Μαζύ, με τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015 και της 20/9/2015 αναδημοσιεύω και μια ενδιαφέρουσα δημοσκοπική έρευνα μεταπτυχιακών φοιτητών του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, που διεξήχθη λίγες ημέρες, πριν από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015 και η οποία παρουσιάζει ένα μεγάλο ενδιαφέρον, λόγω των ευρημάτων της, τα οποία, μέχρι ενός σημείου, περιγράφουν τον μεγάλο βαθμό της σύγχυσης και της απογοήτευσης, που επικρατούσε, στο εκλογικό σώμα και την ελληνική κοινωνία, εκείνη την εποχή της πλήρους, της, κυριολεκτικά, κατακρημνιστικής διάψευσης των ελπίδων και των προσδοκιών, που είχε η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της χώρας. Τα αποτελέσματα της έρευνας αυτής φαίνονται αλλοπρόσαλλα, αλλά, εάν τα δούμε, με ψύχραιμη και εμπεριστατωμένη αναλυτική ματιά, θα αντιληφθούμε ότι η έρευνα αυτή και τα εξαγόμενά της, αν και δεν πρόβλεψαν, ούτε ήσαν κοντά, στα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, τελικά είχαν μια λογική, η οποία βρισκόταν, μέσα στα πλαίσια της επικρατούσας κατάστασης, στην χώρα. Ιδιαίτερα, μάλιστα, ως προς το πραγματικό εκλογικό ποσοστό του ΣΥΡΙΖΑ, η έρευνα αυτή είναι, απόλυτα, ακριβής.
 
 
 
 
 
 
Καθώς αυτές τις ημέρες κλείνουν τρία χρόνια, από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, που καθόρισαν την σύνθεση της παρούσας βουλής και τις εξελίξεις που ακολούθησαν και που πρόκειται να ακολουθήσουν, μέχρι την διεξαγωγή των προσεχών βουλευτικών εκλογών, όποτε και αν αυτές γίνουν (την δική μου την εκτίμηση για την διεξαγωγή τους, την έχω καταθέσει και έχει ως χρόνο διεξαγωγής τους, τον ερχόμενο Νοέμβριο, θεωρώντας, ως δεδομένο, το ότι οι ξένοι δανειστές δεν θα υποχωρήσουν, στο ζήτημα της περικοπής των συντάξεων και ότι αυτές, με τον έναν, ή τον άλλον τρόπο, θα γίνουν, ή θα ξεκινήσουν να πραγματοποιούνται, από 1/1/2019. Βέβαια, τίποτε δεν είναι σίγουρο, αφού οι συριζαίοι μπορεί να καμουφλαρισθούν, ως αρνητές των όσων έχουν υπογράψει και να προσφύγουν, σε εκλογές λίγο αργότερα, ή να πάρουν κάποια αναβολή, ή μια κατάτμηση των μειώσεων των συντάξεων, σε ... δόσεις), είναι χρήσιμο να προβούμε, σε έναν αναστοχασμό και σε μια επανεκτίμηση, γύρω από όσα οδήγησαν, στο εκλογικό αποτέλεσμα εκείνης της ημέρας, σε συνάρτηση με όσα συνέβησαν, μέχρι σήμερα και τις προοπτικές, που ανοίγονται, έως την διεξαγωγή των νέων εκλογών.
 
Για τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2018, είχα πάρει σαφέστατη θέση και έχω εκφράσει την γνώμη μου, τόσο προεκλογικά [ενδεικτικά δείτε τα δημοσιεύματα, σε αυτό εδώ το μπλογκ, με τίτλους : Εκλογές της 20/9/2015 : Δεν πρέπει να επιτραπεί στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, να αποδράσει. Πρέπει να εφαρμόσει το νεοπινοσετικό περιεχόμενο του 3ου Μνημονίου, που υπέγραψε και ψήφισε, για να απαξιωθεί, πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά. (Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κολλήσει. Προηγείται, μεν, αλλά)... και ΣΥΡΙΖΑ : Έρχεται φούμο. Πολύ φούμο. (Θα καταφέρουν ο Αλέξης Τσίπρας και η ηγεσία του κόμματος της ψευδοριζοσπαστικής αριστεράς να χάσουν τις εκλογές της 20/9/2015; Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο) και ΣΥΡΙΖΑ : Crime and punishment. Η υπογραφή και η εφαρμογή του 3ου Μνημονίου οδηγεί το κόμμα της ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, στην ραγδαία πτώση των εκλογικών του επιδόσεων και στην μετεκλογική περιθωριοποίηση], αλλά και μετεκλογικά [δείτε, επίσης, σε αυτό εδώ το μπλογκ, το πολύ σημαντικό δημοσίευμα, με τίτλο : 25/1/2015 - 20/9/2015 : Έγκλημα και τιμωρία, χωρίς άμεσες συνέπειες, για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχασε 320.074 ψήφους. (Η άνετη εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα και ο επικείμενος πολιτικός αφανισμός του κόμματος, στο οποίο ηγείται)]. Και φυσικά, μια νέα αποτίμηση όλων αυτών, υπό το φως των, μετέπειτα, εξελίξεων, είναι, οπωσδήποτε, πολύ χρήσιμη. Κυρίως, για όσα θα ακολουθήσουν.
 
