 20% του πληθυσμού χρησιμοποιείται από το κράτος, ή εξαρτάται, από αυτό. Τα χαμηλότατα επίπεδα ζωής των δημοσίων υπαλ­λήλων, των συνταξιούχων και των άλλων μισθοβιώτων αποτελούν ένα σημαντικό παράγοντα, ο οποίος συμβάλλει, στην πολιτική και κοινωνική ένταση, που χαρακτηρίζει, σήμερα, την Ελλάδα.
 
Ουδέν μέτρο ελήφθη, από της απελευθερώσεως για να δοθεί χρήσιμη εργασία σε αυτούς, που μπορούν να εργασθούν, από το ευρύ αυτό στρώμα του πληθυσμού.
 
... Δύο και ήμισυ έτη, μετά την απελευθέρωση, η Ελλάδα ευρίσκεται, σε μί­α κατάσταση νεκρώσεως, παρά την ουσιαστική εξωτερική βοήθεια και την αρμόδια εξωτερικήν καθοδήγηση. Σε ολόκληρη την χώρα, από άκρου εις άκρον, κυριαρχεί μία γκρίζα ανυπεράσπιστη, βαθιά έλλειψη πίστης για το μέλλον - μία έλλειψη πίστης, που οδηγεί σε πλήρη απραξία, προς το παρόν. Οι άνθρωποι έχουν παραλύσει, από την αβεβαιότητα και τον φόβο, οι επιχειρηματίες δεν επενδύουν, οι καταστηματάρχες δεν αποθηκεύουν προμήθειες.
 
... Σημαντικά ποσά ξένου συναλλάγματος εσπαταλήθησαν, κατά το πα­ρελθόν έτος [1946], σε εισαγωγές ειδών πολυτελείας, σε πώληση χρυσών λιρών, από το κράτος και σε πράξεις, επί του νομίσματος, στην μαύρη αγορά.
 
Απ' ό, τι μπόρεσα να διαπιστώσω, η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει καμιάν άλλη πολι­τική πρακτική, από το να εκλιπαρεί, για ξένη βοήθεια, ώστε να διατηρηθεί, στην εξουσία, απαριθμώντας, θορυβωδώς, τις θυσίες της Ελλάδος... [.......] στόχος της είναι να χρησιμοποιήσει την ξένη βοήθεια, ως μέσο για την διαιώνιση των προνομιών μίας μικρής κλίκας εμπόρων και τραπεζιτών, οι οποίοι αποτελούν την αόρατη εξουσία, στην Ελλάδα.
 
Η κλίκα αυτή είναι αποφασισμένη να υπερασπίσει, με κάθε μέσο, τα οι­κονομικά της συμφέροντα και δεν ενδιαφέρεται, καθόλου, για το τί μπορεί να στοιχίσει αυτό, στην οικονομία της χώρας. Τα μέλη αυτής της κλίκας επιθυ­μούν να διατηρήσουν άθικτο ένα φορολογικό σύστημα, που τους ευνοεί, με, αληθινά, σκανδαλώδη τρόπο. Αντιτίθενται, στον έλεγχο συναλλάγματος, γιατί αυτό θα τους εμποδίσει να εξάγουν τα κέρδη τους, στις τράπεζες του Καΐρου και της Αργεντινής. Δεν διανοήθηκαν, ποτέ, να επενδύσουν τα κέρδη τους, στην δική τους χώρα, για να βοηθήσουν, στην αναστήλωση της εθνικής οικονομίας.
 
Τα συμφέροντα των εφοπλιστών προστατεύονται, επίσης, με σκανδαλώδη τρόπο. Η ελληνική εμπορική ναυτιλία ανθεί, στην εποχή μας και οι εφοπλιστές κερδίζουν τεράστια ποσά, αλλά το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος δεν αποκομίζει κανένα όφελος, από αυτό. Οι μισθοί των ναυτικών γυρίζουν στην Ελλάδα, αλλά οι εφοπλιστές ασφαλίζουν το μεγαλύτερο μέρος των κερδών τους, στις ξένες χώρες.
 
