(Μια κριτική αποτίμηση των ορθών εκτιμήσεων και των σφαλμάτων, που περιέχονται, στην εισήγηση του ηγέτη της "Σοβιετικής Ένωσης", προς το Πολιτικό Γραφείο των Μπολσεβίκων).


 

 

 
Με αφορμή το νέο ανιστόρητο, ως προ το ιστορικό του περιεχόμενο, ψήφισμα του "ευρωκοινοβουλίου" της 18/9/2019, με το οποίο ταυτίζεται, για μια, ακόμη, φορά, ο φασισμός / ναζισμός, με τον κομμουνισμό ("δουλειά δεν έχει ο διάολος, γαμάει τα παιδιά του" λέει η λαϊκή σοφία) και στο οποίο προβάλλεται ο εξωπραγματικός και καθαρά, προπαγανδιστικός ισχυρισμός ότι ο ναζισμός και ο κομμουνισμός υπήρξαν σύμμαχοι, είναι χρήσιμο, με την βοήθεια των νέων στοιχείων, που προέκυψαν, από τον, μερικό, έστω, αποχαρακτηρισμό και την δημοσιοποίηση των ιστορικών αρχείων της "σοβιετικής" περιόδου, να ξεκαθαρίσουμε τις όποιες γνωστικές εκκρεμότητες, που υφίστανται, γύρω από τα δεδομένα και την πραγματικότητα, που αυτά τα δεδομένα διαμόρφωσαν, οδηγώντας, στην σύναψη του Συμφώνου μη επιθέσεως, ανάμεσα στην ναζιστική Γερμανία και την "Σοβιετική Ένωση", που υπέγραψαν, στην Μόσχα, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών Joachim von Ribbentrop και Βιάτσεσλαβ Μολότωφ, στις 23/8/1939.
 
Η, πρόσφατα, δημοσιευθείσα εισήγηση του Ιωσήφ Στάλιν, στην συνεδρίαση του Πολιτικού Γραφείου της Κεντρικής Επιτροπής του Πανενωσιακού Κομμουνιστικού Κόμματος (Μπολσεβίκων), η οποία εισήγηση, έγινε, στις 19 Αυγούστου 1939, η οποία, όπως αναφέρει ο κ. Δημήτριος Β. Τριανταφυλλίδης - ο οποίος είναι ο μεταφραστής του κειμένου της, εν λόγω, εισήγησης, από τα ρωσικά, στα ελληνικά -, φυλάσσεται, στην Μόσχα, στο Κέντρο φύλαξης ιστορικών συλλογών τεκμηρίωσης, πρώην Ειδικό αρχείο της "Ε.Σ.Σ.Δ." (Φάκελος 7, κατάλογος 1, ντοσιέ 1223) ξεκαθαρίζει, πλήρως, τις όποιες ιστορικές εκκρεμότητες, που υπάρχουν, γύρω από το ζήτημα των προθέσεων του Ι. Β. Στάλιν και της λοιπής ηγεσίας της "σοβιετικής" γραφειοκρατίας εκείνης της εποχής, όσον αφορά αυτό το Σύμφωνο μη επιθέσεως και τις αδυσώπητες πραγματικότητες, που όλοι αυτοί είχαν να αντιμετωπίσουν.
 
Ας δούμε το κείμενο της εισήγησης του Ιωσήφ Στάλιν, προκειμένου να προβούμε, στις όποιες εκτιμήσεις μπορούμε να κάνουμε :
 
 
"Το ζήτημα του πολέμου και της ειρήνης έχει μπει, σε κρίσιμη για εμάς, φάση. Αν υπογράψουμε συμφωνία αλληλοβοήθειας, με την Γαλλία και την Μεγάλη Βρετανία, η Γερμανία θα απαρνηθεί την Πολωνία και θα αρχίσει να αναζητάει modus vivendi, με τα δυτικά κράτη. Ο πόλεμος θα αποτραπεί, αλλά, στην συνέχεια, τα γεγονότα μπορούν να λάβουν επικίνδυνη τροπή για την Ε.Σ.Σ.Δ. Αν δεχτούμε την πρόταση της Γερμανίας, για την υπογραφή κοινού συμφώνου, περί μη επίθεσης, φυσικά, αυτή θα επιτεθεί, στην Πολωνία και η ανάμειξη της Γαλλίας και της Αγγλίας, σε αυτόν τον πόλεμο, θα είναι αναπόφευκτη. Η Δυτική Ευρώπη θα συγκλονιστεί, από σοβαρές ταραχές και συγκρούσεις. Υπ’ αυτές τις συνθήκες, θα έχουμε πολλές πιθανότητες να μην λάβουμε μέρος, στην σύγκρουση και μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα έρθει η κατάλληλη και συμφέρουσα στιγμή να μπούμε στον πόλεμο.
 