Το τί συνέβη και φθάσαμε, σε αυτά τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 20/9/2015, τα οποία οδήγησαν, στην άνετη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα, παρά την δραματική συρρίκνωση της ψηφοφορικής του βάσης, σε σχέση, με τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, στην μη αναμενόμενη εκλογική διάσωση των Ανεξαρτήτων Ελλήνων του Πάνου Καμμένου και στην συνέχιση της διακυβέρνησης της χώρας, από το παράταιρο αριστεροδεξιό κυβερνητικό σχήμα των ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ, το οποίο, παρά όλες τις λογικές και φυσιολογικές συνθήκες και προβλέψεις, κατάφερε να επιβιώσει και να "απειλεί", μάλιστα, ότι θα εξαντλήσει την κυβερνητική του θητεία, μέχρι το τέλος της τετραετίας της παρούσας βουλής, το έχουμε περιγράψει, στο μετεκλογικό δημοσίευμα 25/1/2015 - 20/9/2015 : Έγκλημα και τιμωρία, χωρίς άμεσες συνέπειες, για τον ΣΥΡΙΖΑ, που έχασε 320.074 ψήφους. (Η άνετη εκλογική νίκη του Αλέξη Τσίπρα και ο επικείμενος πολιτικός αφανισμός του κόμματος, στο οποίο ηγείται).  
 
Και αυτό, που συνέβη, είναι ότι το μεγάλο μέγεθος της αποχής, που έφθασε τους 749.022 ψηφοφόρους, κουκούλωσε το μεγάλο μέγεθος του πραγματικού εκλογικού καταποντισμού του ΣΥΡΙΖΑ και του επέτρεψε να παραμείνει, στην κυβέρνηση, ισχυριζόμενος ότι είναι ο νικητής των εκλογών, χωρίς αυτό να έχει ουσιαστική βάση, ως προς την πραγματική πολιτική του επιρροή, η οποία, σε ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα οκτώ μηνών, συρρικνώθηκε, δραματικά και κατά πρωτοφανή τρόπο, στα ελληνικά και στα παγκόσμια εκλογικά χρονικά.
 
Πράγματι, όπως προκύπτει από το πρώτο τμήμα του σχήματος με το οποίο ξεκινάει το παρόν δημοσίευμα, όπου φαίνονται, τα πλήρη αποτελέσματα των δύο βουλευτικών εκλογών, που διεξήχθηκαν, εντός του πρώτου εννεαμήνου του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ. από τους 2.245.978 ψήφους, που είχε πάρει τον Ιανουάριο του έτους αυτού, έπεσε, τον Σεπτέμβριο, στους 1.925.904 ψήφους. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα σε ένα οκτάμηνο έχασε 320.074 ψήφους. Όπως είπαμε, αυτό το γεγονός της απώλειας τόσων πολλών ψήφων, ενός κόμματος που είναι πρώτο ανάμεσα σε δύο εκλογικές αναμετρήσεις, σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, είναι πρωτοφανές. Δεν έχει ξανασυμβεί.
 
Όμως, αυτή η απώλεια δεν μεταφράστηκε, σε, αντίστοιχη απώλεια, σε επίπεδο εκλογικών ποσοστών.  Ο ΣΥΡΙΖΑ, αν και στην πραγματικότητα, από τον Ιανουάριο, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2015, έχασε 5,18 ποσοστιαίες μονάδες και έπεσε, από το 36,34%, στο 31,16%, τελικά, περιόρισε τις ποσοστιαίες απώλειές του, στο 0,89%, λόγω της διογκωμένης, κατά 12,12% αποχής του εκλογικού σώματος, από τον Ιανουάριο, στον Σεπτέμβριο του 2015, αφού αυτή διόγκωση της αποχής, περιόρισε, δραστικά, τις ποσοστιαίες απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγώντας το ποσοστό του, στα επίπεδα του 35,46%.  
 
