(Η συμφωνία των Πρεσπών, ως κομβικό εργαλείο για την εξυπηρέτηση των αμερικανικών σχεδιασμών, τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων, το σφοδρότατα, πιθανό πραξικόπημα, στην πΓΔΜ και η εσωτερική κοινοτική σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών).


 

 
1903 Ζαγορίτσανη Καστοριάς : Νεαρές Βουλγάρες φωτογραφίζονται, μέσα στα ερείπια του χωριού που κατέστρεψαν τα οθωμανικά στρατεύματα, με αφορμή την εξέγερση του Ίλιντεν. Η κατάκτηση της οθωμανικής Μακεδονίας, μια δεκαετία, αργότερα, από τα ελληνικά, τα σερβικά και τα βουλγαρικά στρατεύματα, δεν έλυσε το μακεδονικό ζήτημα. Ουρές του ζητήματος αυτού έφθασαν, μέχρι το σήμερα και με αφορμή την αναζωπύρωση της αντιπαράθεσης των συμφερόντων και των συγκρούσεων των Μεγάλων Δυνάμεων, απειλούν και πάλι, την ειρήνη, στην πολύπαθη περιοχή των Βαλκανίων, από έναν πόλεμο, που πρέπει, πάση θυσία, να αποτραπεί και στον οποίο η χώρα μας πρέπει να αποφύγει να εμπλακεί, εάν αυτός έλθει...
 
 
 
 
 
Πάμε πραξικόπημα; (Ανοικτό, ή μέσω μιας οριακής, ή εξωοριακής διαχείρισης των σχετικών προβλέψεων, στο Σύνταγμα της πΓΔΜ).
 
Αυτό είναι το ερώτημα, που πλανάται, πάνω από τα Σκόπια και απασχολεί τα κέντρα εξουσίας και λήψης των αποφάσεων, στην γειτονική χώρα. Και το πραξικόπημα θα είχε γίνει, εάν η ελίτ που διοικεί την Σλαβομακεδονία, δεν φοβόταν τον πόλεμο (που, προφανώς, θα ξεσπάσει), ανάμεσα στην πλειοψηφούσα κοινότητα των "Βούλγαρων, που ντρέπονται να πουν το όνομά τους" και την μειοψηφούσα κοινότητα των Αλβανών της χώρας αυτής. Αυτή είναι η ωμή πραγματικότητα, την οποία όλοι - ή σχεδόν όλοι - αρνούνται να ονοματίσουν.
 
Με δεδομένη την ελληνορωσική αντιπαράθεση και τα παιχνίδια κατασκοπείας, που - υποτίθεται ότι - εκτυλίχθηκαν, στην Βόρεια Ελλάδα, αυτό που αναδεικνύεται, από την ανοικτή ελληνορωσική σύγκρουση, η οποία πραγματοποιείται, προφανώς, υπό την αμερικανική καθοδήγηση, αλλά δεν εξαντλείται, σε αυτήν, είναι το πραγματικό επίδικο αντικείμενο του σύγχρονου μακεδονικού ζητήματος και της πρόσφατης συμφωνίας των Πρεσπών, ως ενός σημαντικού επί μέρους ζητήματος, το οποίο, όμως, υπερκαλύπτεται από ένα πολύ σημαντικότερο πολυεθνές πεδίο αντιπαραθέσεων, που οδηγεί την περιοχή μας, στο φάσμα του, επίσης, πραγματικού και άμεσου κινδύνου μιας πολεμικής σύρραξης, στην Βαλκανική.
 
Αυτή η πολεμική σύρραξη, η οποία, ως κίνδυνος, είναι, κυριολεκτικά, επικείμενη, θα έλθει (εάν δεν αποτραπεί και εάν δεν βρεθεί ένα modus vivendi, μέσα από μια - προσωρινής φύσεως, έστω - συμφωνία, στην σημερινή συνάντηση του Donald Trump και του Βλαντιμίρ Πούτιν, στο Ελσίνκι), ως αποτέλεσμα της πλανητικής σύγκρουσης των Μεγάλων Δυνάμεων, για την αναδιανομή των σφαιρών επιρροής, έτσι όπως αυτή εξειδικεύεται, μέσα από τους έμπρακτους σχεδιασμούς των Η.Π.Α. και της Δύσης, από την μια πλευρά και της Ρωσίας, από την άλλη, στην περιοχή, χωρίς, παράλληλα, να αγνοείται η παρουσία του κινεζικού παράγοντα, ο οποίος, επί του παρόντος, αρκείται, σε έναν δευτερεύοντα ρόλο, ο οποίος, όμως, στην πορεία, είναι σαφές ότι μπορεί να - και θα - αναβαθμισθεί.
 