Η εμπειρία των είκοσι τελευταίων χρόνων δείχνει ότι, κατά την ειρηνική περίοδο, δεν μπορούμε να έχουμε, στην Ευρώπη, κομμουνιστικό κίνημα τόσο ισχυρό, ώστε να το μπολσεβικικό κόμμα να πάρει την εξουσία. Η δικτατορία αυτού του κόμματος είναι δυνατή μόνο, ως αποτέλεσμα ενός μεγάλου πολέμου. Θα κάνουμε την επιλογή μας και αυτή είναι προφανής. Θα πρέπει να δεχτούμε την γερμανική πρόταση και ευγενικά, να στείλουμε πίσω την αγγλογαλλική αντιπροσωπεία. Το πρώτο πλεονέκτημα, που θα αποκτήσουμε, είναι η καταστροφή της Πολωνίας μέχρι τα προάστια της Βαρσοβίας, συμπεριλαμβανομένης της ουκρανικής Γαλικίας.
 
Η Γερμανία θα μας δώσει πλήρη ελευθερία κινήσεων, στις χώρες της Βαλτικής και δεν έχει αντίρρηση, ως προς την επιστροφή της Βεσσαραβίας, στην Ε.Σ.Σ.Δ. Είναι έτοιμη να μας παραχωρήσει ζώνες επιρροής, στην Ρουμανία, την Βουλγαρία και την Ουγγαρία. Παραμένει ανοιχτό το ζήτημα, που συνδέεται με την Γιουγκοσλαβία… Στο μεταξύ, εμείς θα πρέπει να προβλέψουμε τις επιπτώσεις, που θα απορρέουν, τόσο σε περίπτωση ήττας, όσο και σε περίπτωση νίκης της Γερμανίας. Στην περίπτωση της ήττας της, μοιραία, θα ακολουθήσει η σοβιετοποίηση της Γερμανίας και θα εγκαθιδρυθεί κομμουνιστική κυβέρνηση. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η σοβιετοποιημένη Γερμανία θα αντιμετωπίσει μεγάλο κίνδυνο, αν αυτή η σοβιετοποίηση είναι αποτέλεσμα μίας ήττας της Γερμανίας σε πόλεμο-αστραπή. Η Αγγλία και η Γαλλία θα είναι, ακόμη, αρκετά ισχυρές, ώστε να καταλάβουν το Βερολίνο και να εξοντώσουν την σοβιετική Γερμανία. Εμείς, με την σειρά μας, δεν θα είμαστε σε θέση να βοηθήσουμε τους μπολσεβίκους συντρόφους μας, στην Γερμανία.
 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο στόχος μας είναι να μπορέσει η Γερμανία να διεξάγει πολεμικές επιχειρήσεις, όσο το δυνατόν περισσότερο, με σκοπό να εξαντλήσει σε τέτοιο βαθμό την Αγγλία και την Γαλλία, ώστε να μην είναι σε θέση να εξοντώσουν την σοβιετοποιημένη Γερμανία. Ακολουθώντας ουδέτερη πολιτική και περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή, η Ε.Σ.Σ.Δ. θα βοηθήσει την σημερινή Γερμανία, προμηθεύοντάς την, με πρώτες ύλες και τρόφιμα. Είναι αυτονόητο, πως η βοήθεια μας δεν θα πρέπει να ξεπεράσει συγκεκριμένα όρια, προκειμένου να μην υπονομεύσουμε την οικονομία μας και αποδυναμώσουμε την ισχύ της.
 