Τηρουμένων των αναλογιών, η αύξηση της αποχής των ψηφοφόρων κτύπησε, σχεδόν, όλα τα άλλα κόμματα, με αποτέλεσμα όλη αυτή η συγχυτική κατάσταση, που επικράτησε, στις τάξεις του εκλογικού σώματος, να ευνοήσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να τον οδηγήσει, στην πρώτη θέση και στον σχηματισμό κυβέρνησης. 
 
(Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι και η Νέα Δημοκρατία υπέστη με την σειρά της, μια μεγάλη εκλογική καθίζηση, αφού, ανάμεσα στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του Ιανουαρίου και του Σεπτεμβρίου του 2015 και με δεδομένη την συντριβή της πρότασής της, υπέρ του "ΝΑΙ", στο δημοψήφισμα της 5/7/2015, απώλεσε 192.489 ψήφους, πέφτοντάς, από τις 1.718.694 ψήφους του Ιανουαρίου, στις 1.526.205 ψήφους, τον Σεπτέμβριο, χάνοντας και 3,11 ποσοστιαίες μονάδες, σε σχέση με τον Ιανουάριο, όπου είχε πάρει 27,81%. Βέβαια, λόγω της υψηλής αποχής, το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας, τον Σεπτέμβριο του 2015, εμφανίζεται αυξημένο, κατά 0,29 της ποσοστιαίας μονάδας, αφού έφθασε, στο 28,10%, αλλά, στην πραγματικότητα, σε σχέση, με τις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου, έπεσε, στο 24,70%. Και αυτή η πανωλεθρία κουκουλώθηκε, όπως και η πανωλεθρία του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι αυτά είναι τα πραγματικά ποσοστά των κομμάτων αυτών, στο εκλογικό σώμα και αυτή είναι η πραγματική βάση εκκίνησής τους, εν όψει των προσεχών βουλευτικών εκλογών, που, όπως φαίνεται δεν θα αργήσουν πολύ)
 
 
Αυτή η στρέβλωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, από την  αποχή των 749.022 ψηφοφόρων, ανάμεσα στις δύο βουλευτικές εκλογές, που διεξήχθησαν, σε απόσταση 8 μηνών, είναι που έσωσε τον ΣΥΡΙΖΑ και έκρυψε την πραγματική εκλογική καταστροφή, που υπέστη. Και αυτή είναι που του επέτρεψε να σχηματίσει την κυβέρνηση, που σχημάτισε.
 
Όλα αυτά λέγονται, προκειμένου να μην ξεχαστούν, αλλά και για να τα πληροφορηθούν όσοι δεν τα γνωρίζουν. Και δυστυχώς, οι τελευταίοι είναι πολλοί και ως εκ τούτου, είναι ευάλωτοι, στην καθημερινή προπαγάνδα των συστημικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία, ως όργανα εκείνων, που τα χρηματοδοτούν, διαμορφώνουν την κυρίαρχη γραμμή, για το τί είναι είδηση και αλήθεια, στα εκλογικά πράγματα της χώρας, προκειμένου να στρέψουν το εκλογικό σώμα, προς την μία (την κυβερνητική), ή την άλλη (της κατεστημένης και μημονιακής αντιπολίτευσης των αξιολύπητων "ευρωπαϊστών", που άγονται και φέρονται, από τα καπρίτσια της ευρωγραφειοκρατίας και των κυρίαρχων κυβερνήσεων, πρωτίστως, της Γερμανίας και δευτερευόντως, της Γαλλίας, που ρυμουλκούν το σάπιο καράβι της ευρωζώνης, σύμφωνα με τις θελήσεις τους) κατεύθυνση.
 
Έτσι, όταν κατανοηθεί το τί - και γιατί - έγινε το 2015, θα μπορέσουμε να αντιληφθούμε το τί πρέπει να γίνει και κυρίως, το τί δεν πρέπει να γίνει, στις προσεχείς βουλευτικές εκλογές, οψέποτε αυτές διεξαχθούν. Και φυσικά, αυτό, που δεν πρέπει να γίνει, είναι το να αυξηθεί η αποχή, από αυτές τις εκλογές, αφού μια νέα αύξηση της αποχής θα επιτρέψει την επιβίωση των λεγόμενων μεγάλων κομμάτων και την διακυβέρνηση του τόπου από αυτά (και τα οποία, στην πραγματικότητα, είναι μικρομέγαλα και κανονικά, θα πρέπει να οδεύουν, προς την απόσυρσή τους, από την ελληνική πολιτική σκηνή).
 
