Ο Ιωάννης Μεταξάς, η 4η Αυγούστου 1936 και ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.

 
Το δραματικό ερώτημα του στρατηγού Francisco Franco - ο οποίος, στην φωτογραφία, απεικονίζεται, τον Οκτώβριο του 1940, με τον Adolf Hitler -, το οποίο απηύθυνε, τον Μάϊο του 1938, προς τον Έλληνα εκπρόσωπο του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ο οποίος εξελίχθηκε, σε θαυμαστή του, τον ναύαρχο Περικλή Αργυρόπουλο του Ιακώβου (τον αποκαλούμενο "Περιάκ", προκειμένου να διακρίνεται, από τον "Πεπέ", δηλαδή τον εξάδελφό του Περικλή Αργυρόπουλο του Αλεξάνδρου, ο οποίος υπήρξε διπλωμάτης και διετέλεσε υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησης του Ελευθερίου Βενιζέλου)
"Τι κακό κάναμε στην Ελλάδα και μας σκοτώνει, με τα πυρομαχικά της", δεν είναι το μόνο παράπονο του Ισπανού δικτάτορα και δεν αποτελεί προϊόν προπαγάνδας, ή εντυπωσιασμού.

Το ερώτημα αυτό του Ισπανού δικτάτορα είναι ένα ερώτημα, απολύτως, πραγματικό, ως προς το περιεχόμενό του, αφού, υπό την άμεση ανάμειξη, την ευθεία προτροπή, την άμεση διευκόλυνση και όποτε χρειάστηκε, την καθοδήγηση του Ιωάννη Μεταξά, η ελληνική πολεμική βιομηχανία, με πρωτεργάτη τον Πρόδρομο Μποδοσάκη - Αθανασιάδη, τον πατριάρχη του ελληνικού καπιταλισμού και την ΠΥΡΚΑΛ και φυσικά, το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, που μεταφέρει τα πολεμοφόδια, είναι οι πολύ σημαντικοί μηχανισμοί, που τροφοδοτούν, αφειδώς και φυσικά, με ιλιγγιώδη κερδοφορία, με τα ελληνικά πυρομαχικά, τον στρατό και τα λοιπά ένοπλα τμήματα της Ισπανικής Δημοκρατίας.

Ο Έλληνας δικτάτορας είχε τους λόγους του, που επέδειξε αυτή την ανοικτή εχθρική συμπεριφορά, προς τον ομοϊδεάτη του Ισπανό δικτάτορα. Και οι λόγοι αυτοί (οι οποίοι, προφανώς, στερούντο οποιουδήποτε ιδεολογικού περιεχομένου, αφού ο Ιωάννης Μεταξάς, ως εθνικιστής και πεισμένος αντικοινοβουλευτικός, απεχθανόταν τον διεθνισμό και την δημοκρατία), ήσαν ορθοί και ενδεδειγμένοι, διότι είχαν τεθεί, μέσα σε ένα δεδομένο ορθολογικό πλαίσιο και ευρίσκοντο, μέσα στα όρια της εξυπηρέτησης του εθνικού συμφέροντος, έτσι όπως αυτό προέκυπτε, από την γεωστρατηγική ανάλυση των δεδομένων, που είχε να αντιμετωπίσει ο ηγέτης του ελληνικού φασισμού, ο οποίος επέλεξε να εντάξει την ελληνική εξωτερική πολιτική, στο άρμα της Βρετανίας.

Βέβαια, ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο ηγέτης του ισπανικού φασισμού, ο στρατηγός Francisco Franco απεχθανόταν και μισούσε, θανάσιμα, τον Ιωάννη Μεταξά, τον ηγέτη του ελληνικού, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος της 4ης Αυγούστου 1936. Αυτοί που έχουν εντρυφήσει, στην μελέτη της ιστορίας του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, γνωρίζουν, πολύ καλά, την ένταση των αρνητικών συναισθημάτων, που έτρεφε ο Ισπανός δικτάτορας, για τον Έλληνα ομόλογό του. Όπως, επίσης, γνωρίζουν το ίδιο καλά και την αιτία της σφοδρότητας αυτών των αρνητικών συναισθημάτων, η οποία, προφανώς, οφείλεται, στα πεπραγμένα του Ιωάννη Μεταξά, που μόλις περιγράψαμε και τα οποία δυσχέραναν και καθυστέρησαν, επί πολύ, την τελική νίκη των Ισπανών φασιστών και την πτώση της ισπανικής δημοκρατίας.

Αυτή η νίκη και αυτή η πτώση ουδέποτε θα συνέβαιναν, εάν οι παρατάξεις, που συγκροτούσαν το δημοκρατικό στρατόπεδο, διαχειρίζονταν τα γεγονότα, με στοιχειώδη σύνεση και εάν η Βρετανία δεν επεδείκνυε εκείνη την βλακώδη συμπεριφορά της επιτηδευμένης ευνοϊκής, προς τον ισπανικό φασισμό, ουδετερότητας, που επέδειξε, επί μακρόν, κατά την διάρκεια του ισπανικού εμφυλίου πολέμου και η οποία απέβη προς το συμφέρον των πραξικοπηματιών και των διεθνών συνεργατών τους, δηλαδή της Ιταλίας και κυρίως της Γερμανίας. Από αυτή την πολιτική προσπάθησε, στην πορεία, να απεγκλωβισθεί, αλλά ήταν, πλέον, αργά. Η πλάστιγγα του στρατιωτικού συσχετισμού των δυνάμεων, στα ισπανικά μέτωπα, είχε γείρει, αναπότρεπτα, υπέρ των εθνικιστών και των φασιστών.