Την ίδια στιγμή θα πρέπει να διεξάγουμε εντατική κομμουνιστική προπαγάνδα, ιδιαίτερα στις χώρες του αγγλογαλλικού κόσμου και κατά κύριο λόγο, στην Γαλλία. Θα πρέπει να κάνουμε τις κατάλληλες προετοιμασίες, ώστε, σε αυτή τη χώρα, κατά την πολεμική περίοδο, το κόμμα να περάσει στην παρανομία, απαρνούμενο τη νόμιμη δραστηριότητα. Ξέρουμε πως η δουλειά αυτή απαιτεί πολλά θύματα, αλλά οι Γάλλοι σύντροφοί μας δεν πρόκειται να εκδηλώσουν αμφιβολίες. Βασικοί τους στόχοι, κατά κύριο λόγο, θα πρέπει να είναι η διαλυτική δουλειά και η υπονόμευση του ηθικού του στρατεύματος και της αστυνομίας. Αν οι προκαταρκτικές αυτές ενέργειες πραγματοποιηθούν, επιτυχώς, η ασφάλεια της σοβιετικής Γερμανίας θα είναι διασφαλισμένη και αυτό θα συμβάλει στην σοβιετοποίηση της Γαλλίας.
 
Ας εξετάσουμε τώρα την δεύτερη υπόθεση, δηλαδή την νίκη της Γερμανίας. Ορισμένοι υποστηρίζουν την άποψη ότι αυτή η εξέλιξη περιέχει μεγάλους κινδύνους, για εμάς. Υπάρχει μία δόση αλήθειας, σε αυτόν τον ισχυρισμό, αλλά θα ήταν λάθος να πιστεύουμε πως ο κίνδυνος αυτός θα είναι τόσο κοντά και τόσο μεγάλος, όπως θεωρούν πολλοί. Αν η Γερμανία νικήσει, θα βγει, από τον πόλεμο, εξαντλημένη και δεν θα είναι σε θέση να ξεκινήσει μία ένοπλη σύγκρουση, με την Ε.Σ.Σ.Δ., για μία περίοδο τουλάχιστον δέκα ετών.
 
Βασικό της μέλημα θα είναι η επιτήρηση των ηττημένων Αγγλίας και Γαλλίας, με στόχο την παρεμπόδιση της αναβίωσής τους. Από την άλλη πλευρά, η νικηφόρα Γερμανία θα διαθέτει τεράστιες εκτάσεις και κατά τη διάρκεια πολλών δεκαετιών θα είναι απασχολημένη, με την «εκμετάλλευσή» τους και την εγκαθίδρυση, σε αυτές, της γερμανικής τάξης πραγμάτων. Είναι προφανές ότι η Γερμανία θα είναι πολύ απασχολημένη, με όλα αυτά, για να στραφεί εναντίον μας. Υπάρχει κι ένα, ακόμη, πράγμα, το οποίο ενισχύει την ασφάλειά μας. Στην νικημένη Γαλλία, το Κομμουνιστικό Κόμμα θα είναι πάντα πολύ ισχυρό. Η κομμουνιστική επανάσταση, μοιραία, θα έλθει κι εμείς μπορούμε να αξιοποιήσουμε αυτή την περίσταση, για να προστρέξουμε, προς βοήθεια της Γαλλίας και να την κάνουμε σύμμαχό μας. Αργότερα, όλοι οι λαοί που βρέθηκαν, υπό την «προστασία» της νικηφόρας Γερμανίας, θα γίνουν, επίσης, σύμμαχοί μας. Θα έχουμε ένα μεγάλο πεδίο δράσης, για την καλλιέργεια της παγκόσμιας επανάστασης.
 
Σύντροφοι!
 
Είναι προς το συμφέρον της Ε.Σ.Σ.Δ., της πατρίδας των εργαζομένων, ο πόλεμος να διεξαχθεί, ανάμεσα στο Ράιχ και το καπιταλιστικό αγγλογαλλικό μπλοκ. Θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα, ώστε ο πόλεμος αυτός να διαρκέσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, με στόχο την εξάντληση των δύο πλευρών. Για αυτόν τον λόγο, ειδικά, θα πρέπει να συμφωνήσουμε, για την υπογραφή συμφώνου που μας πρότεινε η Γερμανία και να εργαστούμε, ώστε ο πόλεμος αυτός, ο οποίος κηρύχθηκε, να διαρκέσει, όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο. Θα πρέπει να ενισχύσουμε την προπαγανδιστική μας δουλειά, στις εμπόλεμες χώρες, ώστε να είμαστε έτοιμοι για την περίοδο, μετά τη λήξη του πολέμου".*
 
 
* (Στο κείμενο της ελληνικής μετάφρασης έχω κάνει κάποιες μικροπαρεμβάσεις, οι οποίες αφορούν την ορθογραφία και δεν αλλάζουν το περιεχόμενό της).
 