 
 
5/6/2015 : Ο Αλέξης Τσίπρας δηλώνει κατηγορηματικά, από το βήμα της βουλής, απαντώντας, στους αρχηγούς των μνημονιακών κομμάτων, ότι η κυβέρνησή του και η βουλή αυτή δεν πρόκειται να ψηφίσουν νέο Μνημόνιο. Είναι η εποχή της κορύφωσης των ελπίδων και των προσδοκιών του πληθυσμού της χώρας, για την απαλλαγή του, από την χρεωδουλεία και τις ντιρεκτίβες των ξένων δανειστών, την οποία απαλλαγή είχε αναθέσει, στις 25/1/2015, να την διεκπεραιώσει ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του.
 
 
 
 
 
Το κυριότερο όλων, που πρέπει να γίνει αντιληπτό, είναι ότι η θηριώδης αύξηση της αποχής, στις βουλευτικές εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν ήταν τυχαία, ούτε ήταν ένα εποχιακό προϊόν. Βέβαια, πάντοτε, οι εκλογές που διεξάγονται, τον Σεπτέμβριο, έχουν μια χαλαρότητα και στην συμμετοχή και στην κατανομή της ψήφου. Όμως, στην συγκεκριμένη περίπτωση, οι 749.022 ψηφοφόροι των βουλευτικών εκλογών της 25/1/2015, που απείχαν, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, απείχαν για πολύ συγκεκριμένους λόγους, οι οποίοι δεν είχαν να κάνουν, μόνο, με την εκλογική κόπωση, λόγω των δύο εκλογικών αναμετρήσεων (των εκλογών της 25/1/2015 και του δημοψηφίσματος της 5/7/2015), που είχαν προηγηθεί.
 
Πέραν από την εκλογική κόπωση - η οποία δεν ήταν και ο κύριος λόγος που οι ψηφοφόροι προτίμησαν να κάτσουν, στο σπίτι τους, ή στις παραλίες -, ήταν η απογοήτευση και η πικρία, που οδήγησαν αυτή την πολύ μεγάλη μερίδα του εκλογικού σώματος των 749.022 εκλογέων να απόσχει από την ψηφοφορία της 20/9/2015.
 
 
 
8/7/2015 : Ο Αλέξης Τσίπρας "απολογούμενος", από το βήμα του ευρωκοινοβουλίου, εξηγεί το πώς και το γιατί μετέτρεψε το "ΟΧΙ", στους ξένους δανειστές και στο ευρώ, που είπε η μεγάλη πλειοψηφία του ελληνικού εκλογικού σώματος, σε "ΝΑΙ". Η πρώτη επίσημη διάψευση των ελπίδων έχει έλθει. Όμως, η απογοήτευση, ακόμη, δεν έχει εμφανισθεί, στην ελληνική κοινωνία, η οποία ελπίζει ότι, έστω και εντός ευρώ, θα βρεθεί μια ικανοποιητική λύση, η οποία θα συνάδει, με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος. Ο Αλέξης Τσίπρας και οι τοποθετήσεις του, έχουν, ακόμη, πολύ μεγάλη βαρύτητα, στην κοινή γνώμη, διότι τα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει, αφού, υποτίθεται ότι θα ακολουθούσε η "διαπραγμάτευση", για μια "νέα συμφωνία", η οποία υποτίθεται ότι θα ήταν "διαφορετική", από την καταψηφισθείσα, στο δημοψήφισμα, πρόταση Jean-Claude Juncker.
 