Ο πολύς κόσμος και εδώ, στην Ελλάδα, αλλά και διεθνώς, δηλαδή αυτό, που αποκαλείται, ως "ευρύ κοινό", ή/και ως "κοινή γνώμη", αγνοεί όλα όσα έφεραν, σε αντιπαράθεση τους δύο ομοϊδεάτες δικτάτορες, καθώς και την αμείλικτη σύγκρουσή τους, η οποία, βέβαια, προκλήθηκε, προφανώς και από το οικονομικό συμφέρον της ομάδας των ανθρώπων, που περιέβαλε τον Έλληνα δικτάτορα, αλλά η κύρια και βασική αιτία αυτής της μη αναμενόμενης, αυτής της αναπάντεχης σύγκρουσης δεν ήταν άλλη, από την αντίληψη του ευρύτερου εθνικού συμφέροντος, έτσι όπως αυτό το εθνικό συμφέρον είχε διαμορφωθεί, στο μυαλό του Ιωάννη Μεταξά και φυσικά, του οποίου οι προτεραιότητες ευρίσκοντο μακριά, από τις όποιες ιδεολογικές αναφορές και συγγένειες.

Ιωάννης Μεταξάς και Πρόδρομος Μποδοσάκης - Αθανασιάδης, σε φωτογραφία εκείνης της εποχής, στα εγκαίνια νέων μονάδων της ΠΥΡΚΑΛ, που είχε βρει μεγάλες και επικερδείς εργασίες, εξ αιτίας του ισπανικού εμφυλίου πολέμου. Η διεξαγωγή του πολέμου αυτού έφερε πολύ χρήμα και δουλειές, στην ελληνική οικονομία, αφού η παραγωγική δυναμικότητα των εργοστασιακών μονάδων της ΠΥΡΚΑΛ έφθασε, αρχικά, με το ξέσπασμα του πολέμου, στην Ισπανία, τα 400.000 φυσίγγια, ημερησίως, για να ανέλθει, μέσα στο 1937, στa 1.000.000 φυσίγγια και στην συνέχεια, στα 2.000.000 φυσίγγια, την ημέρα, ενώ οι εργαζόμενοι σε αυτές τις μονάδες, από μερικές εκατοντάδες, που ήσαν, έφθασαν και ξεπέρασαν τις 10.000, ακόμη και τις 12.000.

Και οι προτεραιότητες αυτές, με βάση τις οποίες ο Ιωάννης Μεταξάς προσδιόριζε το εθνικό συμφέρον της χώρας, είχαν, φυσικά, μια προφανή και πολύ επωφελή διάσταση, που αφορούσε την πολλαπλασιαστική επιτάχυνση της αναπτυξιακής πορείας της ελληνικής οικονομίας, αλλά δεν εξαντλούνταν σε αυτήν, αφού συνοδεύονταν και από την γεωπολιτική και γεωστρατηγική διάσταση, οι οποίες είχαν να κάνουν, με την θέση της Ελλάδας, στην λεκάνη της Μεσογείου και τις επιπτώσεις του ισπανικού εμφυλίου πολέμου, στους συσχετισμούς της δύναμης, που θα διαμορφώνονταν, στην περίπτωση της νίκης των Ισπανών φασιστών και της πτώσης της ισπανικής δημοκρατίας.

Βέβαια, όπως είναι φυσικό, όλα αυτά δεν πραγματοποιήθηκαν, απλώς και μόνο, για τους λόγους, που εκτέθηκαν,  παραπάνω. Μαζί με την εξυπηρέτηση των οικονομικών και των ευρύτερων γεωπολιτικών συμφερόντων της χώρας, εξυπηρετήθηκαν και τα άμεσα υλικά συμφέροντα ενός συγκεκριμένου κύκλου τριών προσώπων, τα οποία περιέβαλαν τον Ιωάννη Μεταξά. Στον κύκλο αυτόν βρίσκονται :

1) Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Ιωάννης Δροσόπουλος, ο οποίος, εκ της θέσεώς του, είχε την πλήρη αρμοδιότητα του ελέγχου του εξωτερικού εμπορίου της χώρας. 

2) Ο στενός συνεργάτης, βοηθός και προσωπικός γραμματέας του δικτάτορα, Ιωάννης Διάκος, ο οποίος έχει εντοπισθεί, ως ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής μιας σειράς αφανών εταιρειών, την ύπαρξη των οποίων είναι προφανές ότι ο Ιωάννης Μεταξάς γνώριζε, γεγονός, που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι και ο ίδιος εμπλεκόταν, με αυτές.