Κάθε επιχείρηση θα έπρεπε να πληρώνει μια σημαντική εισφορά, στο κρά­τος, κάτω από την προστασία του οποίου λειτουργεί. Αυτό ισχύει, κατά κύριο λόγο, για την περίπτωση των εφοπλιστών, που τα μεγαλύτερα κέρδη τους προέρχονται από τα Λίμπερτυ, τα οποία τους παραχώρησε η αμερικανική Ναυτική Αποστολή, με την εγγύηση του ελληνικού κράτους.
 
Η ομάδα πίεσης της καλής κοινωνίας - οι κομψοί κοσμοπολίτες, που έχουν την έδρα τους, στις Κάννες, στο Σαιν Μόριτς και στην αθηναϊκή πλατεία Κολωνακίου - θα ενεργοποιηθεί. Οι περισσότεροι, απ' αυτούς, είναι άνθρωποι πολύ γοητευτικοί, που μιλάνε, πολύ καλά, τα αγγλικά. Είναι πάντοτε πρόθυμοι, όταν πρόκειται να εξυπηρετήσουν την αμερικανική αποστολή, για τα δικά τους συμφέροντα. Θυμάμαι, ακόμη, ένα, από τα πιο επίσημα γεύματα, ενός από τους σημαντι­κότερους τραπεζίτες, που με είχε καλέσει στην βίλα του, των Αθηνών. Είχε τρεις σερβιτόρους, με λιβρέα, μια ποικιλία, από τα πιο φίνα κρασιά και φαγητά διάφορα, περίφημα γαρνιρισμένα. Κατά την διάρκεια του γεύματος, ένας από τους αντιπροσώπους της κλίκας, που ανέφερα, άρχισε να εξυμνεί τις ομορφιές της ζωής, κοντά στην θάλασσα, καθώς και τις χαρές των αριστοκρατικών σπορ.
 
Η αντίθεση, ανάμεσα στο γεύμα αυτό και στα παιδιά που πεθαίνουν από την πείνα, στους δρόμους της Αθήνας, είναι, πραγματικά, τρομερή"...
 
 
 
 
Οι ομοιότητες, στην συμπεριφορά της ελληνικής οικονομικής ελίτ, αλλά και των πολιτικών εκπροσώπων της, ανάμεσα στο τότε και στο σήμερα, είναι αξιοσημείωτες. Όπως αξιοσημείωτες είναι και οι διαφορές της κοινωνικής πραγματικότητας, που διαμορφώθηκε όλα αυτά τα χρόνια, τις περισσότερες φορές, παρά τις επιθυμίες αυτής της ελίτ, η οποία, αν και αποδέχτηκε αρκετές σημαντικές και μνημειώδεις κοινωνικές εξελίξεις, που δεν μπόρεσε να ελέγξει, παρέμεινε το ίδιο αρπακτική, όπως και τότε.
 
Από όλα όσα επισημαίνει ο Paul A. Porter, θα αναφερθώ, στην διηνεκή άρνηση της εντόπιας ελίτ, στους ελέγχους, για την εξαγωγή συναλλάγματος, η οποία, τελικά, επιβλήθηκε, για πολλές δεκαετίες, κάτω από την αμερικανική καθοδήγηση. Έχει την σημασία της αυτή η αναφορά και φυσικά, σχετίζεται, με την είσοδο της Ελλάδας, το 2002, στην ευρωζώνη, δια της οποίας, η εντόπια οικονομική ελίτ επέτυχε την άρση κάθε ελέγχου, στην εξαγωγή του συναλλάγματος, με αποτέλεσμα, μέχρι το 2010, να βγει, έξω από την χώρα, ένα μυθώδες ποσόν, που ισοδυναμεί, με τρία ελληνικά ΑΕΠ, εκείνης της εποχής και το οποίο ποσόν πρέπει να ισούται, με, τουλάχιστον, 500 δισ. €.
 
Αυτός ήταν και ο λόγος, για τον οποίο η κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη τα έδωσε όλα, για να καταργήσει το εθνικό νόμισμα της χώρας και να την βάλει στην ευρωζώνη, ενώ, όπως του επισήμανε, τον Ιούλιο του 2003, και ο μακαρίτης, πλέον, Γεράσιμος Αρσένης, γνώριζε πολύ καλά, τις επιπτώσεις, που θα είχε η πράξη του αυτή, σε βάρος των (ονομαζόμενων ως) μη προνομιούχων Ελλήνων - και της ελληνικής οικονομίας, προσθέτω εγώ.
 