 
 
 
 
Η παταγώδης διάψευση των μεγάλων ελπίδων και των προσδοκιών, που είχαν οι ψηφοφόροι των βουλευτικών εκλογών του Ιανουαρίου του 2015 και ο θλιβερός εμπαιγμός, που υπέστη το εκλογικό σώμα, με το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ - η γνωστή πινακοθήκη των ηλιθίων, οι οποίοι, όμως, αποδείχθηκαν, αρκετά έξυπνοι, ώστε να υφαρπάξουν, με ωμό μακιαβελλικό κυνισμό, την ψήφο του πληθυσμού της χώρας, να προδώσουν τις εξαγγελίες τους και να διαψεύσουν, με οικτρό τρόπο, τις προσδοκίες του κόσμου -, με την άμεση μετατροπή του "ΟΧΙ" των ψηφοφόρων, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών και σε ένα νέο Μνημόνιο, σε "ΝΑΙ", ήταν περισσότερο πιθανό να οδηγήσουν τον πληθυσμό της χώρας, στην απογοήτευση και στην πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει και ότι τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει, παρά στην ενεργή αντίσταση, στα νέα δεσμά, που τους επέβαλαν οι κυβερνώντες (προσποιούμενοι ότι και οι ίδιοι δεν ήθελαν).
 
Με δεδομένη την έμπρακτη ανυπαρξία μιας πρακτικής εναλλακτικής λύσης, απέναντι, σε όσα επέβαλε η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και του Πάνου Καμμένου, μαζύ με τους συστημικούς "αντιπολιτευόμενους", οι οποίοι στήριξαν και ψήφισαν το 3ο Μνημόνιο, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της, τότε, προέδρου της βουλής Ζωής Κωνσταντοπούλου και της ομάδας των βουλευτών, που αποχώρησε από τον ΣΥΡΙΖΑ, στερώντας από την κυβέρνηση την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, η μερίδα αυτή των ψηφοφόρων επέλεξε να μην πάει, στις κάλπες, αφού είχε καταλήξει, στο συμπέρασμα ότι η συμμετοχή του, σε αυτήν την ψηφοφορία, ήταν άσκοπη και ανούσια, θεωρώντας, ως δεδομένο ότι οι επιθυμίες της δεν θα λαμβάνονταν υπόψη, από την δουλική, προς τους ξένους δανειστές, πολιτική ελίτ.
 
 
 
23/7/2015 : Ο Αλέξης Τσίπρας, απαντώντας, στον αρχηγό της Ν.Δ. Ευάγγελο Μεϊμαράκη, δηλώνει, ενώπιον της βουλής ότι, η χώρα, με ένα δημόσιο χρέος της τάξεως του 180% του ΑΕΠ και ενώ αυτό οδεύει, προς το 200%, ποτέ δεν μπορούσε να βγεί από τα Μνημόνια, ισχυριζόμενος ότι, επί τέλους, πρέπει να ειπωθούν αλήθειες. Εδώ κλείνει ο κύκλος της εξαπάτησης της ελληνικής κοινωνίας, με την πλήρη προσχώρηση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, στις βασικές στρατηγικές θέσεις των κυβερνήσεων του ΓΑΠ και των σαμαροβενιζέλων. Η διάψευση των ελπίδων και των προσδοκιών του πληθυσμού της χώρας είναι παταγώδης και ολοκληρώνεται και πραγματοποιείται, μέσα σε ένα κλίμα απόλυτου κυνισμού, οδηγώντας την κοινωνία, στην πλήρη απογοήτευση, η οποία φθάνει, στα όρια της παντελούς παθητικότητας, αδιαφορίας και παράδοσης. (Το αστείο είναι ότι, τώρα, ο Αλέξης Τσίπρας ισχυρίζεται ότι η χώρα έχει βγει, από τα Μνημόνια, ενώ το δημόσιο χρέος της χώρας έχει εξακοντισθεί στο 184%. Το γεγονός ότι είναι ανακόλουθος, με όσα έλεγε, προηγουμένως, του είναι αδιάφορο. Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι να καλύψει, με ένα φύλλο συκής το 4ο Μνημόνιο - το Μνημόνιο, του οποίου οι συντάκτες ντρέπονται να πουν το όνομά του -, με τους ευρωθεσμούς και το Δ.Ν.Τ. O tempora, o mores!).
 
 
 
 
 
Αλλά και οι συμμετέχοντες, στην ψηφοφορία της 20ης Σεπτεμβρίου 2015, στην πλειοψηφία τους, δεν είχαν πολύ διαφορετικές απόψεις, από τους απέχοντες. Μόνο, που αυτοί συμμετείχαν, με την λογική του μικρότερου κακού, πιστεύοντας ότι, έτσι όπως είχαν διαμορφωθεί τα πράγματα, μετά την διάψευση των ελπίδων, που καλλιέργησαν τα "αντιμνημονιακά" κόμματα του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ, αυτό που προέχει είναι η επιλογή του "καλύτερου" διαχειριστή της μιζέριας, που θα ακολουθούσε, το μέγεθος της οποίας, άλλωστε, δεν ειχαν αντιληφθεί, πιστεύοντας οι περισσότεροι από αυτούς ότι η συνέχεια της διακυβέρνησης της χώρας, από τους ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ, θα εξασφάλιζε έναν κάποιο σημαντικό βαθμό αντίστασης, απέναντι, στις αξιώσεις των ευρωθεσμών και του Δ.Ν.Τ.
 
