Μετά την παρωδία του ανασχηματισμού, που ανακοινώθηκε, από τον Στέλιο Πέτσα και που ολοκληρώθηκε, τα - χρονικά, κυρίως - δεδομένα δείχνουν ότι ο πρωθυπουργός δεν σκοπεύει να προκηρύξει βουλευτικές εκλογές. Βέβαια, στην τρέχουσα πολιτική πρακτική, οι ανατροπές ουδέποτε αποκλείονται, όμως, από όσες ενδείξεις έχουμε, τώρα, στα χέρια μας, φαίνεται ότι, με δεδομένο το γεγονός ότι το καλοκαίρι, σιγά-σιγά, απέρχεται, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εγκαταλείψει το σενάριο της διεξαγωγής εκλογών, μέσα στο ερχόμενο φθινόπωρο.
 
Φυσικά, κάνει λάθος, διότι η εντεινόμενη οικονομική κρίση, της οποίας η έκταση πρόκειται να μεγαλώσει, ταχύτατα και θα λάβει πρωτόγνωρες διαστάσεις, στο, αμέσως, ερχόμενο χρονικό διάστημα, όπως, επίσης και η μακροπρόθεσμη διάρκειά της, που θα εκταθεί, τουλάχιστον, κατά την ερχόμενη τριετία, θα τον οδηγήσει, σε πολύ δυσχερείς χειρισμούς, οι οποίοι, μέσα στα πλαίσια της ασκούμενης πολιτικής του, που υπαγορεύεται, από την ΕΚΤ, τον ESM και την Commission, είναι, σφοδρότατα, πιθανόν να καταρρακώσουν, κοινωνικά και πολιτικά και τον ίδιο και την κυβέρνησή του.
 
Εννοείται ότι οι όποιοι πολιτικοί υπολογισμοί του πρωθυπουργού και του επιτελείου του, στηρίζονται, στην υπαρκτή πραγματικότητα της εποχής μας, ήτοι στο αναμφισβήτητο γεγονός ότι, μετά την εκλογική νίκη του, στις βουλευτικές εκλογές της 7/7/2019, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία στερούνται οποιουδήποτε πολιτικού αντιπάλου, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, σταθερά παραπαίει, παρά το αξιοσημείωτο γεγονός ότι εξακολουθεί να συντηρεί ένα σημαντικό εκλογικό ακροατήριο, το οποίο, όμως, δεν αντιστοιχίζεται, στους υπάρχοντες κοινωνικούς θεσμούς, ενώ το ΠΑΣΟΚ/ΚΙΝΑΛ της Φώφης Γεννηματά συνεχίζει να λιμνάζει, σε χαμηλά ποσοστά και το ΚΚΕ, όπως και οι άλλοι κοινοβουλευτικοί κομματικοί σχηματισμοί ακολουθούν την ίδια πορεία.
 
Έτσι, η τρέχουσα πραγματικότητα επιτρέπει, στον Κυριάκο Μητσοτάκη να κοιμάται ήσυχος και να πιστεύει ότι δεν υπάρχει και ότι δεν πρόκειται να προκύψει κάτι, που να τον φοβίσει.
 
Δεν έχει δίκιο. Και δεν σκέπτεται σωστά. Παρά την δεδομένη ως παρούσα ανυπαρξία σοβαρών πολιτικών αντιπάλων, η πολιτική θέση και η κοινωνική αποδοχή της κυβέρνησης είναι επισφαλείς.
 
 
 
 
 
 
 
 
Με ένα δημόσιο έλλειμμα, στον ελληνικό κρατικό προϋπολογισμό, που το 2020, πιθανότατα θα ξεπεράσει τα 20 δισ. € (πολύ πιο πάνω, από το 10% του ελληνικού ΑΕΠ) και με μια πτώση της ελληνικής παραγωγής, στο 8-10%, χωρίς ουσιώδεις ελπίδες ανάκαμψης, στα επόμενα χρόνια, κατά την διάρκεια των οποίων,η λεγόμενη υγειονομική κρίση του COVID-2019 θα συνεχίσει να έχει σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, που θα βλάψουν τον τουρισμό, αλλά και την εσωτερική παραγωγή και κατά συνέπεια και τα εισοδήματα του πληθυσμού της χώρας, παρά τα "φιλοδωρήματα" των "ευρωενωσιακών" θεσμών, η πολιτική θέση και κυρίως, η κοινωνική αποδοχή της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, σε μεσομακροπρόθεσμο επίπεδο - όσος, δηλαδή, είναι και ο βίος της παρούσας βουλής, εάν εξαντληθούν τα χρονικά όριά του - καθίστανται, όπως, μόλις προανέφερα επισφαλείς.
 
Βέβαια, η ανυπαρξία σοβαρών πολιτικών αντιπάλων αποτελεί ένα πολύ σημαντικό εχέγγυο, για την κυβέρνηση. Και αυτό το εχέγγυο αποτελεί ένα πολύτιμο πολιτικό όπλο. Αλλά, από μόνο του, δεν αρκεί, με δεδομένη την εξελισσόμενη οικονομική κατάσταση, που, μόλις, περιέγραψα, η οποία πρόκειται να ενισχυθεί, από τον σχεδιασμό, για την πώληση των κόκκινων δανείων της ελληνικής μπατιροτραπεζοκρατίας και των κατοικιών των χρεωστών, που δεν είναι σε θέση να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους - ένα φαινόμενο, το οποίο ή ίδια η εξέλιξη και η εμβάθυνση της οικονομικής κρίσης διογκώνει, ολοένα και πιο πολύ.
 
Αλλά η ένταση της κοινωνικής δυσφορίας, που θα προκύψει, από την ένταση και την δεδομένη χρονική παράταση της οικονομικής κρίσης και όσα προοιωνίζονται ότι θα πραχθούν, από την κυβέρνηση και ιδίως, από τον νέο υπουργό αναπληρωτή Οικονομικών Θεόδωρο Σκυλακάκη, επί ζητημάτων διαχείρισης του σκέλους των δαπανών του κρατικού προϋπολογισμού, μπορούν, μέσα στο βάθος του κοινοβουλευτικού χρόνου της παρούσας βουλής και της κυβέρνησης, να δημιουργήσουν νέους και σοβαρούς πολιτικούς αντιπάλους, για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ή, ακόμη και να αναστήσουν τους πεθαμένους.
 
Ο πρωθυπουργός φαίνεται ότι οδηγεί τον εαυτό του να διαπράξει, αναλογικά, το ίδιο σφάλμα, που διέπραξε, το 2010, ο ΓΑΠ, που υπέγραψε το 1ο Μνημόνιο, χωρίς να έχει την δέουσα έγκριση, από τους εκλογείς και χωρίς να αναβαπτίσει την κυβέρνησή του, με την αναγκαία εντολή του εκλογικού σώματος, προσφεύγοντας, στην διεξαγωγή νέων βουλευτικών εκλογών. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, λοιπόν, κάνει λάθος.
 
Και όπως λέγεται, συνήθως, από τους παλαιούς πολιτικούς, όταν κάποιος κάνει λάθος, αφήστε τον να το κάνει.
 
Πολύ περισσότερο, μάλιστα, όταν αυτός, που κάνει το λάθος είναι ο πρωθυπουργός...