Και για τον λόγο αυτόν, η ελληνική οικονομική ελίτ, με πρώτη και "καλύτερη", την ελληνική μπατιροτραπεζοκρατία, στήριξε, αναφανδόν και με φανατισμό τον κ. καθηγητή και την ανερμάτιστη, λειτουργικά αμόρφωτη και αδηφάγα ομάδα του, σε αυτό το καταστροφικό έργο, τα αποτελέσματα του οποίου τα ζούμε, εδώ και εννέα χρόνια και θα εξακολουθήσουμε να τα ζούμε, επί μακρόν και για όσο η χώρα δεν αλλάζει πορεία.  
 
Αλλά τα οικονομικά και τα κοινωνικά (όπως και τα ηθικά) αδιέξοδα αυτής της πολιτικής είχαν, εγκαίρως, επισημανθεί, έστω και ακροθιγώς. Η εντόπια οικονομική ελίτ και μαζύ με αυτήν, η θεραπαινίδα της, ο πολιτικός κόσμος της χώρας, με πρώτη και χειρότερη την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, που εξυπηρέτησε και υλοποίησε την διακαή επιθυμία της εντόπιας ολιγαρχίας, για την απελευθέρωση της εξαγωγής του συναλλάγματος, με όργανο το ευρώ, επέτυχε τον στόχο της, αδιαφορώντας, για τις ολέθριες επιπτώσεις, που θα είχε αυτή η πράξη της νομιμοποίησης της διαφθοράς και του ξεπλύματος του μαύρου χρήματος, μέσα από αυτή την απελευθερωμένη φυγή του χρήματος, στην ελληνική οικονομία. 
 
Ας δούμε τμήματα μιας πολύ σημαντικής επιστολής, της 31/7/2003, του Γεράσιμου Αρσένη, προς τον, τότε, πρωθυπουργό Κώστα Σημίτη, την οποία την έφαγε το μαύρο σκοτάδι και δημοσιεύτηκε, εσχάτως, όπου, ανάμεσα, στα πολλά άλλα, του επισημαίνει το πολύ φυσικό γεγονός, που προέκυπτε από την πολιτική του και το οποίο συνίστατο στο ότι ο ίδιος ο Κώστας Σημίτης είχε ανοίξει τον δρόμο, για την κρίση, που θα πληρώσουν οι μη προνομιούχοι και ότι είχε δημιουργήσει ένα κλειστό κύκλωμα με άτομα που τα ενδιέφεραν, μόνο τα προνόμια και τα αυξανόμενα εισοδήματα :   
 
 
"Αγαπητέ Κώστα,   
 
Αισθάνομαι την ανάγκη να επικοινωνήσω σήμερα μαζί σου γιατί διακατέχομαι από βαθιά ανησυχία για το μέλλον του ΠΑΣΟΚ και του τόπου. Θεωρώ ευθύνη μου να σε καταστήσω κοινωνό των δικών μου προβληματισμών και θέσεων εν όψει της επερχόμενης εκλογικής αναμέτρησης…
 
… Σήμερα ο πολίτης διερωτάται: Ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο; Ποιο είναι το σύστημα διακυβέρνησής μας; Είναι ενός ανδρός αρχή; Είναι η εξωθεσμική παρέα του πρωϊνού καφέ; Είναι οι γνωστοί διαπλεκόμενοι-προνομιούχοι συνδαιτυμόνες του Δημοσίου και μεγιστάνες των ΜΜΕ ή είναι λίγο και από τα τρία; … Έπρεπε πρώτα να δημιουργηθεί σάλος στον Τύπο για τη διαφθορά για να συνειδητοποιήσουμε ότι, ακόμα και με ραγδαία και παρ’ άξία ανέλιξη, επαγγελματίες της προσκόλλησης στα κυκλώματα της εξουσίας συνηθίζουν να υποκύπτουν στα διαβρωτικά θέλγητρα της εξουσίας; Έπρεπε πρώτα να διασυρθεί το πολιτικό σύστημα – και ιδιαίτερα το ΠΑΣΟΚ- για να αποδεχθούμε ότι υπάρχουν διαφθορά και διαπλοκή που αλλοιώνουν επικίνδυνα τον χαρακτήρα της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος και ότι πρέπει επιτέλους να κάνουμε κάτι για αυτά τα νοσηρά φαινόμενα…
 