Αυτή ήταν η κατάσταση, που επικρατούσε, τότε, μέσα στον πληθυσμό της χώρας. Αυτή η κατάσταση, όμως, όσο δραματική και αν ήταν, προέκυψε, εξ αιτίας της έλλειψης μιας έμπρακτης εναλλακτικής λύσης, η οποία, εάν υπήρχε, θα μπορούσε να αναπτερώσει τις ελπίδες του πληθυσμού και να οδηγήσει, στην υπέρβαση του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησής του. Αυτή η έμπρακτη εναλλακτική λύση δεν υπήρξε.
 
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορούσε να γίνει τίποτε, ικανό να ρηγματώσει το κλίμα της απογοήτευσης, της παθητικότητας και της αδιαφορίας, σε ένα ικανοποιητικό - μικρό, στην αρχή, αλλά, οπωσδήποτε αρκετό - τμήμα του εκλογικού σώματος, το οποίο, ποσοστιαία, θα μπορούσε να αθροιστεί, σε μια ελάχιστη βάση του 3,5% και υπό προϋποθέσεις, θα μπορούσε να αθροίσει και μεγαλύτερα ποσοστά, αντλώντας ψηφοφόρους (έστω και λίγους), από την δεξαμενή της αποχής.
 
Μια τέτοια εξέλιξη μπορούσε να υπάρξει. Και θα είχε υπάρξει, εάν τα κόμματα του αντιμνημονιακού χώρου είχαν επιδείξει ελάχιστη σύνεση και προβλεπτικότητα, ως προς τις πραγματικές συνθήκες, που επικρατούσαν, στο ελληνικό εκλογικό σώμα. Εάν, δηλαδή, είχαν αντιληφθεί το τεράστιο μέγεθος της απογοήτευσης και της παθητικότητας (η οποία έφθασε μέχρι τα όρια του κυνισμού) και φυσικά, εάν είχαν παύσει να επιδίδονται, στο κλασικό σπορ της καρεκλομαχίας και του ανούσιου και - στις συνθήκες εκείνης της εποχής - αδιέξοδου κομματικού ανταγωνισμού.
 
Πράγματι, όπως έχω ξαναγράψει, μια απλή ματιά, στα εκλογικά αποτελέσματα της 20/9/2018, δείχνει ότι μια εκλογική συμμαχία των αντιμνημονιακών κομμάτων, στον χώρο της αριστεράς, θα δημιουργούσε, χωρίς καμμία αμφιβολία, την απαραίτητη μικρή (ή και πιο μεγάλη) ρηγμάτωση, στο μπετόν της απογοήτευσης και της παθητικότητας, μέσα στο εκλογικό σώμα. Μια κοινή εκλογική κάθοδος της "Λαϊκής Ενότητας" του Παναγιώτη Λαφαζάνη και του ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, μαζύ με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ της Δέσποινας Κουτσούμπα (αλλά και χωρίς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ) θα αποσπούσε ένα ποσοστό μεγαλύτερο από το 3%. Το ποσοστό αυτό, ίσως, να ήταν αρκετά μεγαλύτερο, διότι θα άνοιγε κάποιες, μικρές, έστω, μελλοντικές προοπτικές και θα μπορούσε να αναγεννήσει τις ελπίδες, σε ένα μικρό μέρος του τμήματος του εκλογικού σώματος, που προτίμησε την αποχή.
 
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η είσοδος, στην βουλή, ενός αντιμνημονιακού εκλογικού συνασπισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (αλλά και της δεξιάς, μόνο, που στον χώρο της δεξιάς δεν υπήρχε, πρακτικά, αυτή η δυνατότητα) θα ανέτρεπε το πολιτικό σκηνικό, που διαμορφώθηκε, από το τελικό αποτελέσμα των εκλογών του Σεπτεμβρίου του 2015, θα άλλαζε, άρδην, τους όρους, όπως και το ίδιο το περιεχόμενο του πολιτικού παιχνιδιού, όπως αυτό διεξάγεται, μέχρι σήμερα και μέχρι την διεξαγωγή των προσεχών βουλευτικών εκλογών.
 