 
 
 
Αυτά είναι, που εισηγήθηκε ο Ιωσήφ Στάλιν, στο Πολιτικό Γραφείο του "σοβιετικού" Κομμουνιστικού Κόμματος, σχετικά, με την σύναψη του Συμφώνου μη επιθέσεως, με την Γερμανία. Και αυτά, που εισηγήθηκε, αφαιρουμένου του περιεχομένου των ψευδοσυνειδησιακών αναφορών και εκτιμήσεων του εμπνεόμενου, από την μαρξιστική πολιτική θεωρία (η οποία, έμπρακτα, λειτούργησε και εξακολουθεί, ως τις ημέρες μας, καθώς και μετά, από αυτές, ως μια ιδεολογία, που, εκ της συστάσεώς της, ως τέτοιας, στρεβλώνει την πραγματικότητα), μπολσεβίκου ηγέτη, πρέπει να πούμε ότι, προσδιορίζονται, από τις αδυσώπητες πραγματικότητες της εποχής εκείνης, με τις οποίες ο Ιωσήφ Στάλιν αναμετράται και τις οποίες αντιμετωπίζει, ψυχρά και μεθοδικά, προβαίνοντας, στις δικές του εκτιμήσεις και προγνώσεις, ενώπιον των δεδομένων, που έχει μπροστά του. 
 
Από αυτές τις εκτιμήσεις και τις προγνώσεις του Ι. Β. Στάλιν, κάποιες υπήρξαν σωστές, αφού οι εξελίξεις, εν μέρει, πήραν την τροπή που προέβλεψε, αφού, όντως, για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα, η "Σοβιετική Ένωση" απέφυγε την εμπλοκή της, στον νέο μεγάλο πόλεμο. Κάποιες άλλες, όμως, αποδείχτηκαν, τραγικά, εσφαλμένες, αφού ο "σοβιετικός" ηγέτης δεν πίστεψε ότι η Γερμανία θα εισέβαλε, στην χώρα του και δεν έλαβε υπόψη του, τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Adolf Hitler, ο οποίος οδήγησε, τον Ιούνιο του 1941, την Γερμανία, στην, όχι μόνο, ουδόλως αναγκαία, αλλά και καταστροφική, για την ίδια, επίθεση, κατά της "Ε.Σ.Σ.Δ.", σε μια κρίσιμη χρονική στιγμή του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και ενώ η, μεν, Βρετανία του Winston Churchill, όχι μόνο δεν είχε ηττηθεί, αλλά και μαχόταν, σε όλα τα μέτωπα και οι, δε, Η.Π.Α. του Franklin Delano Roosevelt ήταν ορατό τοις πάσι ότι ετοιμάζονταν, για την είσοδό τους, στον πόλεμο, προκαλώντας, συνεχώς και με επίμονο τρόπο την Ιαπωνία του αυτοκράτορα Χιροχίτο.
 
Κατόπιν τούτων, είναι απαραίτητο, πριν μπούμε, στην ουσία των όσων ο Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς λέει, να εξετάσουμε το περιεχόμενο των ψευδοσυνειδησιακών/ιδεολογικών αναφορών του μπολσεβίκου ηγέτη, οι οποίες διαμόρφωναν την συνείδησή του και αντιστοιχούσαν, με στρεβλό τρόπο, στην πραγματικότητα εκείνης της εποχής.
 
Ο Ιωσήφ Στάλιν μιλώντας, στο Πολιτικό Γραφείο της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος, το οποίο, τότε, ήταν ένα - και το μόνο, στον κόσμο - κυβερνητικό κομμουνιστικό κόμμα, που είχε ως έναν πολύ σημαντικό βραχίονα, για την άσκηση της εξωτερικής πολιτικής της "Σοβιετικής Ένωσης, κάνει εκτενείς αναφορές, στην "κομμουνιστική επανάσταση", στην "παγκόσμια επανάσταση", στην "κομμουνιστική κυβέρνηση" και την "σοβιετοποίηση" της Γερμανίας και της Γαλλίας, είναι σαφές ότι πιστεύει σε αυτά που λέει. Όντως, τα πιστεύει, αλλά η ιστορική νοηματοδότηση αυτών των ψευδοσυνειδησιακών ιδεολογικών προσδιορισμών, στο πεδίο της εφαρμοσμένης πραγματικότητας διαφέρει, από τα (ομιχλώδη, άλλωστε) πιστεύματα και τις πεποιθήσεις του.
 