Οι μεθοδεύσεις στο Χρηματιστήριο οδήγησαν στην πιο δραματική και βίαιη αναδιανομή του πλούτου που γνώρισε ο τόπος στην πρόσφατη ιστορία. Οι ζημίες εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών αντιστοιχούν σε τεράστια κέρδη ολίγων επιτήδειων κερδοσκόπων ή προσώπων με διασυνδέσεις και εσωτερική πληροφόρηση. Πέρα από τις οικονομικές και πολιτικές επιπτώσεις η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει κι ένα μείζον θέμα ηθικής τάξης. Κι όμως, το θέμα αυτό δεν έχει συζητηθεί ώστε να εντοπιστούν οι ευθύνες των αρμοδίων οργάνων, που είναι, πιστεύω εξόφθαλμες.   
 
Η στάση του ΠΑΣΟΚ απέναντι στα προβλήματα της διαφθοράς και της διαπλοκής δεν συζητήθηκε ποτέ, όπως δεν συζητήθηκε η πρόταση για σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για το Χρηματιστήριο. Στους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ όμως ζητήθηκε, χωρίς πάλι να προηγηθεί συζήτηση, να δημοσιοποιήσουν τις χρηματιστηριακές τους πράξεις, ωσάν αυτές να ήταν η λυδία λίθος του προβλήματος....
 
Κανένα από τα προβλήματα που μας πιέζουν σήμερα δεν προέκυψε αιφνίδια. Τα προβλήματα είχαν έγκαιρα εντοπισθεί και προτάσεις για την αντιμετώπισή τους είχαν κατατεθεί. Δυστυχώς επέλεξες να αγνοήσεις τις προειδοποιήσεις και τις προτάσεις και αντιμετώπισες απαξιωτικά πολλούς συντρόφους που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου, απονέμοντάς τους την ταμπέλα της ‘εσωκομματικής αντιπολίτευσης’. Σου θυμίζω όμως τι έλεγες το 1994: «Επικίνδυνοι δεν είναι εκείνοι που έχουν άποψη, αλλά εκείνοι που έχουν γνώμη ή ενοχλούνται που οι άλλοι έχουν γνώμη». 
 
Θεωρώ ότι έχεις αυξημένη ευθύνη αυτή τη φορά να ακούσεις προσεκτικά τις απόψεις όλων όσους έχεις επίμονα αποφύγει όλα αυτά τα χρόνια. Δεν έχουμε περιθώρια για άλλα λάθη. Θα ήταν θανάσιμο λάθος να προσπαθήσουμε να καλύψουμε το πολιτικό κενό που εμείς οι ίδιοι άλλωστε, δημιουργήσαμε με προεκλογικές παροχές, προσλήψεις και εξαγγελίες μακροπρόθεσμων στόχων. Χρειάζεται να αποδεχθούμε την πραγματικότητα. Χρειάζονται αυτοκριτική και αυστηρή απόδοση ευθυνών. Χρειάζονται τολμηρές ανατροπές. Πάνω από όλα χρειάζεται να συνειδητοποιήσουμε γιατί φτάσαμε εδώ. 
 
Πιστεύω ότι η ρίζα του κακού είναι ότι όχι μόνον δεν υλοποιήθηκε η επαγγελία του εκδημοκρατισμού και του εκσυγχρονισμού της χώρας και του κόμματος, αλλά αντίθετα εδραιώθηκαν, με δική σου ανοχή, ο αυταρχισμός και ένα αναχρονιστικό πελατειακό σύστημα. Σου υπενθυμίζω ότι η εκλογή σου ως πρωθυπουργού τον Ιανουάριο του 1996 στηρίχθηκε σε ένα μεγάλο βαθμό στην επαγγελία της θεσμικής λειτουργίας του κόμματος και της κυβέρνησης. Δεν αναδείχθηκες πρωθυπουργός ούτε για να αποφασίζεις μόνος, ούτε για να εγκαταστήσεις ένα κλειστό κύκλωμα, τη δική σου ομάδα, στη δομή της κομματικής και κρατικής εξουσίας. Κι όμως, είναι ακριβώς αυτά που έγιναν. Κι αν τουλάχιστον η ομάδα αυτή ήταν η αιχμή του δόρατος για τον επαγγελλόμενο εκσυγχρονισμό, θα μπορούσε κάποιος να κατονομάσει –αλλά όχι και να επιδοκιμάσει- την πολιτική σκοπιμότητα του εγχειρήματος. 
 
