(Η πολιτική κατάπτωση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και η υποταγή της στην εντόπια τραπεζιτική γραφειοκρατία και την ευρωζώνη, με αντίδωρο την κυβερνητική εξουσία, μέσα από μια συνέντευξη του Eric Toussaint).

 


 

 
 
 
 
 
 
Ενώ, μετά την τρικυμιώδη παραίτηση του υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, την έγκριση του ελληνικού προϋπολογισμού, με βασικό σενάριο τις, άκρως, προβληματικές περικοπές των συντάξεων και την θυελλώδη έναρξη της διαδικασίας έγκρισης της Συμφωνίας των Πρεσπών, από την βουλή της Σλαβομακεδονίας, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, οδηγείται, σε ένα τέρμα, το οποίο καθίσταται, πλέον, εμφανές (τουλάχιστον, με την παρούσα μορφή και σύνθεσή της), είναι χρήσιμο να αναλογισθούμε το πώς και κυρίως, το γιατί φθάσαμε  στα τωρινά χάλια, τα οποία μέλλεται να συνεχιστούν, σε ένα βαθύ και απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, ακόμη και όταν η παρούσα κυβέρνηση των "ριζοσπαστών" της αριστεράς (και της δεξιάς) θα είναι ένα μακρινό - και φυσικά κακό - γεγονός της ελληνικής πολιτικής ιστορίας.
 
Η ραγδαία, εσχάτως, πολιτική  αλλά και ηθική (έτσι όπως αυτή αποκαλύφθηκε, από την διοχέτευση των μυστικών κονδυλίων του ΥΠΕΞ, από τον Νίκο Κοτζιά, - και με χρήματα, που το υπουργείο Εξωτερικών πήρε από τον George Soros, όπως κατήγγειλε ο υπουργός Άμυνας, κατά την διάρκεια της συνεδρίασης του υπουργικού συμβουλίου -, σε σλαβομακεδονικά και αλβανικά ΜΜΕ και από τις κατηγορίες του Πάνου Καμμένου ότι ο πρώην σταλινικός επί κεφαλής της ελληνικής διπλωματίας χρησιμοποίησε και εις βάρος του, τα κονδύλια αυτά) κατάπτωση της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήλθε τυχαία.
 
Αυτή η κατάπτωση είναι το φυσιολογικό αποτέλεσμα της εμμονικής προσκόλλησης της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ και του στελεχικού δυναμικού, που έμεινε, στο κόμμα αυτό, μετά την διάσπαση του Ιουλίου του 2015  στην κυβερνητική εξουσία και την, όπως-όπως, ενσωμάτωση όλων τους, στον κρατικό μηχανισμό. Αυτή είναι η καθορισμένη τύχη κάθε εξουσιαστικού κόμματος και φυσικά, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση, στον κανόνα αυτόν.
 
Αλλά δεν χρειάζεται να γενικολογήσουμε, ή, απλώς, να ανατρέξουμε, στις κλασικές και επιβεβαιωμένες ιδέες του Μιχαήλ Μπακούνιν, για να στοιχειοθετήσουμε την καταπτωτική ιστορική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και την συμπεριφορά της ηγετικής ομάδας του και του στελεχικού του δυναμικού. Υπάρχουν και πολλά άλλα ιστορικά παραδείγματα, όπου συστημικά εξουσιαστικά κόμματα-ναυαρχίδες των ελίτ διάφορων χωρών, αλλά και ριζοσπαστικά εξουσιαστικά κόμματα, παρά την ένταξή τους, στο ιεραρχικό σύστημα αξιών του καπιταλιστικού κόσμου, κατάφεραν να εφαρμόσουν το πολιτικό πρόγραμμα, με το οποίο ανέλαβαν την εξουσία και να λύσουν τα προβλήματα, που κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν. 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει, στην χορεία αυτών των κομμάτων. Εντάχθηκε, μεν, πλήρως, στο καπιταλιστικό σύστημα της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, στο οποίο, βέβαια, πάντοτε, ανήκε, έστω και κατά μη ολοκληρωμένο τρόπο, λόγω της ριζοσπαστικοφανούς πολιτικοϊδεολογικής ρητορείας των στελεχών του, που ενδυναμώθηκε, μετά την διάσπαση του Ιουνίου του 2010 και ως κυβέρνηση, παρουσίασε όλα - ή σχεδόν όλα - τα εγγενή και δυσάρεστα φαινόμενα, που παρουσιάζουν όλα τα εξουσιαστικά κόμματα, που αποκτούν ένα μεγάλο ακροατήριο και κατακτούν την κρατική εξουσία, αλλά, όσον αφορά τον λόγο, για τον οποίο ψηφίστηκε και εκτοξεύτηκε, από 4%, στο 36% και κλήθηκε να κυβερνήσει, η ωμή αλήθεια είναι ότι έπραξε τα, εντελώς, αντίθετα, από αυτά, τα οποία διακήρυττε και για τα οποία απέκτησε την εμπιστοσύνη του εκλογικού σώματος, έτσι όπως αυτή εκφράστηκε, στις βουλευτικές εκλογές της 25/1/2015 και, στο δημοψήφισμα, που ακολούθησε (αλλά και στις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015).
 
