23/8/1939 Το δισέλιδο κείμενο του Μυστικού Πρωτοκόλλου του Συμφώνου μη επιθέσεως, που υπέγραψαν οι υπουργοί Εξωτερικών της Γερμανίας και της "Σοβιετικής Ένωσης" Joachim von Ribbentrop και Μιάτσεσλαβ Μολότωφ. Το συγκεκριμένο ρωσικό αντίτυπο του Συμφώνου δόθηκε, στην δημοσιότητα, μετά την πτώση του "σοβιετικού" καθεστώτος, ενώ, μέχρι τότε, κυκλοφορούσε το γερμανικό του αντίτυπο, που έδωσαν, στην δημοσιότητα οι Αμερικανοί και το οποίο υπήρχε, μόνο, σε μικροφίλμ, αφού το πρωτότυπο είχε καταστραφεί, κατά την διάρκεια των βομβαρδισμών του Βερολίνου. Η ανυπαρξία του γερμανικού κειμένου έδωσε την ευκαιρία, στην Μόσχα, να αρνείται την ύπαρξή του, αλλά όλα αυτά έληξαν, όταν ο Μπορίς Γέλτσιν επέτρεψε την δημοσιοποίηση του ρωσικού κειμένου του Συμφώνου, όπου υπάρχουν οι υπαγραφές των δύο υπουργών, που το υπέγραψαν. Με το πρωτόκολλο αυτό, οι δύο χώρες, πριν η ναζιστική Γερμανία επιτεθεί, στην Πολωνία, μοίρασαν, μεταξύ τους τα πολωνικά εδάφη, ενώ οι Βαλτικές χώρες (εξαιρουμένης της Λιθουανίας, που θα περνούσε, στην γερμανική επιρροή), η Βεσσαραβία της Ρουμανίας και η Φιλανδία θα υπάγονταν, στην "σοβιετική" σφαίρα επιρροής. Τελικά, με τροποποίηση του Πρωτοκόλλου αυτού, η οποία έγινε, στις 25/9/1939 και η Λιθουανία παραχωρήθηκε, στην "Ε.Σ.Σ.Δ.", ενώ στην Γερμανία παραχωρήθηκε ένα πολύ μεγαλύτερο τμήμα της Πολωνίας. Φυσικά, αυτό το Σύμφωνο, ο Adolf Hitler το έγραψε στα παλαιότερα των υποδημάτων του, όταν, βλακωδώς, έθεσε σε κίνηση το σχέδιο "Barbarossa", με τα γνωστά αποτελέσματα, που επήλθαν, παρά το γεγονός ότι η "Σοβιετική Ένωση" βρέθηκε ανέτοιμη να αντιμετωπίσει την γερμανική πολεμική μηχανή, εξ αιτίας του γεγονότος ότι ο Ιωσήφ Στάλιν και η αποδεκατισμένη, από τις δίκες της Μόσχας, "σοβιετική" στρατιωτική ηγεσία, δεν πίστευαν ότι η γερμανική ηγεσία θα στρέφονταν, κατά της "Ε.Σ.Σ.Δ.". Δεν ήταν αβάσιμη αυτή η πεποίθηση. Ήταν βάσιμη, αλλά ήταν ο Adolf Hitler (ο οποίος πήρε την σχετική απόφαση) αυτός που ήταν απρόβλεπτος...
 
 
 
 
 
 
 
 
Από την εποχή της υπογραφής του γερμανοσοβιετικού συμφώνου μη επιθέσεως, έχει κυλίσει πολύ νερό, μέσα στους ωκεανούς, αφού έχουν περάσει 80 χρόνια, από τότε, αλλά τα διδάγματα, που βγαίνουν, από αυτή την μέγιστη τακτική πολιτικοστρατιωτική και διπλωματική πράξη, που, τον Αύγουστο του 1939, ανέτρεψε τις ισορροπίες, στον ευρωπαϊκό χώρο, με άμεσο αποτέλεσμα η Ευρώπη, στις αρχές Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους, να εισέλθει, για πολλοστή φορά, στον χώρο του φρενοκομείου και να συμπαρασύρει, στην συνέχεια, τον κόσμο ολόκληρο, μείνουν απαρασάλευτα και αναλλοίωτα, ιδίως, τώρα, εν όψει της τρέχουσας συγχυτικής ανισορροπίας, που διέπει τις διεθνείς σχέσεις, μετά την βαθύτατη κρίση της παγκοσμιοποίησης και της υποχώρησης της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας των Η.Π.Α. και της Δύσης, ενώπιον της ορμητικής ανόδου των περιφερειακών εθνικών κρατών και ιδίως της Κίνας και της Ρωσίας.
 
Ο κόσμος μας, σήμερα (και όσο περνάει ο καιρός, ακόμη περισσότερο) μοιάζει και είναι ένας κόσμος μιας μεταβατικής εποχής, έτσι, ακριβώς, όπως συνέβαινε την εποχή του Μεσοπολέμου. Μόνο που, εάν τότε, η ανερχόμενη δύναμη ήσαν οι Η.Π.Α. και οι παρηκμασμένες δυνάμεις ήσαν η Γερμανία και τα υπόλοιπα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη, τώρα οι ρόλοι φαίνονται να έχουν αλλάξει, αφού η ραγδαία ανερχόμενη δύναμη, με όλες της τις αδυναμίες, είναι η πολυάνθρωπη Κίνα, η οποία, εφέτος, κλείνει 70 χρόνια κομμουνιστικής διακυβέρνησης, ενώ οι Η.Π.Α. και αυτό, που αποκαλούμε Δύση, φαίνονται να έχουν εισέλθει, σε μια φάση αργής παρακμής, η οποία, όμως, ακόμη, δεν τις έχει αποδυναμώσει, γεγονός το οποίο καθιστά τις μέλλουσες εξελίξεις, απολύτως, αμφιλεγόμενες, αλλά και, σε κάθε περίπτωση, άκρως επικίνδυνες.
 