Αλλά δεν επρόκειτο περί αυτού. Πρέπει ήδη κι εσύ ο ίδιος να έχεις συνειδητοποιήσει ότι πολλά από τα άτομα της ομάδας που σε στήριξαν στο Συνέδριο του ’96, κι εξακολουθούν να σε στηρίζουν σήμερα, δεν διακρίνονται για τον εκσυγχρονιστικό τους ζήλο. Είχαν, άλλωστε, με μεγάλη άνεση υπηρετήσει άλλους παλαιότερα κάτω από άλλες ιδεολογικές παντιέρες. Είναι τα μόνιμα και κρατικοδίαιτα στοιχεία σε κάθε κομματικό μηχανισμό που ανταλλάσσουν πρόθυμα ιδέες για εξουσία και στηρίζουν την κάθε ηγεσία, αρκεί να διατηρούν το προνομιακό κοινωνικό και εισοδηματικό status. 
 
Κι εδώ είναι η νέμεσις: στηρίχθηκες σε ομάδα κομματικής και κρατικής εξουσίας που στο σύνολό της – αλλά και με λαμπρές εξαιρέσεις - υπέσκαψε κάθε προσπάθεια γνήσιου εκσυγχρονισμού. Είμαι βέβαιος ότι θα θυμάσαι πόσες φορές είχαμε μαζί σχολιάσει το γεγονός ότι ήταν οι λεγόμενοι ‘εκσυγχρονιστές’ συνδικαλιστές (πρώην και εν ενεργεία) που υπονόμευσαν την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Τα προβλήματα που προέκυψαν και τελικά εξέθεσαν εσένα προσωπικά θα μπορούσαν να είχαν επιλυθεί ικανοποιητικά, αν είχες δώσει τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ουσιαστικά οι δημοκρατικοί θεσμοί του κόμματος ώστε να συμμετέχουν όλοι στη διαμόρφωση της πολιτικής αλλά και στην αξιολόγηση της δράσης του καθενός. Παρακμιακά φαινόμενα ομαδοποίησης, ιδιοποιήσης εξουσίας, αλαζονείας και διαφθοράς δεν αντιμετωπίζονται με φετφάδες και φαρισαϊσμούς, αλλά λύνονται με όρους πολιτικούς μέσα στους δημοκρατικούς θεσμούς. Δυστυχώς, έλειψε ο σεβασμός στις δημοκρατικές διαδικασίες και στις αρχές της κομματικής συλλογικότητας. Απογοήτευσες τον πολίτη που περίμενε από εσένα μια άλλη ευαισθησία σε θέματα δημοκρατικής λειτουργίας.
 
Διερωτώμαι: έπρεπε ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας να φτάσει σε τέτοια απαξίωση, να ζει με τον εφιάλτη της ακρίβειας και της ανεργίας, για να συνειδητοποιήσουμε ότι το ΠΑΣΟΚ της νέας εποχής θέλει δικαιοσύνη και οικονομική ανάπτυξη;
 
Στο εσωτερικό μέτωπο η κατάσταση είναι ιδιαίτερα ανησυχητική Ο λαός περιμένει από εμάς: α) πιο δίκαιη κατανομή του εθνικού πλούτου και εισοδήματος, β) βελτίωση της ποιότητας των δημοσίων αγαθών (υγεία, παιδεία, περιβάλλον), γ) σύγχρονο και αδιάφθορο κράτος στην υπηρεσία του πολίτη, δ) εξασφάλιση και σιγουριά εργασίας. 
 