Μια πρώτη σημαντική παρενέργεια θα ήταν ότι, με την είσοδο αυτού του εκλογικού συνασπισμού, στην βουλή, η παρούσα κυβέρνηση συνεργασίας ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ δεν θα ήταν δυνατόν να σχηματισθεί και φυσικά, δεν θα υπήρχε. Βέβαια, κυβέρνηση θα σχηματιζόταν, με κύριο κορμό το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα και (πιθανότατα) τον ίδιο πρωθυπουργό, αλλά επειδή οι ψήφοι των ΑΝΕΛ δεν θα έφθαναν, στην κυβέρνηση, θα εισερχόταν και άλλο ένα κόμμα, το οποίο, προφανώς θα προερχόταν, από τα κλασικά μνημονιακά κόμματα. Είτε η "Δημοκρατική Συμπαράταξη" της Φώφης Γεννηματά, είτε "Το Ποτάμι" του Σταύρου Θεοδωράκη, ή, ακόμη και η νεοεισελθούσα, στην βουλή, "Ένωση Κεντρώων" του Βασίλη Λεβέντη.  
 
Με αυτόν τον τρόπο, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε κάθε επαφή με το αντιμνημονιακό παρελθόν του και κάθε σχετική νομιμοποίηση, που έδινε αυτό το παρελθόν. Και φυσικά, αυτό το γεγονός θα τον οδηγούσε, στην γοργή πολιτική απαξίωση και στην συρρίκνωση της εκλογικής του επιρροής. Το κυριότερο, όμως, είναι άλλο.
 
Η είσοδος, στην βουλή, του εκλογικού συνασπισμού της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, για τον οποίο κάνω λόγο, εδώ, ακόμη και αν οι συμμετέχοντες, σε αυτόν, ακολουθούσαν, κοινοβουλευτικά, τον δικό τους χωριστό πολιτικό δρόμο, θα οδηγούσε, στο ανελέητο καθημερινό σφυροκόπημα του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος θα βρισκόταν, κάτω από μια αφόρητη πολιτική πίεση, η οποία θα τον παρέλυε και θα αποδιοργάνωνε τον πολιτικό και τον κυβερνητικό του σχεδιασμό.
 
Αλλά, ακόμη και αν η κυβέρνηση αυτή συνέχιζε την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου, τα αποτελέσματα, για τους κυβερνητικούς εταίρους θα ήσαν δραματικά και καταστροφικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχανε, ταχύτατα, την πολιτική και την εκλογική του βάση, διότι οι βουλευτές του εκλογικού συνασπισμού της αντιμνημονιακής αριστεράς θα είχαν πρόσβαση, παντού, σε κάθε κατεστημένο μέσο της μαζικής ενημέρωσης και το κοινό θα είχε πληροφόρηση, για τις δραστηριότητες του ίδιου του συνασπισμού ή/και των κομμάτων, που θα τον είχαν σχηματίσει (την οποία, τώρα, δεν έχει)
 
Αυτή πραγματικότητα, βοηθούμενη και ενισχυόμενη, διαρκώς και από τον συνεχή ακτιβισμό αυτών των κομμάτων, θα λειτουργούσε πολλαπλασιαστικά, στην κοινωνία και στο εκλογικό σώμα και θα οδηγούσε, όχι μόνο, στην αναπτέρωση των ελπίδων του πληθυσμού, αλλά και στην παράλυση των κυβερνητικών επιλογών, για την εφαρμογή του 3ου Μνημονίου. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν η δυναμική του εγκλωβισμού και του μπλοκαρίσματος της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ ήταν περιορισμένη, το πρόβλημα για την κυβέρνηση, θα ήταν μεγάλο και δυσεπίλυτο.
 
Δυστυχώς, τίποτε, από όλα όσα έπρεπε να γίνουν, δεν έγινε, με αποτέλεσμα να ζήσουμε όσα ζήσαμε και ζούμε, αλλά - το κυριότερο - και την διεύρυνση της απογοήτευσης και της παθητικότητας του πληθυσμού, όχι, μόνο, εξ αιτίας αυτού, αλλά και επειδή, οι κομματικές μικρογραφειοκρατίες του αντιμνημονιακού χώρου εξακολουθούν να μην κάνουν αυτό που πρέπει και το οποίο θα έπρεπε να έχει γίνει, αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, από τις οποίες οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών θα έπρεπε να πάρουν τα μαθήματά τους και να βγάλουν τα σωστά συμπεράσματα.
 