3) Ο Πρόδρομος Μποδοσάκης - Αθανασιάδης, ο μεγαλοβιομήχανος και έμπορος όπλων, ο οποίος υπήρξε, από παλαιά, χρηματοδότης πολλών Ελλήνων πολιτικών, ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο Ιωάννης Μεταξάς και το μικρό κόμμα των Ελευθεροφρόνων, του οποίου ο, μετέπειτα, δικτάτορας ηγείτο, ήταν εκείνος ο οποίος πραγματοποίησε όλη αυτή την επιχείρηση παραγωγής και εξαγωγής όπλων, την μερίδα του λέοντος των οποίων καρπώθηκε η νόμιμη δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας, αν και η αλήθεια είναι ότι ένα μικρό μέρος αυτής της παραγωγής ο Μποδοσάκης το πούλησε στους πραξικοπηματίες. Όπως, άλλωστε, έπρατταν και οι Γερμανοί, μέσω της εταιρείας Rheinmetall-Borsing, η οποία συνεργαζόταν, στενά, με την ΠΥΡΚΑΛ του Πρόδρομου Μποδοσάκη (γνωρίζοντας, πλήρως, τις δραστηριότητες της ελληνικής βιομηχανικής επιχείρησης και την πώληση όπλων, στους Ισπανούς Δημοκρατικούς) και η οποία, πέρα από αυτή την συνεργασία, με την ΠΥΡΚΑΛ, πωλούσε, υπό την άμεση καθοδήγηση του Χέρμαν Γκαίρινγκ, ελεγχόμενες ποσότητες οπλισμού, στους Δημοκρατικούς, για χάρη των θησαυροφυλακίων του γερμανικού κράτους (και του ιδίου, βεβαίως-βεβαίως).

Ο Ιωάννης Μεταξάς, μάλιστα, δεν δίστασε να εμπλακεί, άμεσα, στις δραστηριότητες του Μποδοσάκη, με τους δημοκρατικούς της Ισπανίας, που αφορούσαν αγοραπωλησίες όπλων, γεγονός, το οποίο έγινε αντιληπτό, από τον Francisco Franco και τους πραξικοπηματίες, οι οποίοι μάζεψαν στοιχεία, τα οποία, προφανώς, τους τα προμήθευσαν οι γερμανικές, ή οι ιταλικές μυστικές υπηρεσίες. Αυτά τα στοιχεία οι Ισπανοί φασίστες τα επέδειξαν, στον Περικλή Αργυρόπουλο, ο οποίος, πιστεύοντας ότι ο Έλληνας δικτάτορας αγνοούσε τις δραστηριότητες του Μποδοσάκη και ότι είχε πέσει θύμα μιας (στην πραγματικότητα, ανύπαρκτης) εσωτερικής πλεκτάνης, απέστειλε, στις 30/5/1938, μια επιστολή, στον Ιωάννη Μεταξά, στην οποία επεξηγούσε, με κάθε λεπτομέρεια, τα στοιχεία, που του παρουσίασε το υπουργείο Εξωτερικών του Ισπανού πραξικοπηματία και τα οποία ήσαν :

α) Μια φωτογραφία κρυπτογραφικού τηλεγραφήματος του αρχηγού ΓΕΝ αντιναυάρχου Αλέξανδρου Σακελλαρίου, στον Νικόλαο Πολίτη, πρεσβευτή της Ελλάδας, στο Παρίσι και μια φωτογραφία επιβεβαιωτικής επιστολής, δια των οποίων ζητείτο να παρασχεθεί η απαραίτητη υποστήριξη, σε έναν εκπρόσωπο του Πρόδρομου Μποδοσάκη, για την αγορά, από την ΠΥΡΚΑΛ, 30 πυροβόλων 155 χιλιοστών, για την παράκτια άμυνα του Σαρωνικού, τα οποία, προφανώς, κατέληξαν, στα χέρια των Ισπανών δημοκρατικών.

β) Μια φωνογραφική πλάκα, με συνομιλίες, που έλαβαν χώρα, στο Παρίσι, μεταξύ του Πρόδρομου Μποδοσάκη - Αθανασιάδη, του πρώην υπουργού Απόστολου Αλεξανδρή και του Νικόλαου Πλαστήρα, για ανεφοδιασμούς των Ισπανών δημοκρατικών.

γ) Μια φωτογραφία εντολής του Πολιτικού Γραφείου του πρωθυπουργού, με την υπογραφή του Ιωάννη Μεταξά, με την οποία εδίδετο διαταγή, στο Λιμεναρχείο, για την φόρτωση υλικού, που προοριζόταν, για τους Ισπανούς Δημοκρατικούς.

δ) Φωνογραφικές πλάκες, οι οποίες περιείχαν συνομιλία, που έγινε, στο σπίτι του ιατρού Λοράνδου, φίλου (όπως τον περιγράφει ο Περικλής Αργυρόπουλος, στην μακροσκελή επιστολή του, προς τον, τότε, πρωθυπουργό) του Ιωάννη Μεταξά και των ανθρώπων του κύκλου του, στην οδό Βουκουρεστίου, στην Αθήνα και στην οποία συμμετείχε ο Ιωάννης Διάκος και αφορούσε φορτοεκφορτώσεις υλικού, προς την δημοκρατική Ισπανία.