Η πρόσφατη αύξηση του ΑΕΠ κατά 4% περίπου ετησίως κακώς χαρακτηρίζεται από τους κρατικούς επικοινωνιολόγους ως ανάπτυξη. Τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αύξησης του ΑΕΠ καταδεικνύουν τον ασυμμετρικό και συνεπώς τον μη αναπτυξιακό και μη αυτοτροφοδοτούμενο χαρακτήρα της. Η εισοδηματική αύξηση οφείλεται κυρίως στις κατασκευές και στα έργα υποδομής που αυξάνονται με ρυθμούς 10% ετησίως. Η βιομηχανική παραγωγή αυξάνεται μόνον κατά 1% ετησίως, ενώ η αγροτική παραγωγή μειώνεται. Η αύξηση του εισοδήματος και η επακόλουθη ζήτηση για εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες έχουν δημιουργήσει ένα επικίνδυνο παραγωγικό έλλειμμα που πρόσκαιρα καλύπτεται από εισροή πόρων από το Γ΄ΚΠΣ και την ΚΑΠ. Αλλά αυτή η ενίσχυση δεν θα συνεχίζεται επ’ άπειρον, στον ίδιο τουλάχιστον βαθμό. 
 
Το ερώτημα, λοιπόν, τίθεται: Ποια θα είναι η λοκομοτίβα της ανόδου του εισοδήματος στην μετακατασκευαστική εποχή, όταν δηλαδή θα έχουν ολοκληρωθεί τα (πανάκριβα) Ολυμπιακά έργα και τα έργα υποδομής του Γ’ ΚΠΣ; Η ποιοτική σύνθεση των επενδύσεων δείχνει σαφώς ότι δεν έχουμε προετοιμάσει κανέναν κλάδο της οικονομίας για να παίξει αυτόν τον ρόλο. Το 65% του συνόλου των επενδύσεων αφορά στις κατασκευές. Μόνο το 33% κατευθύνεται στον εξοπλισμό, όπου όμως μόνο το 5% διατίθεται για νέες δραστηριότητες και νέα προϊόντα, ενώ το υπόλοιπο καλύπτει ανάγκες αντικατάστασης παλαιού μηχανολογικού εξοπλισμού ή επέκτασης δραστηριοτήτων που ήδη υπάρχουν. Δεδομένου ότι απαιτούνται τρία ή τέσσερα έτη για να τεθεί σε λειτουργία μια νέα επιχείρηση ή να γίνουν οι απαραίτητες αναδιαρθρώσεις, είναι σαφές ότι μετά το 2005, όταν θα σημειωθεί πτώση των εργασιών στον κατασκευαστικό τομέα, θα υπάρξει πρόβλημα. Για αυτό και η ύφεση μετά το 2005 είναι αναπόφευκτη.
 
Μια περαιτέρω δυσκολία στην προοπτική να μετριαστεί τουλάχιστον η ύφεση, ανάγεται στη χρηματοδότηση των επενδύσεων. Κύρια πηγή χρηματοδότησης ήταν οι αποταμιεύσεις του ιδιωτικού τομέα, οι οποίες στο παρελθόν ήταν 18% του ΑΕΠ. Ο Έλληνας καταναλωτής έχει κρατήσει την κατανάλωση στα ιστορικά επίπεδα, αλλά οι αποταμιεύσεις έχουν καταρρεύσει στο 5% του ΑΕΠ. Ο δημόσιος τομέας, στην καλύτερη περίπτωση, δεν θα μπορέσει να προσφέρει πάνω από 3%. Για να στηρίξουμε ένα ελάχιστο πρόγραμμα επενδυτικής δραστηριότητας σε ένα επίπεδο 15% του ΑΕΠ (καθαρές επενδύσεις), δηλαδή στα ιστορικά επίπεδα, θα χρειαστούμε εξωτερικούς πόρους (δανεισμός, ξένες επενδύσεις και εισροές από την Ευρωπαϊκή Ένωση) της τάξης του 7% του ΑΕΠ, δηλαδή περίπου δύο φορές το μέγεθος του Γ’ ΚΠΣ, πράγμα αδύνατον. Για αυτά τα θέματα έχω μιλήσει και στο παρελθόν και είχα κάνει έκκληση σε εσένα να τολμήσεις να προχωρήσεις στις τομές που ήταν αναγκαίες για να δώσουμε στην παράταξή μας και στον τόπο μια θετική προοπτική. Είναι μάταιο να επαναλάβω αυτή την έκκληση για μια ακόμη φορά. Είναι ήδη αργά. Ειλικρινά πιστεύω ότι δεν μπορείς να ανατρέψεις την πορεία προς την ήττα. 
 
