6/2020 "Opinion Poll" : Το μόνο αξιοπαρατήρητο στοιχείο είναι η εμφανιζόμενη δυναμική του νέου κόμματος του Ηλία Κασιδιάρη και η δημοσκοπική παρακμή της "Ελληνικής Λύσης" του Κυριάκου Βελόπουλου, γεγονός, το οποίο δεν αποτελεί έκπληξη. Όπως δεν αποτελεί έκπληξη η καταγραφή της αυξανόμενης δυναμικής της Νέας Δημοκρατίας, η οποία έχει καταφέρει το πρωτοφανές γεγονός της μεγάλης αύξησης της εκλογικής της επιρροής, μόλις 11 μήνες, μετά τις περασμένες βουλευτικές εκλογές, εάν ληφθεί υπόψη και το γεγονός ότι το σχήμα καταγράφει, απλώς, την πρόθεση ψήφου του συγκεκριμένου δημοσκοπικού δείγματος του εκλογικού σώματος και όχι την τελική πρόβλεψη της ψήφου του.
 
 
 
 
 
 
 
Η χρονίζουσα απαξίωση του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα δεν είναι ένα φαινόμενο, το οποίο εξηγείται, από το γεγονός ότι η εκλογική του ήττα είναι πολύ πρόσφατη, παρά το ότι ήττα αυτή υπήρξε, απρόσμενα - αλλά όχι ανεξήγητα - περιορισμένη, ως προς το προβλεπόμενο μέγεθός της, τις προηγηθείσες ημέρες των βουλευτικών εκλογών της 7/7/2019.
 
Ούτε και η διευρυνόμενη δημοσκοπική απήχηση της Νέας Δημοκρατίας του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στο ελληνικό εκλογικό σώμα - παρά τα σοβαρότατα σφάλματα, που ο ίδιος διέπραξε - εξηγείται, από την άνετη εκλογική της επικράτηση, πριν από έναν, σχεδόν, χρόνο.
 
Το, σχετικά, μικρό χρονικό διάστημα, που έχει παρέλθει, από τις περυσινές βουλευτικές εκλογές, εξηγεί, βέβαια, την εξακολουθητική εκλογική κυριαρχία του κυβερνώντος συντηρητικού κόμματος και την αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να μπορέσει να το ξεπεράσει, αφού, πάντοτε, η όποια εξάντληση της πολιτικής κυριαρχίας ενός κόμματος, που κερδίζει τις εκλογές, αρχίζει να επέρχεται, τουλάχιστον, με την πάροδο ενός έτους από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών και συνήθως, αρκετά - ή και πολύ - μετά, από την πάροδο αυτού του χρονικού διαστήματος
 
Όμως, η παρούσα και δυναμικά εξελισσόμενη διεύρυνση των αποστάσεων, ανάμεσα, στο κυβερνητικό κόμμα και στο κόμμα της σημερινής αξιωματικής αντιπολίτευσης, δεν μπορεί, σε καμμία περίπτωση, να εξηγηθεί, από αυτό το παραδοσιακό πολιτικό φαινόμενο της δημοσκοπικής και της δυνητικά εκλογικής κυριαρχίας των κυβερνητικών κομμάτων, στον πρώτο χρόνο της διακυβέρνησης της χώρας, από αυτά. 
 
Η μεγέθυνση της εκλογικής και της προσωπικής απήχησης της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη, από τον ΣΥΡΙΖΑ και τον Αλέξη Τσίπρα, έτσι όπως αυτή εμφανίζεται και στην, παραπάνω, δημοσκόπηση της εταιρείας "Opinion Poll" (όπως και σε όλες τις άλλες δημοσκοπήσεις όλων των εταιρειών), που διεξήχθη, στις αρχές Ιουνίου 2020, δεν εξηγείται, από το γεγονός ότι από την εκλογική επικράτηση των δύο πρώτων και η εκλογική ήττα των δύο δεύτερων είναι, χρονικώς, πρόσφατη. Κάθε άλλο.
 