ε) Τέλος, ο Περικλής Αργυρόπουλος έστειλε, στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος είχε αναλάβει και τα καθήκοντα του υπουργού Εξωτερικών και μια φωτογραφία, που του έδωσε το υπουργείο Εξωτερικών του Francisco Franco, στην οποία απεικονίζονταν τα πτώματα τεσσάρων Ισπανών φασιστών, οι οποίοι είχαν - ή υποτίθεται ότι είχαν - φονευθεί, από ελληνικές σφαίρες, τις οποίες ο Μεταξάς και ο Μποδοσάκης είχαν πωλήσει στην κυβέρνηση των Δημοκρατικών. Και μάλιστα, στο πίσω μέρος της φωτογραφίας αυτής είχε δακτυλογραφηθεί κείμενο, στην γαλλική γλώσσα, στο οποίο αναφερόταν ότι :

"Στην κεντρική πλατεία της Σαλαμάνγκα, υπάρχει κεντρικός χώρος, όπου, σε κάποια μελλοντική στιγμή, θα εκτεθεί η καταφανής συνεργασία, μεταξύ του αποκαλούμενου Προέδρου του Συμβουλίου κ. Μεταξά και των συνεργατών του, Διάκου, Μποδοσάκη και άλλων".

Είναι σαφές ότι ο Ιωάννης Μεταξάς είχε να αντιμετωπίσει την εκδικητική μανία και είχε μπει, στο στόχαστρο των Ισπανών φασιστών, αλλά η αλήθεια είναι ότι, δεν ίδρωσε το αυτί του, από τις εκτοξευόμενες απειλές. Απέρριψε όλες τις κατηγορίες, αλλά αντιλήφθηκε ότι, εντός και εκτός διαφόρων ευαίσθητων και νευραλγικών τομέων του ελληνικού κράτους, δρούσε κάποιος σοβαρός και μη εντοπισμένος κατασκοπευτικός μηχανισμός ξένων δυνάμεων, που είχαν αυτές τις τεχνολογικές δυνατότητες. Αυτός ο μηχανισμός, μάλιστα, ήταν τόσο οργανωμένος και τόσο εκτεταμένος, που έφθανε, πλησίον του ιδίου και για τον λόγο αυτόν, παρέπεμψε την υπόθεση, στον Κωνσταντίνο Μανιαδάκη, για να βρει άκρη. Το τί αυτός έπραξε και αν μπόρεσε να εντοπίσει αυτές τις ομάδες των ξένων κατασκόπων, δεν είναι γνωστό.

Όμως, πέρα από τα προφανή και άμεσα προσωπικά υλικά συμφέροντα, που, εδώ, περιγράφονται, η αλήθεια είναι ότι όλες αυτές οι διαστάσεις και οι προτεραιότητες, που αφορούσαν και συνδέονταν, άμεσα, με την ελληνική εξωτερική πολιτική και την πολιτική των συμμαχιών της χώρας, οδήγησαν τον Ιωάννη Μεταξά να στραφεί, κατά των Ισπανών πραξικοπηματιών και κατά της νίκης των Ισπανών φασιστών, στον εμφύλιο πόλεμο, που ξέσπασε σε αυτή την χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου. 

Αυτό, που εξετάζουμε, στο παρόν δημοσίευμα, είναι το γιατί συνέβη αυτό και γιατί και πώς ο Ιωάννης Μεταξάς οδηγήθηκε, σε αυτή την εχθρική πολιτική στάση και συμπεριφορά, απέναντι στον μαχόμενο, για την εξουσία, ισπανικό φασισμό, μια στάση,  και μια συμπεριφορά, που συγκρότησαν ένα παράδοξο σύνολο τρέχουσας πολιτικής πρακτικής, το οποίο και τότε, αντιμετωπίστηκε και ακόμη και σήμερα, θεωρείται, ως, ιδεολογικά, ασυνεπές και πολιτικά, σκανδαλώδες, σε τέτοιο βαθμό, που όσοι εξακολουθούν να έχουν, ως ιδεολογική αναφορά τους, το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, τον Ιωάννη Μεταξά και τις αντικοινοβουλευτικές του πεποιθήσεις, οι οποίες κατέληξαν να εγκολπωθούν τον φασισμό, κυρίως, ως προς την ναζιστική του εκδοχή, αποφεύγουν να κάνουν οποιαδήποτε μνεία, στην έμπρακτη εχθρική πολιτική στάση του Ιωάννη Μεταξά, απέναντι, στους Ισπανούς ομοϊδεάτες του.

Το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου 1936, που επιβλήθηκε, από τον, τότε, κοινοβουλευτικό πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά και τον βασιλιά Γεώργιο Β' και ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος αποτελούν δύο τεράστιες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές οι οποίες είναι, άρρηκτα, συνδεδεμένες μεταξύ τους. Προφανώς, η βαρύτητά τους δεν είναι η ίδια, αφού οι εξελίξεις, σε αυτήν την μεγάλη χώρα της Ιβηρικής χερσονήσου, υπήρξαν κοσμογονικές και απείρως, δραματικές, σε σχέση με όσα συνέβησαν στην Ελλάδα, αλλά αυτή η διαπίστωση δεν αλλάζει τα δεδομένα της άμεσης σύνδεσης των εξελίξεων, που έλαβαν χώρα, στα δύο ευρωπαϊκά άκρα της λεκάνης της Μεσογείου, την ίδια χρονική περίοδο.

Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος και η κοινωνική επανάσταση, που ξέσπασε, αμέσως, μόλις ο ισπανικός στρατός, με επί κεφαλής τον στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο - και όχι, μόνον, αυτόν - πραγματοποίησε το πραξικόπημα, κατά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, στις 18/19 Ιουλίου 1936, υπήρξαν η αιτία και η αφορμή, που προσδιόρισαν τις ραγδαίες πολιτικές εξελίξεις και ανακατατάξεις, στον ελλαδικό χώρο, αφού ο βασιλιάς Γεώργιος Β', ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς και το έντρομο τμήμα της συντηρητικής πολιτικοοικονομικής ελίτ της χώρας μας, προέβησαν, λίγες ημέρες μετά το στρατιωτικό πραξικόπημα του στρατηγού Φράνκο, κατά της κυβέρνησης της Αριστεράς, στην αναστολή των βασικών άρθρων του Συντάγματος, στην κατάργηση του δημοκρατικού καθεστώτος και στην κήρυξη της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου 1936.

Η δικτατορία αυτή εξελίχθηκε και προσδιορίστηκε, ως επιβολή ενός, οιονεί, φασιστικού καθεστώτος, με ηγέτη τον παλαιό στρατηγό, τον αδιάλλακτο αντιβενιζελικό και πιστό οπαδό του βασιλιά Κωνσταντίνου Α' και του θεσμού της βασιλείας, τον γηραιό, πια, Ιωάννη Μεταξά, στα πρότυπα του ιταλικού φασισμού και του γερμανικού ναζισμού και με μόνη ουσιαστική ιδιοτυπία, την ανυπαρξία ενός ηγετικού πολιτικού κόμματος, που να επωμίζεται την θεσμική και την πρακτική επικράτηση του καθεστώτος, εντός της ελληνικής κοινωνίας, προφανώς, επειδή ένα μαζικό κόμμα, με τέτοιες φιλοδοξίες και αξιώσεις, δεν υφίστατο εκείνη την εποχή, στην ελληνική κοινωνία, αλλά, κυρίως, επειδή η εντόπια ελίτ δεν επιθυμούσε οποιαδήποτε μορφή λαϊκής συμμετοχής, στην όλη διαδικασία, ακόμη και αν αυτή ήταν κατευθυνόμενη. Τα παραδείγματα της Ιταλίας και πολύ περισσότερο, της Γερμανίας, με το NSDAP και οι σοβαρές συστημικές στρεβλώσεις, που δημιουργήθηκαν, από την παρουσία της όποιας λαϊκής συμμετοχής, αποτελούσαν παραδείγματα, προς αποφυγή.

Η εγκαθίδρυση της δικτατορίας, στην Ελλάδα, αν και ήταν μέσα στα σενάρια, τα οποία εξετάζονταν, εκείνα τα ταραγμένα χρόνια, δεν αποτελούσε την πρώτη επιλογή του βασιλιά Γεώργιου Β', ο οποίος, μόλις, είχε επανέλθει, στον θρόνο του, μετά την κατάργηση της αβασίλευτης δημοκρατίας, ύστερα από την κατάπνιξη, από τον στρατηγό Γεώργιο Κονδύλη, του στρατιωτικού κινήματος της 1ης Μαρτίου 1935, στο οποίο ηγήθηκαν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο Νικόλαος Πλαστήρας.

Το κίνημα αυτό, αν και έδωσε, στον αγγλόφιλο βασιλιά Γεώργιο Β', όλες τις αφορμές, για την κήρυξη στρατιωτικής δικτατορίας - στην εγκαθίδρυση της οποίας, άλλωστε, αποσκοπούσαν και οι βενιζελικοί κινηματίες, στις τάξεις των οποίων επικρατούσαν φιλοφασιστικές αντιλήψεις και οι οποίοι είχαν έναν ιταλικό και γερμανικό προσανατολισμό - και παρά το γεγονός ότι ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης και οι φιλοβασιλικοί στρατιωτικοί , που τον περιέβαλαν, απέβλεπαν και αυτοί, στην εγκαθίδρυση μιας προσωποπαγούς δικτατορίας, δεν τον οδήγησε, προς αυτή την επιλογή.

Ούτε αυτός, ούτε η Βρετανία, στην οποία βρισκόταν, την περίοδο της εξορίας του και στην πολιτική της οποίας ήταν προσανατολισμένος, επιθυμούσαν την επιβολή μιας δικτατορίας, εκείνο τον καιρό. Προτίμησαν να επανεντάξουν, στα πλαίσια του πολιτικού καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας, την κεντρώα αντιπολίτευση και αρνήθηκαν οποιαδήποτε πολιτική εκτροπή, ακόμη και όταν, μετά τις βουλευτικές εκλογές της 26/1/1936, η, περίπου, ισοψηφία των δύο μεγάλων πολιτικών παρατάξεων των βασιλικών και των βενιζελικών έδωσε την δυνατότητα, στο μικρό, κοινοβουλετικά, Κ.Κ.Ε., να καταστεί ρυθμιστικός παράγοντας, στην βουλή, με αποτέλεσμα την σύναψη ενός συμφώνου συνεργασίας, ανάμεσα στο Κ.Κ.Ε. και τους βενιζελικούς, το περίφημο σύμφωνο Σοφούλη - Σκλάβαινα, βάσει του οποίου ο Θεμιστοκλής Σοφούλης εκλέχθηκε πρόεδρος της Βουλής.