Εδώ που έφτασαν τα πράγματα, η προσφορά σου στην αντιμετώπιση της κρίσης θα είναι να δεχτείς να αφήσεις το ανοιχτές τις διαδικασίες μέσα στο κόμμα και κυρίως στην Κοινοβουλευτική Ομάδα για να αξιολογήσει όλες τις πτυχές της κρίσης και να δώσει την πρέπουσα λύση. Αν δεν τολμήσουμε τώρα να προχωρήσουμε στην “αυτοκάθαρση” μας φοβάμαι ότι αυτό θα το κάνει το εκλογικό σώμα στις επόμενες εκλογές. Και μια τέτοια έκβαση θα είναι άδικη για την παράταξη μας και οδυνηρή για τον τόπο. Πιστεύω ότι εκφράζω τον διακαή πόθο πολλών ότι έχουμε ευθύνη να δράσουμε τώρα".
 
 
 
Η απάντηση του Κώστα Σημίτη ήταν ολιγόλογη και πετούσε την μπάλα, στην εξέδρα, επισημαίνοντας, ότι η επιστολή αυτή εστάλη, για να χρησιμοποιηθεί, μετά τις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές. Η επισήμανση του, τότε, πρωθυπουργού, ήταν προφανώς, ορθή, διότι είναι σαφές ότι ο Γεράσιμος Αρσένης, ως ενεργός πολιτικός, προσέβλεπε, στο να δώσει το παρών, στο μετεκλογικό μέλλον του ΠΑΣΟΚ, αφού ήταν, επίσης, σαφές ότι οι εκλογές, που πλησίαζαν, ήσαν χαμένες, για το κυβερνητικό κόμμα εκείνης της εποχής, με, ή χωρίς τον Κώστα Σημίτη, στην ηγεσία του.
 
Αλλά, πέραν αυτής της ορθής επισήμανσης, ο Κώστας Σημίτης, απέφυγε, μεν, να μπει στην ουσία της επιχειρηματολογίας του Γεράσιμου Αρσένη, αλλά τόνισε ότι δικές του θέσεις (και όχι αυτές του εσωκομματικού του αντιπάλου) έχουν, δημόσια, εκφρασθεί και έχουν δύο φορές επιδοκιμασθεί από το εκλογικό σώμα, λες και αυτό ήταν το πρόβλημα. Ας δούμε, για καθαρά, ιστορικούς λόγους και το αλαζονικό περιεχόμενο της, από 5/8/2003, ολιγόλογης απάντησης του Κώστα Σημίτη :
 
 
''Αγαπητέ Μάκη
 
Έλαβα το γράμμα σου με ημερομηνία 31-7-2003. Το γράμμα αυτό είναι ένα γράμμα θέσεων, με σκοπό τη μεταγενεστερή του χρήση. Οι δικές μου θέσεις έχουν επανειλημμένα εκφραστεί και, πράγμα που φαίνεται να λησμονείς, έχουν επικροτηθεί δύο φορές, από τον ελληνικό λαό και δύο φορές από συνέδρια του ΠΑΣΟΚ. Γι’ αυτό και είναι περιττό να τις επαναλάβω.
 
Όσον αφορά το κεντρικό σημείο σου, ότι θα πρέπει η Κοινοβουλευτική Ομάδα να κάνει επιλογές ελεύθερα, πέρα από τη διαπίστωση ότι η Κοινοβουλευτική Ομάδα έκανε μέχρι σήμερα πάντα ελεύθερα τις επιλογές της, σε διαβεβαιώ ότι θα έχεις την ευκαιρία να διαπιστώσεις ότι αυτό θα συνεχισθεί και στο μέλλον και σε θέματα σημαντικά.
 
Με φιλικούς χαιρετισμούς".
 