Ως εκ τούτου, αυτά, που λέει ο Ι. Β. Στάλιν, πρέπει να καταστεί, επίσης, σαφές ότι δεν αντιστοιχούν, στο κλασικό κοινωνικοαπελευθερωτικό περιεχόμενο, στο οποίο παραπέμπουν οι προσδιορισμοί και οι εκφράσεις, που χρησιμοποιεί και το οποίο κοινωνικαπελευθερωτικό περιεχόμενο προσδιορίζεται, από τις ριζοσπαστικές (ουτοπικές, ή μη) αντιλήψεις, τους αγώνες και τις θεσμικές δημιουργίες και κατακτήσεις του εργατικού κινήματος, έτσι όπως προέκυψαν, από την ιστορική πορεία του κινήματος αυτού (και όχι, μόνον, αυτού), με κομβικό συμβολικό σημείο την Κομμούνα του Παρισιού - αλλά και πολύ πριν από αυτήν.
 
Όμως, αυτές οι ιδεολογικές αναφορές του μπολσεβίκου ηγέτη, ως εκφορές του λόγου του, δεν αποτελούν λόγια κενά περιεχομένου. Αυτές οι ιδεολογικές αναφορές μπορεί να μην έχουν (και δεν έχουν) το αρχικό κοινωνικοαπελευθερωτικό τους περιεχόμενο, αλλά, παράλληλα, έχουν επανανοηματοδοθεί, μέσα από την έμπρακτη κοινωνονικοϊστορική τους κατασκευή, στο πεδίο της δρώμενης Ιστορίας και έχουν αποκτήσει ένα νέο, ένα άλλο ουσιαστικό και πραγματικό περιεχόμενο, το οποίο δεν έχει σχέση με τις αρχικές νοηματοδοτήσεις των αναφορών αυτών και είναι αντίθετο, από αυτές.
 
Δεν θα μπορούσε, στο πεδίο της δρώμενης Ιστορίας να γίνει διαφορετικά, στον βαθμό, που η μαρξιστική θεωρία είναι μια ενδογενώς, εξουσιαστική θεωρία των ελίτ των αυτοαποκαλούμενων, ως "πολιτικών και κοινωνικών επιστημόνων" και η οποία, κοινωνικά, θεσμοποιήθηκε και εκ της φοράς των κοινωνικών εξελίξεων, στον καπιταλιστικό κόσμο, ως μια ιδεολογία των ελίτ αυτών, οι οποίες, μέσα από τους αγώνες και τα όργανα εξουσίας των εργαζομένων (τα εργατικά συνδικάτα και τα εργατικά συμβούλια), σχηματοποιήθηκαν, ως κομματικές και μετέπειτα, συνάμα, ως κρατικές γραφειοκρατίες, με την, απολύτως, μη προβλεπόμενη και μη αναμενόμενη κατάληψη της εξουσίας, από τους μπολσεβίκους του Β. Ι. Λένιν, το 1917, στην καταρρέουσα ρωσική αυτοκρατορία και κοινωνία.
 
Έτσι, αυτές οι ιδεολογικές αναφορές του Ιωσήφ Στάλιν, που προσδιορίζουν το ψευδοσυνειδησιακό περιεχόμενο των πεποιθήσεών του, σε σχέση, με την ρέουσα πραγματικότητα της εποχής του, νοηματοδοτούνται, ως κοινωνικές και πολιτικές αναφορές, οι οποίες αντιστοιχούν, στους θεσμοποιημένους μηχανισμούς εξυπηρέτησης των συμφερόντων της κομματικής και της κρατικής γραφειοκρατίας της "Σοβιετικής Ένωσης" (αλλά και της Κομμουνιστικής Διεθνούς), που ασκούσε την πολιτική, την κοινωνική, την οικονομική και την ιδεολογική της κυριαρχία, επί του, μετεπαναστατικά, προλεταριοποιημένου πληθυσμού της χώρας αυτής και όχι, φυσικά, τα όποια συμφέροντα του προλεταριάτου, όπως και αν αυτά μπορούν να προσδιορισθούν και όπως και αν αυτό προσδιορίζεται.
 