Το σύμφωνο αυτό μπορεί να μην προχώρησε παραπέρα, λόγω των αντιδράσεων που προέκυψαν και εξ αιτίας του γεγονότος ότι οι βενιζελικοί δεν τήρησαν τις υποσχέσεις τους, αλλά προξένησε την παρέμβαση του στρατού, στον βασιλιά Γεώργιο Β', στον οποίο απευθύνθηκε ο στρατηγός Αλέξανδρος Παπάγος, ζητώντας του την κήρυξη δικτατορίας. Ο Γεώργιος Β' αρνήθηκε να ικανοποιήσει τον Αλέξανδρο Παπάγο και τους συν αυτώ και μάλιστα, επιτίμησε τον ηγέτη του διαβήματος, για την πράξη του.

Το ίδιο έπραξε ο Γεώργιος Β', μαζύ με τον πρωθυπουργό, πλέον, Ιωάννη Μεταξά, στα αιματηρά γεγονότα της πρωτομαγιάς του 1936, στην Θεσσαλονίκη. Ούτε και αυτή η περίσταση κρίθηκε ικανή να οδηγήσει τον βασιλιά και τον πρωθυπουργό, στην κήρυξη δικτατορίας. Αν και η κήρυξη της δικτατορίας ήταν ένα σενάριο, για το οποίο είχαν λάβει τα μέτρα τους και είχαν προετοιμασθεί, το σενάριο αυτό ήταν και παρέμεινε ένα εφεδρικό σενάριο, δηλαδή ένα σενάριο εκτάκτου ανάγκης.

Όλα αυτά, όμως, ίσχυαν, μέχρι τα μέσα του καλοκαιριού. Στις αρχές Αυγούστου, η κατάσταση και οι προτεραιότητες του βασιλιά και του πρωθυπουργού είχαν αλλάξει, άρδην και με ένα τρόπο δραματικό. Στις 4 Αυγούστου, ανέστειλαν τις βασικές διατάξεις του Συντάγματος, που αφορούσαν την λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος και κήρυξαν δικτατορία, η οποία, ευθύς εξ αρχής, είχε την έγκριση της βρετανικής κυβέρνησης και τέθηκε, υπό την καθοδήγηση των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών.

Αφορμή και αιτία, για αυτή την δραματική εξέλιξη, στα πολιτικά πράγματα της Ελλάδας, υπήρξαν τα κοσμογονικά γεγονότα, που έλαβαν χώρα, στις 18 και 19 Ιουλίου 1936, στην Ισπανία, με το πραξικόπημα του στρατού, κατά της κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, την αποτυχία των πραξικοπηματιών να επικρατήσουν και την σαρωτική κοινωνική επανάσταση, που ακολούθησε, με αποτέλεσμα οι δύο αντιπαρατιθέμενες δυνάμεις να οδηγηθούν, σε έναν τριετή και πολυαίμακτο εμφύλιο πόλεμο.

Η σαρωτική αναταραχή και η πλήρης αποσταθεροποίηση, στο δυτικό ευρωπαϊκό άκρο της λεκάνης της Μεσογείου και οι κοινωνικοί κίνδυνοι, που αυτή αναδείκνυε, μέσα από μια χαώδη επαναστατική διαδικασία, η οποία οδηγούσε στην δημιουργία μιας σοβιετικής Ισπανίας, ώθησαν, εσπευσμένα, την βρετανική εξωτερική πολιτική και την ελληνική πολιτική και οικονομική ελίτ, στην δυναμική αποτροπή ανάλογων εξελίξεων, στο ανατολικό ευρωπαϊκό άκρο της Μεσογείου, με την κατάλυση του δημοκρατικού καθεστώτος και την επιβολή μιας δικτατορίας, η οποία, στην πορεία, έλαβε τα χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων της εποχής, αλλά αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα και συνεργατικό εργαλείο της βρετανικής πολιτικής.

Με την βρετανική πολιτική ήταν, που είχε συνταχθεί, από τα μέσα της δεκαετίας του 1920 και σε όλη την διάρκεια της δεκαετίας του 1930 και την οποία είχε αποδεχθεί ο Ιωάννης Μεταξάς, ως κυρίαρχη, στα ελληνικά πολιτικά πράγματα. Με αυτή την πολιτική είχε αποφασίσει να συνεργασθεί, εγκαταλείποντας, οριστικά, τις όποιες προσωπικές και πολιτικές δεσμεύσεις του παρελθόντος, έναντι της Γερμανίας, τα παλαιά σφοδρά φιλογερμανικά του αισθήματα και τους αντίστοιχους ιδεολογικούς του προσανατολισμούς, οι οποίοι, όπως και ο ίδιος αναγκάστηκε να αναγνωρίσει, υπήρξαν καταστροφικοί, για την Ελλάδα και τα συμφέροντά της, στην μεστή κοσμοϊστορικών γεγονότων και συνάμα καταιγιστική περίοδο της δεκαετίας του 1910.