Κ. Σημίτης.
 
 
 
Άλλα λόγια, να αγαπιόμαστε...
 
Όλη αυτή η εκτεταμένη αναφορά, στο μακρινό παρελθόν της εποχής του Paul A. Porter και στο πρόσφατο παρελθόν της εποχής του Κώστα Σημίτη, το οποίο πρόσφατο παρελθόν, ουσιαστικά ταυτίζεται, με το παρόν μας και το επικαθορίζει και αυτό και το μέλλον μας, γίνεται, για να καταδειχθεί το αίσχος της νομιμοποιημένης διαφθοράς, έτσι όπως αυτή εκφράστηκε, με την νομιμοποίηση της εξαγωγής συναλλάγματος και το φαινόμενο της ουσιαστικής αποεπένδυσης, που διογκώθηκε, στην ελληνική οικονομία, ως μία εξέλιξη η οποία ήταν αναμενόμενη, δίκην φυσικού φαινομένου. (Αυτή ήταν, ανάμεσα στα άλλα, η "μεγάλη προσφορά" του Κώστα Σημίτη, του Νίκου Θέμελη, του Γιάννου Παπαντωνίου, του Θεόδωρου Τσουκάτου και της "εκσυγχρονιστικής" παρέας τους, η οποία αυτό που έκανε, ήταν, απλούστατα - όταν, μάλιστα, κάποιοι από αυτούς τα έπαιρναν, κάτω από το τραπέζι -, το να εκσυγχρονίσει και να νομιμοποιήσει την διαφθορά της οικονομικής ελίτ και την συστημική διαφθορά του πολιτικού κόσμου της χώρας).
 
Ως εκ τούτου, η πολιτική διαφθορά, η οποία σχετίζεται, με την νομιμοποίηση ενεργειών, τις οποίες επιθυμεί και επιδιώκει η εντόπια οικονομική ελίτ, γνωρίζοντας την καταστροφή, που θα φέρει, στην εγχώρια οικονομία και στην κοινωνία της χώρας και αδιαφορώντας, για την έλευση αυτής της καταστροφής, δεν μπορεί να αγνοηθεί τόσο εύκολα. Ούτε και να αποδοθεί και να εξατομικευθεί, στους πολίτες.
 
Έτσι, είναι απαραίτητο και πρέπει να επισημαίνεται, πάντοτε, διότι η διαφθορά δεν είναι μόνο το "μαύρο χρήμα", οι συναλλαγές κάτω από το τραπέζι και οι χρηματισμοί των πολιτικών αξιωματούχων. Διαφθορά είναι και η νομιμοποίηση των παράνομων πράξεων, που οδηγούν στην καταστροφή, για χάρη μιας συγκεκριμένης ομάδας ανθρώπων - εδώ της εντόπιας οικονομικής ολιγαρχίας, με πρώτη και χειρότερη την γραφειοκρατία της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας.  
 
Όταν αυτή η σκληρή πραγματικότητα κατανοηθεί, από το ευρύ κοινό, που ασχολείται, με τα πολιτικά πράγματα της χώρας μας, αλλά και με την διεθνή πολιτική, θα σταθεί δυνατό να βγουν και τα κατάλληλα συμπεράσματα, για την κατάσταση, που επικρατεί και τα προβλήματα, που έχει να αντιμετωπίσει η κοινωνία μας και ο κάθε συγκεκριμένος άνθρωπος, σε σχέση με την πολιτική διαφθορά, την οποία τα παπαγαλάκια της εντόπιας ελίτ, προσπαθούν να διαχύσουν, στην κοινωνία και να την εξατομικεύσουν, σε κάθε πολίτη, προκειμένου να απαλλάξουν την ελίτ αυτή, από την διεφθαρμένη της ύπαρξη και τις καταστροφικές της επιλογές, οι οποίες και αυτές είναι ένα προϊόν μιας διαφθοράς, η οποία εμφανίζεται, ως νομιμοποιημένη, ακριβώς, επειδή έχει τα όπλα - το χρήμα - και τα κατάλληλα εργαλεία - το πολιτικό σύστημα και τους πολιτικούς υπηρέτες της -, για να την νομιμοποιήσει.