Κάνοντας αυτό το αναγκαίο ξεκαθάρισμα, που αφορά την κοινωνική πραγματικότητα, που, με τον δικό τους τρόπο, εκφράζουν τα ψευδοσυνειδησιακά ιδεολογικά κατασκευάσματα του Ιωσήφ Στάλιν και της κομματικής και κρατικής γραφειοκρατίας της "Ε.Σ.Σ.Δ." και των κομμουνιστικών κομμάτων, αλλά και ευρύτερα, μιας τεράστιας, σε έκταση και επιρροή, μερίδας των μαρξιστών, έτσι όπως όλοι αυτοί γαλουγήθηκαν, από την λενινιστική εκδοχή του μαρξισμού, είναι απαραίτητο, τώρα, να δούμε τις άλλες εκτιμήσεις του μπολσεβίκου ηγέτη, που περιέχονται, στην παραπάνω εισήγησή του.
 
Ο ηγέτης του "σοβιετικού" Κομμουνιστικού Κόμματος είχε να αντιμετωπίσει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα. Η Γερμανία του Adolf Hitler ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει, σε πόλεμο, κατά της Πολωνίας, γνωρίζοντας, αφού είχε προειδοποιηθεί, επισήμως, ότι η Βρετανία και η Γαλλία θα της κήρυσσαν τον πόλεμο, γεγονός το οποίο σήμαινε ότι ο πόλεμος θα γενικευόταν και θα μετατρεπόταν, σε έναν νέο ευρωπαϊκό, αλλά και παγκόσμιο πόλεμο.
 
Ως εκ τούτου, αυτό, που ενδιέφερε τον Ιωσήφ Στάλιν, ήταν το να απομακρύνει την γερμανική στρατιωτική μηχανή, από την αυλή του και να την στρέψει προς άλλη κατεύθυνση. Και αυτό το κατάφερε, με την υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης, λίγες ημέρες, μετά την εισήγησή του, στο Πολιτικό Γραφείο του κόμματος.
 
Βέβαια, ο Adolf Hitler είχε, ήδη, αποφασίσει να καταλάβει την Πολωνία και να στραφεί, κατά των Αγγλογάλλων και θα το έπραττε, έτσι κι αλλιώς, όμως, αυτό είναι κάτι, για το οποίο ο μπολσεβίκος ηγέτης δεν μπορούσε να είναι βέβαιος. Με δεδομένη των αρνητική, έναντι των προτάσεων της "σοβιετικής" πλευράς, για την σύναψη συμμαχίας, στάση των Αγγλογάλλων, σε όλη την προηγούμενη περίοδο, που ξεκινάει, από την Συμφωνία του Μονάχου της 30/9/1938 (που, ήταν αυτή, που οδήγησε τον Ιωσήφ Στάλιν, στην συνάψη του σοβιετογερμανικού Συμφώνου μη επιθέσεως, του Αυγούστου του 1939) και τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας, που συμφωνήθηκε, από τους Adolf Hitler, Neville Chamberlain, Edouard Dalandier και Benito Mussolini και κατέληξε, στην κατάληψη της χώρας αυτής, από τα γερμανικά στρατεύματα, ο Ιωσήφ Στάλιν αντιλήφθηκε ότι δεν πρέπει να διαταράξει τους όποιους γερμανικούς σχεδιασμούς, πολύ περισσότερο, που τα ανταλλάγματα, τα οποία ο Adolf Hitler ήταν διατεθειμένος να δώσει, στην "σοβιετική" πλευρά, δεν ήσαν, καθόλου, ευκαταφρόνητα.
 
Από εκεί και πέρα, ο ηγέτης του μπολσεβίκικου κόμματος, στην εισήγησή του λέει ότι, αφού απομακρύνουν τον γερμανικό στρατό, από την "σοβιετική" αυλή, για όσο το δυνατόν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να ακολουθήσουν το δόγμα "βλέποντας και κάνοντας", ανάλογα, με τις εξελίξεις, που θα ακολουθήσουν.
 
Επί της ουσίας και γενικά μιλώντας, ο Ιωσήφ Στάλιν είχε δίκιο. 
 
Αλλά έκανε ένα πολύ μεγάλο σφάλμα, το οποίο τον οδήγησε, στο να βρεθεί η χώρα του, μετά, από 22 μήνες ειρήνης, στα σύνορά της, απροετοίμαστη να αντιμετωπίσει την γερμανική εισβολή, με αποτέλεσμα τις σαρωτικές ήττες του "σοβιετικού" στρατού, που έφεραν τους Γερμανούς, στα περίχωρα της Μόσχας.
 