Βέβαια, είναι προφανές ότι στην πολιτική - δηλαδή, στον αγώνα, για την κατάκτηση της εξουσίας, άλλα λέγονται και άλλα γίνονται, όπως, επίσης, είναι γνωστό ότι οι πολιτικές ελίτ, με την ευρεία εντολή αντιπροσώπευσης, που έχουν πάρει από το εκλογικό σώμα (το οποίο, ποικίλως, έχουν διαμορφώσει, μέσα από τα καπιταλιστικά ΜΜΕ, ως προς τα πιστεύω του), μπορούν να πράτουν - και πάντοτε, πράττουν - τα, εντελώς, αντίθετα, από όσα έχουν εξαγγείλει, έχουν διακηρύξει και έχουν υποσχεθεί, αλλά, σε συνθήκες κρίσης, κάποιες από αυτές υποχρεώνονται, από την πίεση των πραγμάτων, να πραγματοποιούν κάποια, από τα βασικά και κυρίως, εξαγγελόμενα, έστω και αν αυτό το πράττουν, επειδή δεν μπορούν να πράξουν διαφορετικά. 
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ανήκει, σε αυτή την κατηγορία των εξουσιαστικών κομμάτων. Παρά την ριζοσπαστικοφανή φρασεολογία του και παρά τον άμεσο και επείγοντα χαρακτήρα της κρίσης, που κλήθηκε να διαχειρισθεί, η ηγετική ομάδα του (ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάννης Δραγασάκης, ο Νίκος Παππάς, ο Γιώργος Σταθάκης, ο Αλέκος Φλαμπουράρης) και το στελεχικό του δυναμικό, προτίμησαν να ακολουθήσουν την συντηρητική πεπατημένη οδό, που ακολούθησε η παραδοσιακή αστική πολιτική ελίτ του τόπου, αφού όλοι αυτοί επέλεξαν να είναι υποταγμένοι, στα κελεύσματα της εντόπιας μπατιροτραπεζοκρατίας, η οποία επέλεξε την, πάση θυσία, παραμονή, στο ευρώ και την ζώνη του, προκειμένου να αποφύγει τον εφιάλτη της αναγκαίας εθνικοποίησης του καταρρεύσαντος τραπεζικού συστήματος της χώρας.
 
Και αν το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980 μπορούμε να πούμε ότι ζημίωσε τον τόπο, επειδή έκανε μισές δουλειές, αρνούμενο να βγάλει την Ελλάδα από την Ε.Ο.Κ., παρά τις σχετικές διακηρύξεις του, ο ΣΥΡΙΖΑ, κυριολεκτικά, έφερε την καταστροφή, αφού δεν έκανε τίποτε άλλο, εκτός από το να συνεχίζει την δουλειά, που έκαναν οι προηγούμενοι, παραπλανώντας τους ψηφοφόρους, που, από το 2012, έως το 2015, πραγματοποιώντας μια εκπληκτική υπέρβαση, στην εκλογική τους συμπεριφορά, τον ψήφισαν και του εμπιστεύτηκαν την αλλαγή της πορείας του τόπου, με αποτέλεσμα, κατά την διάρκεια της τετραετούς διακυβέρνησης της χώρας, από τον Αλέξη Τσίπρα και την ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ (και τους ΑΝΕΛ του Πάνου Καμμένου) να επικρατήσει, δικαίως, η πλήρης απογοήτευση και με την βοήθεια όλων των παραγόντων της ελληνικής πολιτικής όλου του πολιτικού φάσματος - μνημονιακών και αντιμνημονιακών -, οι οποίοι δεν έχουν να επιδείξουν κάποια άλλη πειστική και εφαρμόσιμη εναλλακτική πρόταση.
 
Με αυτά τα δεδομένα, η κυβερνητική εμπειρία, που ο πληθυσμός της χώρας απέκτησε, από τον ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική πρακτική του κόμματος αυτού και η αντίστοιχη συμπεριφορά της ηγετικής ομάδας του, έχει οδηγήσει την μεγάλη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας, στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική λύση και ότι αυτή η ζοφερή κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, από την, μακροχρονίως, σοβούσα ελληνική κρίση, είναι μοιραία.
 
Φυσικά, τα πράγματα δεν είναι έτσι. Αλλά αυτό λίγη σημασία έχει, όσο η πλειοψηφία του πληθυσμού τηρεί αυτή την στάση και πιστεύει ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε. Βέβαια, αυτή η διαπίστωση δεν σημαίνει ότι αυτή η δυσμενής ισορροπία θα είναι διαρκής, αλλά η αλήθεια είναι ότι, όσο η κοινωνία πιστεύει ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο, η παρούσα καταστροφή, που μακροχρονίζει, θα συνεχίζεται.
 