Λαμβάνοντας υπόψη και τα ποιοτικά στοιχεία της δημοσκόπησης αυτής, η διαπίστωση, στην οποία προβαίνω, περί του γεγονότος ότι η μικρή χρονική απόσταση, από τις παρελθούσες βουλευτικές εκλογές, δεν δικαιολογεί την δημοσκοπική άνοδο της Νέας Δημοκρατίας και του πρωθυπουργού και την, δημοσκοπικά, μεγάλη καθοδική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ και του αρχηγού του, καθίσταται, εξόχως, σαφέστερη, πολύ περισσότερο, ακριβώς επειδή, όπως προκύπτει, από τα δημοσκοπικά στοιχεία ότι, στο δημοσκοπικό εκλογικό δείγμα, η πλειοψηφία δεν εμπιστεύεται τον πρωθυπουργό, ως προς την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης, που εξελίσσεται και η οποία πρόκειται να διογκωθεί (το 52% - και αναλυτικά, λίγο, το 29%, ή, καθόλου, το 23% -, δηλώνει ότι δεν πιστεύει ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα μπορέσει να αντιμετωπίσει, αποτελεσματικά, τα προβλήματα της οικονομίας, ενώ το 46% απαντά ότι πιστεύει πως θα μπορέσει - πολύ  το 25% και αρκετά, το 21% και το 2%, απαντά ότι δεν γνωρίζει, ή ότι δεν απαντά).
 
Παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία του δημοσκοπικού δείγματος δεν πιστεύει - και δεν εμπιστεύεται - ότι ο πρωθυπουργός θα αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση (που, όπως έχω γράψει, επιδεινώθηκε, τα μέγιστα, εξ αιτίας των κακών χειρισμών, στους οποίους προέβη, όσον αφορά την διαχείριση της υπόθεσης του COVID-2019), στην ερώτηση, που αφορά το ποιά από τις προτάσεις εξόδου, από την οικονομική κρίση, οι ερωτώμενοι, κατά 42%, κρίνουν ως περισσότερο ρεαλιστική και αποτελεσματική, την πρόταση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ενώ, μόλις, το 10,8%, από αυτούς, προτιμάει την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα, ενώ το 27,3% απαντά ότι δεν πιστεύει καμμία από τις δύο προτάσεις και το 19,9% των ερωτώμενων δηλώνει ότι δεν ξέρει, ή ότι δεν απαντά.
 
Την ίδια στιγμή το 55% θεωρεί ότι η χώρα κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση, το 21% πιστεύει ότι κινείται, προς τη λάθος κατεύθυνση και το 19% έχει την άποψη ότι η χώρα δεν κινείται, ούτε προς την σωστή, ούτε προς την λάθος κατεύθυνση, ενώ το 5% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει, ή ότι δεν απαντά.
 
Τέλος, το 55% του δημοσκοπικού δείγματος θεωρεί, ως καταλληλότερο, για πρωθυπουργό, τον Κυριάκο Μητσοτάκη και μόλις, το 14,8% θεωρεί, σαν καταλληλότερο, για την πρωθυπουργία, τον Αλέξη Τσίπρα, ενώ το 27,8% κανέναν από τους δύο και το 2,3% δηλώνει ότι δεν γνωρίζει, ή ότι δεν απαντά.
 
Έχοντας όλα αυτά τα στοιχεία, τα οποία δείχνουν ότι το εκλογικό σώμα δεν είναι, καθόλου, ανέμελο, αλλά και τα στοιχεία, που απεικονίζονται, στο παραπάνω σχήμα, το οποίο παρουσιάζει την δημοσκοπική δύναμη των κομμάτων, πρέπει να πούμε ότι η πραγματική αιτία της αυξανόμενης πολιτικής κυριαρχίας του Κυριάκου Μητσοτάκη και της Νέας Δημοκρατίας δεν εντοπίζεται, σε κάποια δική της, σε κάποια εσωτερική δυναμική του κόμματος, που κυβερνά.
 