Η εύκολη επικράτηση και η επιβολή της δικτατορίας της 4ης Αυγούστου και η αποτροπή, μέσω αυτής, οποιασδήποτε επίφοβης πολιτικής και κοινωνικής εκτροπής, στην Ελλάδα, οδήγησε τον Ιωάννη Μεταξά, στην διατύπωση του κεντρικού αξιώματος της πολιτικής του, το οποίο ήταν, απολύτως, διαυγές και στηριζόταν στην πεποίθησή του ότι επέκειτο, λιγότερο, ή περισσότερο αργά και λιγότερο, ή περισσότερο γρήγορα, μια τεράστια πολεμική σύγκρουση, ανάμεσα στην Βρετανία και τους συμμάχους της, από την μια πλευρά και στην Γερμανία και τους δικούς της συμμάχους, από την άλλη, η οποία σύγκρουση θα ήταν πολύ χειρότερη από εκείνη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.

Σε αυτή την σύγκρουση, ο ίδιος ο Ιωάννης Μεταξάς θα προσπαθήσει, ως κυβερνήτης του τόπου, να κρατήσει, αρχικά, ουδέτερη στάση, αλλά επειδή αυτή η επιδίωξη θα είναι αδύνατο να επιτευχθεί και να καρποφορήσει, τελικώς, η Ελλάδα θα πάρει μέρος, στον πόλεμο αυτόν, στο πλευρό της θαλασσοκράτειρας Βρετανίας, διότι αυτό είναι το συμφέρον της χώρας, αφού είναι η Βρετανία, που θα επικρατήσει, σε αυτή την λυσσώδη σύγκρουση και όχι η Γερμανία.

Η πεποίθησή του αυτή και η εξωτερική πολιτική, στην οποία προσανατολιζόταν ο Ιωάννης Μεταξάς, εκφράστηκε, με αυτή την ενάργεια, στην συνεδρίαση του Ανωτάτου Ναυτικού Συμβουλίου, τον Σεπτέμβριο του 1936, με την ρητή διαταγή του, τότε, πρωθυπουργού να κρατηθεί μυστική, είναι δεδομένο ότι υπήρξε πολύ προχωρημένη και πολύ διαυγής, για την εποχή της.

Αυτό, πάντως, που αποτελεί βεβαιότητα είναι ότι η γεωπολιτική ανάλυση και η γεωστρατηγική στοχοθεσία του Ιωάννη Μεταξά υπήρξε πολύ πιο διαυγής, πολύ πιο ευκρινής και απολύτως, πιο πιστή στα γεγονότα, έτσι όπως αυτά εξελίχθηκαν, από τις όποιες αναλύσεις κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, στην βρετανική ελίτ, ακόμη και στο βρετανικό στρατιωτικό επιτελείο, που αντιμετώπιζαν τον κίνδυνο της σύγκρουσης, με την Γερμανία, μόνον, ως μια πιθανότητα, η οποία δεν βρισκόταν, στην πρώτη προτεραιότητα. Ο Έλληνας δικτάτορας μιλούσε, για αυτή την σύγκρουση, θεωρώντας την, ως βεβαιότητα και φυσικά, είχε δίκιο.

Αυτή η γεωπολιτική και γεωστρατηγική ανάλυση και όχι οι ιδεολογικές πεποιθήσεις και αναφορές του Ιωάννη Μεταξά, είναι εκείνη, που καθόρισε και την στάση του, απέναντι, στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο. Είναι σαφές ότι ο ηγέτης της ελληνικής εκδοχής του φασισμού μισούσε την ισπανική δημοκρατία και τις παρατάξεις της, από τους Βάσκους συντηρητικούς αυτονομιστές, μέχρι τους Καταλανούς, όπως, επίσης, πολύ περισσότερο, τους σοσιαλιστές, τους κομμουνιστές, είτε αυτοί ήσαν οπαδοί του Ιωσήφ Στάλιν, είτε του Λέοντα Τρότσκυ και φυσικά, περισσότερο όλων, τους αναρχικούς της C.N.T. και της F.A.I.

Επίσης, είναι σαφής η ιδεολογική ροπή και οι συμπάθειες του Ιωάννη Μεταξά, προς τον Francisco Franco και την ισπανική Φάλαγγα του Jose Antonio Primo de Rivera, την οποία, σε έναν σημαντικό βαθμό και ο ίδιος προσπάθησε να μιμηθεί, με την συγκρότηση της Εθνικής Οργάνωσης Νεολαίας, αλλά δεν ήσαν οι αντιπάθειες, ή οι συμπάθειές του, προς οποιοδήποτε ιδεολογικό ρεύμα, που προσδιόριζαν τις πράξεις του, ως πρωθυπουργού. Γέροντας, πια, μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1930, είχε την ικανότητα να αποφύγει τα σφάλματα της νεότητας και των ώριμων χρόνων του και να μην προσδιορίζει την πολιτική του δράση, με βάση την ιδεολογία και τα συναισθήματά του.