Οι λόγοι, για τους οποίους έχουμε φθάσει, σε αυτό το σημείο και στα χάλια, που βρισκόμαστε, συγκεκριμενοποιούνται και τεκμηριώνονται, πολύ καλά, στο παρακάτω απόσπασμα μιας συνέντευξης, που έδωσε ο (επιστημονικός συντονιστής της Επιτροπής Αλήθειας για το δημόσιο χρέος, που συγκροτήθηκε, τον Απρίλιο του 2015, από την, τότε, πρόεδρο της Βουλής Ζωή Κωνσταντοπούλου) Eric Toussaint, έτσι όπως αυτή δημοσιεύτηκε, τον Μάρτιο του 2016, στο τεύχος ''Capital et dettes publiques'' του Savoir/Agir.  
 
Ας δούμε αυτό το απόσπασμα της συνέντευξης, για την, επί του συγκεκριμένου, κατανόηση της πολιτικής πορείας της υποταγής της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, στις επιθυμίες της εντόπιας τραπεζιτικής γραφειοκρατίας και στις ντιρεκτίβες των κυβερνήσεων της Γερμανίας και της Γαλλίας και της ευρωγραφειοκρατίας :
 
 
 
 ".........................................................................................................
 
Αυτή η πρωτοβουλία, για έναν λογιστικό έλεγχο του χρέους, γνώρισε κάποια επιτυχία, στην συνέχεια; Ο ΣΥΡΙΖΑ την έλαβε, σοβαρά, υπόψη του;
 
 
Η ελληνική ΕΛΕ γνώρισε αναμφισβήτητη επιτυχία, κατά τη διάρκεια του λεγόμενου κινήματος των πλατειών, ή των Αγανακτισμένων, την άνοιξη και το καλοκαίρι του 2011. Τον Ιούνιο και τον Ιούλιο του έτους αυτού, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι κατέλαβαν τις κεντρικές πλατείες, όχι μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πολλές, ακόμα, πόλεις της χώρας. Τα μέλη της ΕΛΕ, που πρέπει να πούμε ότι είχαν μια συνεχή και ενεργή παρουσία, στις κατειλημμένες πλατείες, ιδιαίτερα, δε, στην πλατεία Συντάγματος, έτυχαν εντυπωσιακής υποδοχής, από τους πολίτες. Η εκστρατεία αυτή άσκησε θετική επίδραση στον ΣΥΡΙΖΑ, παρά την έκδηλη απροθυμία μιας σημαντικής μερίδας ηγετικών στελεχών του.
 
Ο λογιστικός έλεγχος αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την διάρκεια των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του Μαϊου και του Ιουνίου του 2012. Στο πρόγραμμα του 2012, ο ΣΥΡΙΖΑ πρότεινε ''την αναστολή των πληρωμών του χρέους, κατά την διάρκεια των εργασιών μιας διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου και για όσο δεν έχει ακόμα επιτευχθεί η οικονομική ανάκαμψη της χώρας", κάτι που σήμαινε  ότι μια τέτοια αναστολή θα μπορούσε να διαρκέσει πολύ…
 
Από αυτήν την άποψη, θεωρώ ότι η πολιτική εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την περίοδο 2009-2012, ήταν θετική και πολλά υποσχώμενη. Μια τέτοια θέση, μάλιστα, δεν ήταν καθόλου δεδομένη. Θυμάμαι πολύ καλά μια συνδιάσκεψη, στην οποία με είχε καλέσει το βασικό πολιτικό ρεύμα του ΣΥΡΙΖΑ, ο Συνασπισμός, του οποίου ηγούνταν, ήδη, ο Αλέξης Τσίπρας. Ήταν, στις αρχές Μαρτίου του 2011, την ίδια στιγμή που συστήνονταν, όπως προανέφερα, η ΕΛΕ.
 
Επιτρέψτε μου να πω δυο λόγια, γι' αυτήν την συνδιάσκεψη. Πραγματοποιήθηκε, στις αρχές Μαρτίου του 2011, στην Αθήνα. Είχα κληθεί, ως ομιλητής, από τον Συνασπισμό και το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς. Κατά την διάρκεια αυτής της διεθνούς συνάντησης πήραν το λόγο ο Αλέξης Τσίπρας, ο Γιάνης Βαρουφάκης, ο Oskar Lafontaine, ο Pierre Laurent, η Mariana Mortagua, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος (ο οποίος έγινε υπουργός οικονομικών, μετά την παραίτηση του Γιάννη Βαρουφάκη), ο Γιάννης Δραγασάκης (ο οποίος έγινε αντιπρόεδρος τόσο της πρώτης όσο και της δεύτερης κυβέρνησης Τσίπρα), εγώ και αρκετοί άλλοι προσκεκλημένοι.
 