Η αύξουσα πολιτική κυριαρχία του κυβερνητικού κόμματος δεν εντοπίζεται ούτε, στην φυσιολογική, για τον δεδομένο πολιτικό χρόνο, στον οποίο βρισκόμαστε (μόλις, σχεδόν ένα έτος, από την διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών του περασμένου χρόνου), πολιτική αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ, να μπορέσει να φανεί, ως μια κάποια υπαρκτή εναλλακτική λύση.
 
Η αυξανόμενη - η αλματική θα μπορούσε κάποιος να πει - πολιτική κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας και του Κυριάκου Μητσοτάκη οφείλεται, στην εκτεταμένη και εξελισσόμενη πολιτική παρακμή του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλέξη Τσίπρα.
 
Αυτή είναι η πικρή αλήθεια, για το κόμμα της (ούτε πλέον) ριζοσπαστικοφανούς αριστεράς, το οποίο δεν έχει καμμία πρόταση εξουσίας και έχει καταστεί παρακολούθημα της πολιτικής της κυβέρνησης και του πρωθυπουργού.
 
Τώρα, ο πρώην πρωθυπουργός και η ηγετική ομάδα, που τον περιβάλλει, τρέχουν να προλάβουν τις εξελίξεις και στρέφονται, στο αστειοφανές πολιτικό σχήμα της "Προοδευτικής Συμμαχίας" (των Θανάση Θεοχαρόπουλου, Νίκου Μπίστη κλπ), προκειμένου να εξέλθουν, από τον καταπνικτικό βάλτο της πολιτικής παρακμής, στον οποίο έχουν περιπέσει, προτάσσοντας τον ισχυρισμό του Αλέξη Τσίπρα ότι έχει την διάθεση να ξεχάσει τις παλιές του αγάπες, προκειμένου να διευρύνει την πολιτική και την εκλογική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος, μόλις τώρα, μετονομάστηκε, σε "ΣΥΡΙΖΑ - Προοδευτική Συμμαχία".
 
Ανοησίες. Δεν είναι η όποια "Προοδευτική Συμμαχία" αυτή, που θα τερματίσει την αυξανόμενη και την εξελισσόμενη πολιτική παρακμή του Αλέξη Τσίπρα
 
Η σωτηρία του σημερινού κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης δεν βρίσκεται, στην μετατροπή του, σε ένα "ντροπαλό" κόμμα του πολιτικού κέντρου, διότι η προχωρημένη διαδικασία της μετατροπής του, σε ένα κόμμα, με κεντροαριστερό  πολιτικό πρόγραμμα, είναι η αιτία της επιταχυνόμενης πολιτικής παρακμής και της συνακόλουθης απαξίωσης του ΣΥΡΙΖΑ.
 
Δεν είναι η, ακόμη μεγαλύτερη, συντηρητικοποίηση του κόμματος αυτή, που θα δώσει μια νέα πνοή, στο σημερινό κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Αντίθετα, το οδηγεί, στην πλήρη απαξίωση.
 
Ο ΣΥΡΙΖΑ και η ηγεσία του βαδίζουν προς τον γκρεμό, αφού πληρώνουν (και θα εξακολουθήσουν, επί πολύ, να πληρώνουν) την προδοσία της εντολής του εκλογικού σώματος, που τους δόθηκε, στο δημοψήφισμα της 5/7/2015 και την επακολουθήσασα ραγδαία συντηρητικοποίηση του "ριζοσπαστικοφανούς" αυτού κόμματος της κομμουνιστογενούς αριστεράς.
 
Κάπως έτσι η πολιτική κυριαρχία του πρωθυπουργού και της Νέας Δημοκρατίας πρόκειται να είναι αδιατάρακτη, έως τις νέες βουλευτικές εκλογές, οι οποίες, όπως φαίνεται, δεν θα αργήσουν να γίνουν, εάν ο Κυριάκος Μητσοτάκης, μετά τον, μόλις, προαναγγελθέντα κυβερνητικό ανασχηματισμό, ολοκληρώσει τον σχεδιασμό του και τις διεξαγάγει, εντός των ολίγων προσεχών μηνών.
 
Ίδωμεν...