Δεν το έπραξαν, για λόγους μικροκομματικού ανταγωνισμού, προκειμένου να μην αναδειχθούν όσοι βρίσκονται σε κομματικούς πυρήνες, οι οποίοι είναι αλλότριοι και ορμώμενοι από την πεποίθηση όλων ότι μπορούν μόνοι τους να επιτύχουν ένα εκλογικό ποσοστό της τάξεως του 3% και να εισέλθουν, στην βουλή, χωρίς συμμαχίες. 
 
Κάπως έτσι και οι, περί τον Παναγιώτη Λαφαζάνη, της "Λαϊκής Ενότητας" αρνήθηκαν, κατά την διάρκεια της προεκλογικής περιόδου του Σεπτεμβρίου του 2015, να συνασπισθούν, εκλογικά, με το ΕΠΑΜ του Δημήτρη Καζάκη, παρά το γεγονός ότι είχαν προχωρήσει οι σχετικές επαφές, επειδή είχαν δεδομένη την είσοδο του κόμματός τους, στην βουλή, με ένα ποσοστό, το οποίο θα ξεπερνούσε το 3% και φυσικά, δεν ήθελαν να δώσουν δημόσιο βήμα, στον αρχηγό του ΕΠΑΜ
 
Όμως, τα εκλογικά αποτελέσματα ήσαν, πέραν από τις προβλέψεις και τις προσδοκίες τους. Πήραν 2,86% και έμειναν και αυτοί και όλοι τους, εκτός βουλής, εξυπηρετώντας τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ. Και όλα αυτά, επειδή δεν μπόρεσαν - και δικαιολογημένα, δεν μπόρεσαν (το "δικαιολογημένα", δεν αφορά τους ίδιους, αλλά το εκλογικό σώμα, το οποίο, ουδόλως, ευθύνεται, για την δική τους ανικανότητα) - να εμπνεύσουν και να επαναφέρουν την ελπίδα, σε ένα κρίσιμο τμήμα του εκλογικού σώματος, το οποίο προτίμησε να απέχει από τις εκλογές, ενώ ένα άλλο, ελλείψει σοβαρής εναλλακτικής λύσης, στράφηκε, προς τον ΣΥΡΙΖΑ, ως το "μικρότερο κακό".
 
Δυστυχώς, τα ίδια εξακολουθούν να πράττονται και τώρα, με αποτέλεσμα ο,τιδήποτε λέγεται και προέρχεται από τον αντιμνημονιακό χώρο να στερείται αξιοπιστίας, ως εναλλακτική λύση. Δεν αποκλείεται, βέβαια, όταν θα προκηρυχθούν οι εκλογές να προκύψει κάποιος αντιμνημονιακός εκλογικός συνασπισμός, αλλά, τότε, θα είναι αργά. Πολύ αργά.
 
Ο συνασπισμός αυτός, αν υπάρξει (και δεν είναι, καθόλου, βέβαιο ότι θα υπάρξει), μπορεί, μάλιστα, να αποσπάσει και ένα ποσοστό, κατά τι, μεγαλύτερο, από το 3% και να εισέλθει, στην νέα βουλή. Αυτό, όμως, θα είναι κάτι πολύ λίγο, σε σχέση, με αυτό, που θα μπορούσε να υπάρξει, εάν αυτή η εκλογική συνεργασία, συσπειρωμένη, γύρω από ένα σαφές πολιτικό πρόγραμμα, είχε, ήδη, εδώ και καιρό σχηματισθεί και είχε αναπτύξει τις θέσεις της. 
 
Αυτά είναι τα ουσιώδη μαθήματα, που βγαίνουν, από τις βουλευτικές εκλογές της 20/9/2015, την παταγώδη διάψευση των ελπίδων της ελληνικής κοινωνίας και την καταστροφική προεκλογική και μετεκλογική συμπεριφορά του αντιμνημονιακού χώρου.
 
Τα παθήματα δεν έχουν γίνει μαθήματα. Και όσο αυτό εξακολουθεί να συμβαίνει, καθιστά τις μέλλουσες εξελίξεις δυσοίωνες, αφού το κουβάρι μαζεύεται και τα χρονικά περιθώρια στενεύουν.