Η τοποθέτησή μου επικεντρώθηκε, στα αίτια της κρίσης, στην ζωτική ανάγκη να μειωθεί, δραστικά, το χρέος και να ληφθούν μέτρα ακύρωσής του, όπως ο λογιστικός του έλεγχος, με την ενεργή συμμετοχή των πολιτών. Ο Γιάνης Βαρουφάκης παρουσίασε μια μετριοπαθή, όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, πρόταση, στην οποία μάλιστα επανήλθε, στην πρώτη φάση των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές, τον Φεβρουάριο του 2015, δηλαδή τέσσερα χρόνια, αργότερα.
Υπήρχαν, συνολικά, γύρω στους 600 ή 700 συμμετέχοντες και πλήθος ανακοινώσεων. Κάποιες από αυτές, μεταξύ των οποίων και αυτές του Αλέξη Τσίπρα, του Βαρουφάκη και η δική μου δημοσιεύτηκαν, στα αγγλικά, σε ένα βιβλίο που εξέδωσε το Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς, υπό τον τίτλο The Political Economy of Public Debt and Austerity in the EU.
 
Αυτό όμως που μου έκανε μεγάλη εντύπωση ήταν μια αντίδραση, που προκάλεσε η εισήγησή μου. Ένας, εκ των διοργανωτών, επικεφαλής του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς, εξέφρασε την έκπληξή του, για το γεγονός ότι υποστήριξα την ακύρωση του ελληνικού χρέους, ως παράνομο ή απεχθές, ενώ είχα κληθεί για να μεταφέρω, απλά, την εμπειρία του λογιστικού ελέγχου του χρέους. Αυτή η σοκαριστική παρέμβαση καταδείκνυε, με σαφήνεια, ότι η πρόταση, για στάση πληρωμών ή/και ακύρωση του χρέους, ήταν απορριπτέα (ή, σε κάθε περίπτωση, καθόλου αυτονόητη), τουλάχιστον, για μια σημαντική μερίδα του ΣΥΡΙΖΑ. Ήταν κάτι που έμελλε να επιβεβαιωθεί, στην συνέχεια.
 
Με την ευκαιρία αυτής της συνδιάσκεψης, μπόρεσα να συνομιλήσω, εκτενώς, με τον Κώστα  Ήσυχο, υπεύθυνο, τότε, για τις διεθνείς σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ (ο οποίος αργότερα έγινε αναπληρωτής υπουργός Άμυνας, στην πρώτη κυβέρνηση Τσίπρα, προτού αποχωρήσει και αυτός με την Λαϊκή Ενότητα), καθώς και με αρκετά συνδικαλιστικά στελέχη και μέλη του ΣΥΡΙΖΑ. Διαπίστωσα, λοιπόν, ότι μεταξύ αυτών και της CADTM υπήρχε απόλυτη συμφωνία για την αναγκαιότητα λήψης μονομερών ενεργειών, στην κατεύθυνση της αναστολής πληρωμών και της διενέργειας λογιστικού ελέγχου του χρέους.
 
Να θυμίσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είχε πάρει 4% στις εκλογές του 2009, 16% τον Μάιο του 2012 και 26,5% ένα μήνα, αργότερα, στις εκλογές του Ιουνίου του 2012, μόλις 2 μονάδες πίσω από τη μεγάλη δεξιά παράταξη, την Νέα Δημοκρατία. Είχε, ήδη, γίνει το δεύτερο μεγαλύτερο κόμμα στην Ελλάδα. Μεταξύ των δύο εκλογικών αναμετρήσεων του 2012, ο Τσίπρας υπέβαλε πέντε συγκεκριμένες προτάσεις προκειμένου να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις, με τα κόμματα που αντιτίθενται στην Τρόικα (εκτός της Χρυσής Αυγής, βέβαια, η οποία, καίτοι αντίθετη, στα μνημόνια, αποκλείστηκε, για ευνόητους λόγους) : 
 
1. Κατάργηση όλων των αντικοινωνικών μέτρων (συμπεριλαμβανομένων των μειώσεων σε μισθούς και συντάξεις). 
 
2. Κατάργηση όλων των μέτρων που συρρικνώνουν τα δικαιώματα των εργαζομένων όσον αφορά την προστασία και τη διαπραγμάτευση. 
 
3. Άμεση κατάργηση της βουλευτικής ασυλίας και μεταρρύθμιση του εκλογικού συστήματος, 
 
4. Λογιστικό έλεγχο των ελληνικών τραπεζών, 
 
5. Σύσταση μιας διεθνούς επιτροπής λογιστικού ελέγχου του δημόσιου χρέους και αναστολή των πληρωμών του χρέους μέχρι το πέρας των εργασιών αυτής της επιτροπής.
 
Ωστόσο, σε διάστημα λίγων μόνο μηνών, η δέσμευση να προβεί σε λογιστικό έλεγχο και σε στάση πληρωμών του χρέους, απαλείφθηκαν, από τον λόγο τόσο του Αλέξη Τσίπρα, όσο και άλλων ηγετών του ΣΥΡΙΖΑ. Τούτο έγινε, σταδιακά και διακριτικά, ενώ η πέμπτη δέσμευση του Μαϊου του 2012 αντικαταστάθηκε, από την πρόταση, για διεξαγωγή μιας ευρωπαϊκής διάσκεψης, για το ελληνικό χρέος, με στόχο την απομείωση του.
 