Έτσι, ο Ιωάννης Μεταξάς αντιλαμβανόμενος, πολύ γρήγορα και πάντως, πολύ πιο νωρίς, από την βρετανική πολιτική τάξη, ότι η επικράτηση των Ισπανών πραξικοπηματιών, όχι μόνο, δεν θα είναι εύκολη, αλλά και ότι δεν είναι δεδομένη, όπως επίσης, ότι η σύγκρουση, στην Ισπανία, θα οδηγούσε την χώρα, αυτή, σε έναν αιματηρό εμφύλιο πόλεμο, κατέληξε, στο συμπέρασμα ότι η ιταλική και η γερμανική ανάμειξη, δεν θα έμενε, στα αρχικά βοηθητικά στάδια, αλλά θα γινόταν συστηματική, θα εμβαθυνόταν και θα καθιστούσε τους πραξικοπηματίες υποχείρια του Adolf Hitler και του Benito Mussolini. Έτσι, στράφηκε, αμέσως, εναντίον των πραξικοπηματιών και της επικράτησής τους, στην Ισπανία, προκειμένου να αποτρέψει την κυριαρχία της ναζιστικής Γερμανίας, στον ευρωπαϊκό χώρο και της φασιστικής Ιταλίας, στην Μεσόγειο.

Για να γίνει κατανοητό το πόσο αφελής ήταν η ανάλυση της βρετανικής πολιτικής τάξης και το πόσο πιο μπροστά, βρισκόταν η ανάλυση του Ιωάννη Μεταξά και για τα τρέχοντα γεγονότα της ισπανικής σύγκρουσης, αλλά και για το μέλλον των σχέσεων της Βρετανίας, με την Γερμανία, καλό είναι να δούμε το τί έλεγε, στις 5/11/1936, στο Λονδίνο, ο Winston Churchill, στον πρεσβευτή της "Σοβιετικής Ένωσης" Ιβάν Μαΐσκυ :

"Εν πάση περιπτώσει, γιατί να φιλονικούμε ... θα παρέλθει μια εβδομάδα και όλη αυτή η δυσάρεστη ισπανική υπόθεση θα εξαφανισθεί, από το προσκήνιο... Έχετε δει τις ανταποκρίσεις, στις σημερινές εφημερίδες; Σε μία, ή δύο ημέρες, ο Φράνκο θα βρίσκεται, στην Μαδρίτη και τότε, ποιός θα θυμάται την ισπανική δημοκρατία";

Εννοείται, βέβαια, ότι ο Τσώρτσιλλ είχε άδικο. Η Μαδρίτη απέκρουσε την επίθεση των Ισπανών φασιστών και ο πόλεμος συνεχίστηκε, για άλλα, σχεδόν, δυόμισυ χρόνια.
Ο Ιωάννης Μεταξάς είχε δίκιο, διότι μπόρεσε να δει ότι η αδυναμία άμεσης επικράτησης του πραξικοπήματος του ισπανικού στρατού και η απόκρουσή του, από τις οργανωμένες δυνάμεις των Ισπανών εργατών και αγροτών και των άλλων μικρών και μεσαίων κοινωνικών στρωμάτων, που βρίσκονταν, κάτω από την επιρροή των πολιτικών παρατάξεων, που συνέθεταν τις δυνάμεις της Ισπανικής Δημοκρατίας, ανέτρεψε τα δεδομένα, εις βάρος των πραξικοπηματιών, οι οποίοι δεν θα μπορούσαν, πλέον, να επιβάλουν, εύκολα, τους στόχους τους.

Αποτέλεσμα αυτής της εξέλιξης, η οποία και πραγματοποιήθηκε, ήταν να συρθεί η Ισπανία, σε έναν μακροχρόνιο εμφύλιο πόλεμο, με αβέβαιη έκβαση, η οποία δεν θα έπρεπε να γείρει υπέρ των Ισπανών φασιστών και των Γερμανών και Ιταλών συμμάχων τους, αφού αυτή η εξέλιξη θα τους έδινε ένα προβάδισμα, στον επερχόμενο και κατά τον Ιωάννη Μεταξά, αναπόφευκτο πόλεμο, ανάμεσα στην Γερμανία, στην Βρετανία και τους συμμάχους τους.

Πολύ περισσότερο, μάλιστα, που η Ιταλία, ως άμεσος και κύριος εχθρός της Ελλάδας, στον χώρο της Μεσογείου, θα έπρεπε, από την μια μεριά, μεν, να ηττηθεί, αλλά, από την άλλη, δε, να χρονοτριβήσει και να φθαρεί, τόσο όσο ήταν χρήσιμο και απαραίτητο, για την ελληνική κυβέρνηση, ώστε αυτή να κερδίσει τον πολύτιμο και χρειαζούμενο χρόνο, προκειμένου να μπορέσει να ετοιμασθεί, για να αντιμετωπίσει την αναμενόμενη ιταλική επίθεση.

Και αυτόν τον χρόνο, ευτυχώς, ο Ιωάννης Μεταξάς και η χώρα τον είχαν...