Το ΝΑΤΟ, λοιπόν, φέρνει πόλεμο, στα Βαλκάνια.
 
Αυτός ο πόλεμος, που έρχεται μέσα από την εξακολουθητική προσπάθεια των Αμερικανών να επιβάλουν τετελεσμένα γεγονότα στην περιοχή και τον πλήρη αποκλεισμό της Ρωσίας, μέσα από την ένταξη των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, στο ΝΑΤΟ (και αργότερα, στην αυτοαποκαλούμενη Ευρωπαϊκή Ένωση), με αιχμή, σήμερα, την Σλαβομακεδονία, μπορεί και πρέπει να αποτραπεί.
 
Και για να αποτραπεί ο επικείμενος πόλεμος, πρέπει, βέβαια, να καταγγελθεί ο ρόλος του ΝΑΤΟ. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Οι καταγγελίες είναι καλές, αλλά δεν είναι αποτρεπτικές του πολέμου. Ο πόλεμος μπορεί να αποφευχθεί, μόνο, με την αποτροπή της υλοποίησης των αμερικανονατοϊκών σχεδιασμών, που τον φέρνουν πιο κοντά. 
 
Και φυσικά, στην περίπτωση της FYROM και στον αμερικανικό σχεδιασμό, για την ένταξή της, στο ΝΑΤΟ, που καθιστά την έλευση του πολέμου, ως έναν, άμεσα, επικείμενο κίνδυνο, κομβικό ρόλο έχει η αποτροπή της υλοποίησης της συμφωνίας των Πρεσπών, που έγινε τον περασμένο Ιούνιο, ανάμεσα στην Ελλάδα και την πΓΔΜ και η οποία συμφωνία αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του αμερικανικού σχεδιασμού.
 
Αυτή είναι η ουσία της όλης υπόθεσης, που αφορά το σύγχρονο μακεδονικό ζήτημα. Η συμφωνία, που υπογράφηκε, από τους υπουργούς Εξωτερικών των δύο χωρών Νίκο Κοτζιά και Νικόλα Δημητρώφ ήταν απαίτηση  της Ουάσινγκτων και προφανώς, ο σχεδιασμός και η πραγματοποίησή της, συμφωνήθηκαν, πέρυσι, ανάμεσα στον Αλέξη Τσίπρα και τον Donald Trump, κατά την επίσκεψη του πρωθυπουργού, στην αμερικανική πρωτεύουσα (στην οποία συμφωνήθηκε και η παροχή στοιχείων, από το F.B.I., για την υποθεση Novartis και η οποία θα επιταχυνθεί, μετά την υπογραφή της συμφωνίας των Πρεσπών και τις δημόσιες αποκαλύψεις, για την ρωσική κατασκοπεία, στην Ελλάδα, που, επίσης, έγιναν, με την αμερικανική βοήθεια και στήριξη) έγινε, με την αμερικανική καθοδήγηση.
 
Κάποιοι φίλοι, με τους οποίους έχω συζητήσει το ζήτημα αυτό, αντιλαμβάνονται ότι η ανάμειξη του ΝΑΤΟ, στην υπόθεση δεν είναι κάτι το καλό, αλλά επειδή βλέπουν, κυρίως, την τοπική διάσταση της συμφωνίας των Πρεσπών και μέσα από μια ειρηνόφιλη διάθεση, θεωρούν ότι αυτή η συμφωνία είναι καλή και αναγκαία, παρά την συμπαρομαρτούσα προβληματικότητα της νατοϊκής ανάμειξης.
 
Μακάρι να έχουν δίκιο και τα πράγματα να έμεναν, μόνο, στις τοπικές τους διαστάσεις. Δυστυχώς, δεν είναι έτσι. Και τούτο διότι η συμφωνία των Πρεσπών βρίσκεται, στο επίκεντρο της δίνης της αντιπαράθεσης των στρατηγικών συμφερόντων και των αντίστοιχων σχεδιασμών των δύο υπερδυνάμεων και των εκατέρωθεν συμμάχων τους, αφού αυτή η συμφωνία καλύπτει και εξυπηρετεί, μονομερώς - και μάλιστα, σκανδαλωδώς, μονομερώς - τα αμερικανικά συμφέροντα και στρέφεται, ευθέως και απροσχημάτιστα, κατά των ρωσικών συμφερόντων, αφού άνοιξε τον δρόμο, για την ένταξη της FYROM, στο ΝΑΤΟ.
 