 
Κατά τη γνώμη σας, δηλαδή, ο Αλέξης Τσίπρας πρόκρινε μια μετριοπαθή στάση, μετά την εκλογική επιτυχία του, τον Μάιο-Ιούνιο του 2012;
 
 
Οι αμφιβολίες μου, για την μεταστροφή του Τσίπρα, επιβεβαιώθηκαν, κατά την διάρκεια μιας συνομιλίας, που είχα μαζί του, στις αρχές Οκτωβρίου του 2012. Δύο ημέρες πριν, η Wall Street Journal είχε δημοσιεύσει τα απόρρητα πρακτικά της συνεδρίασης του ΔΝΤ, στις 9 Μαΐου 2010. Σε αυτές καταγράφονταν, ρητά, ότι γύρω στα δέκα, από τα εικοσιτέσσερα μέλη της διοίκησης του ΔΝΤ, διαφωνούσαν, με την επιβολή Μνημονίου δηλώνοντας, ξεκάθαρα, ότι κάτι τέτοιο δεν συνιστά μια βιώσιμη λύση, καθότι ισοδυναμεί, με σχέδιο διάσωσης των γαλλικών και γερμανικών τραπεζών, αλλά όχι με ένα σχέδιο βοήθειας, στην Ελλάδα. Είπα, λοιπόν, στον Αλέξη Τσίπρα και στον οικονομικό σύμβουλό του : 
 
''Έχετε, στην διάθεσή σας, ένα ακλόνητο επιχείρημα, για να εναντιωθείτε στο ΔΝΤ, γιατί, αν έχουμε την απόδειξη ότι το ΔΝΤ γνώριζε πως το πρόγραμμά του δεν θα ήταν αποτελεσματικό και πως το χρέος δεν θα καθίστατο βιώσιμο, έχουμε και το απαραίτητο υλικό για την καταγγελία αυτού του χρέους, ως αθέμιτο και άνομο''. 
 
Ο Τσίπρας μου απάντησε : 
 
''Άκου… αυτή τη στιγμή, το ΔΝΤ επιχειρεί να πάρει αποστάσεις, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή''. 
 
Συνήγαγα, έτσι, ότι αυτό που είχε, κατά νου, ήταν ότι το ΔΝΤ θα μπορούσε να αποτελέσει έναν σύμμαχο, σε περίπτωση που ο ΣΥΡΙΖΑ σχημάτιζε κυβέρνηση. Την επόμενη ημέρα, στις 6 Οκτωβρίου 2012, ο Aλέξης Τσίπρας και εγώ δώσαμε μια δημόσια διάλεξη, μπροστά σε 3 000 άτομα, στο πρώτο φεστιβάλ της νεολαίας ΣΥΡΙΖΑ. Εκεί συνειδητοποίησα ότι ο Αλέξης Τσίπρας δεν εκτίμησε καθόλου την τοποθέτησή μου, στην οποία έδινα έμφαση στην ανάγκη υιοθέτησης ενός ριζοσπαστικού προσανατολισμού, απέναντι στους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
 
 
Είναι σαφές ότι η ελληνική εμπειρία υπήρξε σημαίνουσα, ακόμα κι αν δεν είχε τα επιθυμητά  αποτελέσματα… Πώς, όμως, εξηγείτε την έκβασή της;
 
 
Η ελληνική συνθηκολόγηση είναι καταρχήν μια συνθηκολόγηση στα κυρίαρχα χρηματοπιστωτικά συμφέροντα, που σχετίζονται, με το σύστημα-χρέος. Η ελληνική εμπειρία, όμως, ήταν και μια ευκαιρία, για μια βαθιά αναμόρφωση της ελληνικής πολιτικής σκηνής. Θεωρώ ότι η έκβασή της παίχτηκε, στις αλλαγές πολιτικού προσανατολισμού ενός στενού κύκλου συμβούλων και βουλευτών γύρω από τον Αλέξη Τσίπρα. Η υπόθεσή μου είναι η εξής : 
 
Αυτός ο στενός πυρήνας, πέριξ του Τσίπρα – και δεν εννοώ ούτε το Πολιτικό Γραφείο ούτε την Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, τα μέλη των οποίων έμειναν εν πολλοίς στο περιθώριο –, με προεξάρχοντα τον Γιάννη Δραγασάκη, σημερινό αντιπρόεδρο της κυβέρνησης και βασικό ενορχηστρωτή της ασκούμενης πολιτικής, έκανε την κρίσιμη στιγμή μια συγκεκριμένη επιλογή : ''Πρέπει πάση θυσία να αποφύγουμε τη σύγκρουση με το εγχώριο μεγάλο κεφάλαιο, τους έλληνες τραπεζίτες και εφοπλιστές''. Τα συμφέροντα των δύο τελευταίων είναι διαπλεκόμενα και αλληλοεξαρτώμενα. Παρομοίως, ο ίδιος στενός πυρήνας ήταν αποφασισμένος να αποφύγει κάθε αντιπαράθεση, με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς. 
 