Όπως, ήδη, είπα, ο Ιωσήφ Στάλιν δεν πίστεψε ότι ο γερμανικός στρατός θα εισέβαλε, στα εδάφη της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Αυτό ένα μεγάλο λάθος του, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Adolf Hitler και την άμεση και καθοριστική παρεμβατικότητα του Γερμανού ηγέτη, στις πολεμικές αποφάσεις. 
 
Αυτό είναι το συμπέρασμα, που, επίμονα, προκύπτει, από την παραπάνω εισήγησή του. Υποτίθεται, δηλαδή, ότι η γερμανική πολεμική μηχανή, όσο ασχολείτο, με τους Αγγλογάλλους, δεν επρόκειτο να στραφεί, κατά της χώρας του, κάτι, που τον οδηγούσε, στο προφανές συμπέρασμα ότι θα του έδινε την ευχερή δυνατότητα να επιλέξει την στάση, που θα κρατούσε, ανάλογα με τις εξελίξεις του πολέμου, στον οποίο ο ίδιος θα ήταν παρατηρητής, μέχρι εκείνο το χρονικό σημείο, στο οποίο θα έκρινε ότι συμφέρει, στα συμφέροντα της ελίτ την οποία εξέφραζε, να συμμετάσχει, στον πόλεμο αυτόν, αναφέροντας και τα εναλλακτικά σενάρια, για την "σοβιετοποίηση" (δηλαδή την κατάκτηση) της Γερμανίας, ή/και της Γαλλίας, όπως και άλλων ευρωπαϊκών χωρών.
 
Εδώ έπεσε έξω ο Ιωσήφ Στάλιν. Ο Adolf Hitler, μετά την μη αναμενόμενη πτώση της Γαλλίας, στα γερμανικά χέρια και παρά το γεγονός ότι έχασε την Μάχη της Αγγλίας, προέβη στην απρόβλεπτη, αψυχολόγητη, υψηλού ρίσκου και καταστροφική - όπως αποδείχτηκε, στην πράξη και όπως θα μπορούσε να προβλεφθεί και όπως είχε επισημανθεί, από το γερμανικό στρατιωτικό επιτελείο, το οποίο ο Γερμανός ηγέτης δεν έλαβε υπόψη του - κίνηση της εισβολής, στην "Σοβιετική Ένωση", ανατρέποντας κάθε λογική πρόβλεψη, η οποία στηριζόταν, στις, επί του εδάφους, στρατιωτικές ισορροπίες εκείνου του καιρού. Ο "σοβιετικός" ηγέτης πιάστηκε απροετοίμαστος και ήταν ανέτοιμος να αντιμετωπίσει το blitzkrieg της γερμανικής στρατιωτικής μηχανής. 
 
Το αποτέλεσμα ήταν ότι η διάσωση της χώρας ήλθε ως προϊόν της απίστευτης, μέχρι το 1943, ανεπάρκειας της Γερμανίας να διεξαγάγει έναν τόσο μεγάλο πόλεμο, όσο ήταν ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος, μαζύ με την στρατιωτική βοήθεια, που έλαβε η "Ε.Σ.Σ.Δ.", από τις Η.Π.Α., οι οποίες, κάτι λιγότερο, από έξι μήνες μετά την εισβολή των Γερμανών, στην "σοβιετική" ενδοχώρα, εισήλθαν, στον πόλεμο, κατά της Γερμανίας και των συμμάχων της.
 
Αυτά είναι τα αδυσώπητα δεδομένα, που είχαν να αντιμετωπίσουν εκείνη την εποχή, ο Ιωσήφ Στάλιν και η κομματική και κρατική γραφειοκρατία της "Σοβιετικής Ένωσης". Και αυτά τα αδυσώπητα δεδομένα, τα διαχειρίστηκαν, έτσι όπως μπορούσαν και όπως εκτίμησαν ότι έπρεπε να τα διαχειρισθούν - λιγότερο, ή περισσότερο καλά.
 
Όλα τα άλλα, που λένε οι "φωστήρες" των κομματικών γραφειοκρατιών του "ευρωκοινοβουλίου" είναι, απλώς, προπαγανδιστικά κουραφέξαλα. Με τα οποία κουραφέξαλα θα ασχοληθούμε, στο επόμενο δημοσίευμα.