Αυτό είναι το (κυριολεκτικά, φλέγον) πρόβλημα, στην όλη υπόθεση της συμφωνίας των Πρεσπών, που συνήψαν οι κυβερνήσεις του Αλέξη Τσίπρα και του Ζόραν Ζάεφ, τον περασμένο Ιούνιο, ως εντεταλμένα όργανα εξυπηρέτησης των αμερικανικών συμφερόντων, την στιγμή, μάλιστα, που οι δύο άλλες κύριες δυνάμεις της περιοχής έχουν στραφεί, κατά της, εν λόγω, συμφωνίας και των οποίων η διαφωνία αγνοήθηκε, επιδεικτικά. Οι χώρες αυτές είναι η Σερβία και η Βουλγαρία, οι οποίες έχουν στρατηγικά συμφέροντα, στην περιοχή. Και των οποίων τα συμφέροντα βλάπτονται.
 
Πρωτίστως, η (σύμμαχος των Ρώσων) Σερβία, δεν επιθυμεί να χάσει την επιρροή, που διαθέτει, στα Σκόπια και δεν θέλει έναν νέο σύμμαχο της Αλβανίας, στην περιοχή και δευτερευόντως, η Βουλγαρία, η οποία δεν δέχεται την αναγνώριση χωριστού μακεδονικού έθνους, αλλά και αυτή, επίσης, δεν βλέπει με καλό μάτι την αύξηση της επιρροής της αλβανικής κοινότητας - δηλαδή της Αλβανίας, στην Σλαβομακεδονία, την οποία λογίζει, ως Δυτική Βουλγαρία.
 
Όλα αυτά θα μπορούσαν να αγνοηθούν, εάν είμασταν, στην εποχή της δεκαετίας του 2000. Άλλωστε, η Βουλγαρία είναι μέλος του ΝΑΤΟ και δεν έχει άλλες επιλογές, ενώ η Σερβία, ως ηττημένη, στον γιουγκοσλαβικό πόλεμο της δεκαετίας του 1990, δεν έχει, από μόνη της, καμμία βαρύτητα, στα αμερικανικά και στα ευρύτερα δυτικά κέντρα αποφάσεων. Οι Δυτικοί την έγραφαν, πάντα, στα παλαιότερα των υποδημάτων τους.
 
Σήμερα, όμως, όλα αυτά δεν ισχύουν. Η Σερβία και η ελίτ, που την διοικεί, έχουν πανίσχυρους συμμάχους. Πρώτα την Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν, αλλά και την Κίνα του Σι Τζινπίνγκ (οι Κινέζοι δεν έχουν ξεχάσει το πυραυλικό πλήγμα, που δέχτηκε το 1999, από τα αεροπλάνα του ΝΑΤΟ, η κινεζική πρεσβεία, στο Βελιγράδι, όπως και οι Ρώσοι δεν έχουν ξεχάσει την ταπείνωση, που υπέστησαν, την ίδια χρονιά, στον πόλεμο του Κοσόβου, από τους Δυτικούς - μια ταπείνωση, που οδήγησε τον Μπορίς Γέλτσιν να παραδώσει την εξουσία, στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Και φυσικά, όταν έλθει η ώρα, για όλα αυτά, αναζητείται ο λογαριασμός. Και αυτός ο λογαριασμός πληρώνεται).
 
Εδώ βρίσκεται ο άμεσος κίνδυνος μιας πολεμικής σύγκρουσης, διότι είναι σαφές ότι η Ρωσία θα υποστηρίξει τα συμφέροντά της και αυτό δεν θα το πράξει, στα λόγια και στις διακηρύξεις. Θα περάσει, σε έργα (ήδη έχει αρχίσει να το πράττει, όπως δείχνουν οι ενέργειές της στην Ελλάδα, για τις οποίες καταγγέλθηκε, ανοικτά και απροσχημάτιστα, από την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, για κατασκοπεία - και στην ουσία, για υπονομευτική δραστηριότητα, που στρέφεται κατά της πολιτικής της ελληνικής κυβέρνησης, έτσι όπως αυτή υλοποιείται, με την συμφωνία των Πρεσπών) και το όλο ζήτημα δεν είναι καθόλου φιλολογικό και δεν πρόκειται να απορροφηθεί, μέσα στην διελκυστίνδα της διπλωματίας.
 