Από τις δυο αυτές θέσεις απορρέει μια μακρά σειρά υποχωρήσεων : ''Αν θέλουμε να αποφύγουμε την αντιπαράθεση, με τους δύο αυτούς αντιπάλους, πρέπει να παρέχουμε εγγυήσεις, στους έλληνες τραπεζίτες, ότι, σε περίπτωση διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, δεν θα θιχτούν τα συμφέροντά τους. Επομένως, ούτε εθνικοποίηση τραπεζών, ούτε δεσμευτικά μέτρα εναντίον τους.'' 
 
Όσον, δε, αφορά την ΕΕ, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε ρήξη, έπρεπε να αποκλειστεί και ο λογιστικός έλεγχος του χρέους και το ενδεχόμενο στάσης πληρωμών. Χρειαζόταν, επίσης, η δέσμευση ότι μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ θα σεβόταν την δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτούν οι ευρωπαϊκές αρχές. Αυτός είναι και ο λόγος που ο ΣΥΡΙΖΑ, στο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, με το οποίο κατήλθε στις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015, διαβεβαίωνε ότι τα μέτρα που θα πάρει, ενάντια στην λιτότητα, θα αντισταθμιστούν, από φορολογικά έσοδα ικανά να εγγυηθούν την τήρηση του προϋπολογισμού, για το 2015, έναν προϋπολογισμό που είχε εκπονήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Ο στενός κύκλος, γύρω από τον Τσίπρα και τον Δραγασάκη, φαίνεται να λειτούργησε στην βάση του ακόλουθου σκεπτικού : 
 
''Αν δεν θίξουμε τους τραπεζίτες και αν σεβαστούμε την δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτούν οι Βρυξέλλες, θα μας επιτρέψουν να αναλάβουμε τη διακυβέρνηση της χώρας και να κυβερνήσουμε''.
 
 
Μπορείτε να μας περιγράψετε τη σύνθεση αυτού του σκληρού πυρήνα γύρω από τον Τσίπρα και την πολιτική του εξέλιξη; Πώς τοποθετούνταν αναφορικά, με τον λογιστικό έλεγχο του χρέους;
 
 
Πριν από την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ, είχα δύο σημαντικές, κατ’ιδίαν συναντήσεις, με τον Αλέξη Τσίπρα. Η πρώτη ήταν, όπως προανέφερα, τον Οκτώβριο του 2012. Ο Αλέξης Τσίπρας συνοδευόταν από τον Γιάννη Μηλιό, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν ο ειδικός σύμβουλός του, για οικονομικά θέματα. Ο Γιάννης Μηλιός δεν ήταν υπέρ του λογιστικού ελέγχου του χρέους και της αναστολής πληρωμών. Απομακρύνθηκε, από τον Τσίπρα, στα τέλη του 2014, για πολιτικούς λόγους και μάλιστα παρά το γεγονός ότι ήταν ιδιαίτερα μετριοπαθής… 
 
Ο άλλος οικονομικός σύμβουλος, που επέβαλε τις επιλογές του στην ομάδα του Τσίπρα, δεν είναι άλλος από τον Γιάννη Δραγασάκη, πρόσωπο με μεγάλη επιρροή και ιθύνων νους της οικονομικής πολιτικής της κυβέρνησης. Ο Δραγασάκης, είχε από παλιά, σχέσεις με τραπεζίτες. Υπήρξε και ο ίδιος οικονομικός σύμβουλος της Τράπεζας Αττικής, μιας εμπορικής τράπεζας μεσαίου μεγέθους. Κατά κάποιο τρόπο, είναι ο άνθρωπος που μεσολαβεί, ανάμεσα στον Α. Τσίπρα και τους τραπεζίτες. Ας μην ξεχνάμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας νέος πολιτικός σχηματισμός και ως εκ τούτου, η πολιτική ηγεσία του δεν έχει βαθιές ρίζες και ερείσματα στο κράτος – σε αντίθεση, λόγου χάρη, με το γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, η ιστορία του οποίου είναι, άρρηκτα, συνδεδεμένη, με το κράτος και την διαχείριση των κρατικών υποθέσεων. 
 
Υπό αυτή την έννοια, το προφίλ του βασικού οικονομικού συμβούλου του Τσίπρα διαφέρει, κατά πολύ από εκείνα των άλλων ηγετικών φυσιογνωμιών του κόμματος. Κατά την περίοδο 2012-13, μάλιστα, ήταν και ο μόνος, από το επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε διατελέσει, κάποια στιγμή, υπουργός, ακόμα κι αν ήταν, για λίγους μήνες, το μακρινό 1989… Επρόκειτο για μια σύντομη συγκυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας και του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας (ΚΚΕ), μέλος του οποίου ήταν, τότε, ο Δραγασάκης. Εξυπακούεται, βέβαια, ότι και αυτός εναντιωνόταν, εξαρχής, στην προοπτική λογιστικού ελέγχου και αναστολής πληρωμών του χρέους.
 
 
Πώς εκφράστηκε αυτή η νέα σύμπνοια του ΣΥΡΙΖΑ, με τις μεγάλες δυνάμεις του κεφαλαίου; Ποιες ήταν οι διαφορές απόψεων, σχετικά με το ζήτημα του χρέους;
 
 
Μια από τις πρωτοβουλίες, που ήθελε να πάρει ο Αλέξης Τσίπρας, ήταν να συγκαλέσει μια μεγάλη διεθνή διάσκεψη στην Αθήνα, τον Μάρτιο του 2014, με θέμα την μείωση του ελληνικού χρέους. Κατόπιν σχετικών πιέσεων, εκ μέρους της Σοφίας Σακοράφα, η οποία ήταν εκλεγμένη βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, από το 2012, ο Αλέξης Τσίπρας με συνάντησε, εκ νέου, τον Οκτώβριο του 2013 και μου ζήτησε να συμβάλω στην υλοποίηση αυτής της ιδέας, καλώντας μια σειρά από διεθνείς προσωπικότητες να ανταποκριθούν, θετικά, στην πρόσκληση. 
 
Κατάρτισα μια λίστα πιθανών συμμετεχόντων και συζητήσαμε, με τον Αλέξη Τσίπρα, την Σοφία Σακοράφα, τον σύζυγό της Κώστα Μπιτσάνη και τον Δημήτρη Βίτσα, ο οποίος τότε ήταν γενικός γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ. Είχα προτείνει να κληθούν προσωπικότητες, όπως ο Rafael Correa, ο Diego Borja (πρώην διευθυντής της Κεντρικής Τράπεζας του Ισημερινού), ο Joseph Stiglitz, ο Noam Chomsky, η Susan George, ο David Graeber, η Naomi Klein, καθώς και τα μέλη της επιτροπής λογιστικού ελέγχου του Ισημερινού, με τα οποία είχα συνεργαστεί το 2007 και το 2008. Διαπίστωσα ότι ο Rafael Correa δεν τον ενδιέφερε καθόλου. 
 
Απεναντίας, θα προτιμούσε να παρευρεθεί, σε μια τέτοια διάσκεψη, ο πρώην Πρόεδρος της Βραζιλίας Lula και η Πρόεδρος της Αργεντινής Cristina Fernandez. Στα μάτια του, ο Ισημερινός έδειχνε πολύ ριζοσπαστικός. Επιθυμούσε, φυσικά και την παρουσία του Joseph Stiglitz και του James Galbraith, κάτι που ήταν απολύτως θεμιτό. Δεν είχε όμως καθόλου, κατά νου, να συστήσει μια επιτροπή λογιστικού ελέγχου. Αυτό, που ήθελε, ήταν να καλέσει τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε μια ευρωπαϊκή διάσκεψη, για το χρέος, κατά το πρότυπο της Συμφωνίας του Λονδίνου, το 1953, όταν οι νικητές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου προέβησαν σε μια σημαντική απομείωση του χρέους της Δυτικής Γερμανίας. 
 
Του είπα ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα να πετύχει κάτι τέτοιο. Ο ίδιος, ως ηγέτης του ΣΥΡΙΖΑ, νομιμοποιούνταν, απόλυτα, να προωθήσει αυτό το σχέδιο, σαν ένα σχέδιο Α, αλλά ηγέτες, όπως ο Draghi, ο Hollande, η Merkel και ο Rajoy, ήταν αδιανόητο να συναινέσουν. Πρόσθεσα, δε, ότι του χρειάζεται ένα σχέδιο Β, το οποίο θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνει την επιτροπή λογιστικού ελέγχου. Το ίδιο δήλωσα και στον ελληνικό Τύπο. Σας παραπέμπω, για παράδειγμα, σε μια συνέντευξη που παραχώρησα στην Εφημερίδα των Συντακτών και δημοσιεύτηκε, περίπου, έναν χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 2014. 
 
Ο δημοσιογράφος με ρώτησε τί πιστεύω, για την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα, για τη διεξαγωγή ενός διεθνούς συνεδρίου, για την ακύρωση του χρέους των χωρών του Νότου, όμοιου με αυτό που έγινε, για την Γερμανία, το 1953, και πόσο ρεαλιστική θεωρώ μια τέτοια προοπτική. 
 
Του απάντησα : ''το αίτημα είναι απολύτως νόμιμο, αλλά δεν νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ και άλλες πολιτικές δυνάμεις, στην Ευρώπη, θα μπορούσαν να πείσουν τα θεσμικά όργανα της Ε.Ε. και τις κυβερνήσεις των ισχυρών χωρών να καθίσουν σε ένα τραπέζι και να συμφωνήσουν να κάνουν ό,τι έκαναν το 1953. Το αίτημά του είναι νόμιμο, αλλά δεν μπορεί να πείσει τους εταίρους να το υλοποιήσουν. Η συμβουλή μου είναι η ακόλουθη : η τελευταία δεκαετία μάς έδειξε ότι μπορείς να φτάσεις, σε δίκαιες λύσεις, προχωρώντας σε μονομερείς πράξεις κυριαρχίας. Και νομίζω ότι η Ελλάδα έχει ισχυρά επιχειρήματα, για να δράσει και να διαμορφώσει μια κυβέρνηση που θα στηρίζεται, από τους πολίτες και θα εξετάσει τις πιθανότητες γι αυτό. Μια τέτοια αριστερή, λαϊκή κυβέρνηση θα μπορούσε να φτιάξει μια επιτροπή ελέγχου του χρέους, η οποία θα διαπίστωνε ποιό μέρος του είναι παράνομο και απεχθές και στην συνέχεια θα έκανε, μονομερώς, αναστολή πληρωμών, προκειμένου να μην το πληρώσει ολόκληρο''.
 