Στην περιοχή μας, υπάρχουν στρατιωτικές υποδομές, με τις οποίες η ρωσική ηγεσία μπορεί να υποστηρίξει την δράση της, αφού δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι έχει δημιουργηθεί ρωσική στρατιωτική βάση, στην Σερβία, η οποία, μαζύ με τον ρωσικό στόλο, στην Μεσόγειο και τις ρωσικές βάσεις, που βρίσκονται, στην Συρία, αλλά και στην ίδια την Ρωσία, μπορεί να στηρίξει μια επέμβαση, στην Σλαβομακεδονία, με αρχικό όργανο την Σερβία, στην χώρα αυτή, ύστερα από μια πρόσκληση του προέδρου της FYROM Γκιόργκυ Ιβάνωφ και της κυβέρνησης της χώρας - η οποία, προφανώς, δεν θα είναι η κυβέρνηση του Ζόραν Ζάεφ.
 
Με αυτά τα δεδομένα, η κατάσταση, που έχει διαμορφωθεί, στα Βαλκάνια, μετά την συμφωνία των Πρεσπών και εξ αιτίας της είναι κρίσιμη. Ο πόλεμος μπορεί να ξεσπάσει, ανά πάσα στιγμή, καθώς αυτή η συμφωνία θα οδεύει, προς την σταδιακή υλοποίησή της. Και φυσικά, εάν προκύψει μια ανοικτή εσωτερική σύγκρουση, μέσα στην σλαβομακεδονική ελίτ, η όλη διαδικασία δεν θα σταματήσει, όπως προαναφέραμε, εκεί. 
 
Η σύγκρουση αυτή θα συμπαρασύρει και την αλβανική μειονότητα, η οποία, πιθανότατα, θα προσπαθήσει, με την βοήθεια της Αλβανίας, να αποσχισθεί και από εκεί και πέρα, η σύγκρουση των Μεγάλων Δυνάμεων, στην περιοχή θα καταστεί αναπόφευκτη και θα είναι, εάν πραγματοποιηθεί, σφοδρή, έστω και αν δεν είναι ευθεία. Εάν δηλαδή, γίνει κατορθωτό να μείνει, σε επίπεδο αντιπροσώπων. 
 
Με λίγα λόγια, είναι σφοδρότατα, πιθανό, εάν δεν ελεγχθεί η κατάσταση, να έχουμε, στα βορειοδυτικά σύνορα της χώρας μας μια νέου τύπου συριακή κρίση, με άλλα κύματα προσφύγων και νέες εκατόμβες θυμάτων, επειδή, έτσι το επιθυμούν τα συμφέροντα των υπερδυνάμεων.
 
Και φυσικά, οι ευθύνες της κυβέρνησης του Αλέξη Τσίπρα, για αυτή την κατάσταση, είναι άμεσες, είναι πολλές και είναι βαρύτατες, αφού, με την σύναψη της συμφωνίας των Πρεσπών και την μονόπλευρη εξυπηρέτηση των αμερικανικών συμφερόντων, στην περιοχή, ανοίγει τις πύλες της κολάσεως και φέρνει κοντά, τον πόλεμο, παρά τις υποκριτικές και αστείες προσπάθειες της ίδιας και του ΣΥΡΙΖΑ να πείσουν ότι εργάζονται, για την ειρήνη, στην περιοχή μας, με το στήσιμο "επιτροπών" (δικηγόρων και άλλων), "για την ειρήνη, την φιλία και την συνεργασία, στα Βαλκάνια".
 
Στην πραγματικότητα, οι συριζαίοι - αυτοί οι απίστευτοι "ριζοσπάστες" της νατοϊκής ελληνικής αριστεράς - φέρνουν, κοντά, το αίμα και την καταστροφή, μέσα από τον, σφοδρότατα, πιθανό επικείμενο πόλεμο. Έναν πόλεμο, που είναι αχρείαστος και μπορεί να αποτραπεί (και τον οποίο, όπως προείπα, ελπίζω να αποτρέψουν, στην σημερινή τους συνάντηση οι δύο ηγέτες των Η.Π.Α. και της Ρωσίας. Αυτό, όμως, ούτε σίγουρο είναι, ούτε είναι δεδομένη η πρόθεσή τους, για κάτι τέτοιο).
 
Αυτή είναι η ουσία του σύγχρονου μακεδονικού προβλήματος. 
 
Και φυσικά, αυτή η ουσία δεν έχει καμμία σχέση με το ονοματολογικό ζήτημα της πΓΔΜ και τα συμπαρομαρτούντα...