Τελικά, ο Αλέξης Τσίπρας μού πρότεινε να προετοιμάσουμε, με τον ίδιο και τον Pierre Laurent, πρόεδρο του Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς, μια ευρωπαϊκή συνάντηση της οποίας μια από τις θεματικές θα είναι και το χρέος. Επρόκειτο να πραγματοποιηθεί τον Μάρτιο του 2014 στην Αθήνα. Αυτό, όμως, δεν συνέβη ποτέ, γιατί σε μια συνάντηση, που έγινε τον Δεκέμβριο του 2013, στην Μαδρίτη, το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς αποφάσισε να συγκαλέσει μια συνδιάσκεψη στις Βρυξέλλες, αντί για την Αθήνα.
 
Κατά την διάρκεια αυτής της συνάντησης, στις Βρυξέλλες, που ήταν πολύ περιορισμένης εμβέλειας και στην οποία συμμετείχαν, μεταξύ άλλων ο Αλέξης Τσίπρας, ο Pierre Laurent και ο Gabi Zimmer (στέλεχος του Die Linke και πρόεδρος της κοινοβουλευτικής ομάδας του GUE/NGL στο Ευρωκοινοβούλιο), συμμετείχα ως ομιλητής, σε ένα πάνελ μαζί με τον Ευκλείδη Τσακαλώτο, ο οποίος έμελλε να γίνει υπουργός Οικονομικών της κυβέρνησης Τσίπρα, από τον Ιούλιο του 2015 και μετά.
 
Κατάλαβα, από εκείνη, κιόλας, την στιγμή, ότι αυτός ήταν, αρνητικά, διακείμενος, σε ένα σχέδιο Β, για το χρέος, τις τράπεζες, την φορολογία. Το σχέδιο του Ευκλείδη Τσακαλώτου ήταν να διαπραγματευτεί, πάση θυσία, με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, προκειμένου να πετύχει μια ελάφρυνση των μέτρων λιτότητας, και να μην καταφύγει, σε καμία περίπτωση, σε στάση πληρωμών και λογιστικό έλεγχο του χρέους. Κατά την διάρκεια αυτής της συνάντησης, υπεραμύνθηκα, εκ νέου, ενός εναλλακτικού σχεδίου, ενός σχεδίου Β, που θα έπρεπε να περιλαμβάνει τον λογιστικό έλεγχο και την αναστολή πληρωμών του χρέους.
 
Εν ολίγοις, η συζήτηση, για την αναγκαιότητα ενός εναλλακτικού σχεδίου, δεν χρονολογείται στο 2015, αλλά είχε ξεκινήσει, ήδη, κατά την περίοδο 2013-2014. Παρ’όλα αυτά, ο στενός πυρήνας, πέριξ του Αλέξη Τσίπρα, έκανε την επιλογή να αποκλείσει την προετοιμασία ενός σχεδίου Β και να μείνει αγκιστρωμένος, σε ένα ανεφάρμοστο σχέδιο A.".
 
 
 
Κάπως, έτσι και με αυτόν τον χρονικό βηματισμό φθάσαμε, στην προδοσία του Ιουλίου του 2015. Και, με αφετηρία αυτή την προδοσία, φθάσαμε, στα σημερινά χάλια. Έτσι θα πορευτούμε, όσο δεν αλλάζουν οι σχηματοποιημένες πεποιθήσεις του πληθυσμού της χώρας, που αφορούν αυτό που προαναφέραμε. Την άποψη ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει.  Αλλά, για να αλλάξει αυτή στερεοποιημένη πεποίθηση, στα μυαλά του κόσμου, θα πρέπει να υπάρξει μια πολιτική ομάδα, με ηγέτες, οι οποίοι να έχουν, συγκεκριμένο και πραγματοποιήσιμο σχέδιο δράσης, προς την αντίθετη φορά, από την οποία, τώρα, βαδίζουν τα πράγματα, να μπορούν να πείσουν τον πληθυσμό, για το σχέδιο αυτό και να αναλάβουν την ευθύνη, για την επιτυχή πορεία της χώρας, προς την έξοδο από την κρίση - δηλαδή, σε τελική ανάλυση, σε έξοδο, από το ευρώ και την ζώνη του.
 
Προς το παρόν αυτή η ομάδα, η οποία θα έχει το σχέδιο εξόδου από την κρίση και την ευρωζώνη, θα πείσει τον πληθυσμό και θα αναλάβει την ευθύνη, για την πορεία του τόπου και η οποία θα χρειαστεί και την βοήθεια ενός σημαντικού τμήματος της εντόπιας ελίτ, δεν υφίσταται. Και στο κοντινό μέλλον, δεν πρόκειται να υπάρξει.
 
Δυστυχώς...