Οι ειρηνιστές και οι διάφοροι οικουμενιστές, που έχουν αναδειχθεί μέσα από την πρακτική της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας των αρχών της δεκαετίας του 1990 και ιδίως, μέσα από την προπαγανδιστική καταιγίδα, υπέρ της παγκοσμιοποίησης, την οποία θέλησαν να επιβάλουν (και σε έναν αξιόλογο βαθμό το επέτυχαν) οι δυτικές ελίτ, επιμένουν, βέβαια, να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες, που έχουν προκύψει, από την ραγδαία οπισθοδρόμηση της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας, η οποία  είναι αποτέλεσμα της εμφάνισης, στο παγκόσμιο προσκήνιο, της Κίνας, αλλά και των άλλων μεγάλων εθνικών κρατών (Ρωσία, Ινδία κλπ), τα οποία - υποτίθεται ότι - θα αποδυναμώνονταν, από την ίδια την λογική της παγκοσμιοποίησης, με αποτέλεσμα, να μην μπορούν να προβούν, σε μια ψύχραιμη στρατηγική ανάλυση των αντικεμενικών δεδομένων, που δημιουργήθηκαν, από το ξεστράτισμα και αυτήν την "διαστροφή" της παγκοσμιοποιητικής διαδικασίας.
 
Οι  διανοούμενοι της παγκοσμιοποίησης νομίζουν ότι είναι ρεαλιστές, αφού θέλουν να ισχυρίζονται ότι έχουν αφήσει, στην άκρη τις εθνικές ιδεολογίες και ότι ακολουθούν τα βήματα της νέας πλανητικής κατάστασης, την οποία έχει διαμορφώσει η αμερικανοδυτική ιδεολογία και η πραγματικότητα της παγκοσμιοποίησης, που, εν συνδυασμώ - υποτίθεται ότι - θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο, με το παγκόσμιο εμπόριο.  
 
Ανοησίες. Αυτές οι πεποιθήσεις, που συγκροτούν την σύγχρονη παγκοσμιοποιητική ιδεολογία, δεν είναι τίποτε περισσότερο, από το αντίστροφο των διάφορων εθνικιστικών πεποιθήσεων και ιδεολογιών και παραμένουν, ως ιδεολογικές κατασκευές, να είναι, εξαιρετικά, ανεδαφικές και καθόλου πρωτότυπες, αφού αποτελούν, στον κεντρικό τους πυρήνα, αναμασημένες κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού, έτσι όπως αυτός έχει εκφρασθεί, από την εποχή του Adam Smith και των κλασικών πατέρων της οικονομικής επιστήμης.
 
Βέβαια, αυτό το σύνολο πεποιθήσεων, εκπληρώνει και τις ψυχολογικές λειτουργίες της παγκοσμιοποιητικής ιδεολογίας, αφού δίνει το δικαίωμα, στους διάφορους διανοούμενους, αλλά και ευρύτερα, στις καπιταλιστικές ελίτ, κυρίως, της Δύσης να εμφανίζονται, ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών και να καλλιεργούν, στις εθνικές πολιτικές ελίτ την παρηγορητική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε μια τρέχουσα και συνάμα, ανώδυνη διαχείριση, η οποία απαλλάσσει όλους τους, από το φορτίο των μακροπρόθεσμων στρατηγικών επιλογών και από τις προφανείς ιστορικές τους ευθύνες. 
 
Όλοι αυτοί οι προπαγανδιστές της παγκοσμιοποιητικής ιδεολογίας επιχειρηματολογούν σε ζητήματα στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν τις εθνικές και τις πλανητικές εξελίξεις, οι οποίες, όμως, όχι, μόνο, δεν είναι, καθόλου, βέβαιες ότι θα συμβούν, αλλά και που και εάν πραγματοποιηθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους, με αποτέλεσμα να επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Οι άνθρωποι αυτοί μιλούν, γράφουν και πράττουν, σαν να υπήρχε, ήδη, ένας ενιαίος πλανητικός κόσμος και σαν να μην είναι δυνατόν να αντιστραφούν αυτές οι τάσεις, τις οποίες οι ίδιοι προβλέπουν ότι θα υπάρξουν και οι οποίες παρακάμπτουν, αυτό, που, ήδη, έχουν μπροστά τους και το οποίο, επίσης, οι ίδιοι (προτιμούν να) αγνοούν, επειδή η ύπαρξή του αναιρεί αυτές τις τάσεις.  
 
Ποιό είναι αυτό το γεγονός, που αναιρεί τα φληναφήματα των απολογητών της παγκοσμιοποίησης, για το οποίο, γίνεται λόγος; Έχουμε, ήδη, κάνει λόγο, γι' αυτό.
 
Αυτό, που αρνούνται να αντιμετωπίσουν, κατάματα, οι οπαδοί της παγκοσμιοποιητικής ιδεολογίας, είναι η ραγδαία άνοδος των εθνικών κρατών, με προεξάρχουσα την κομμουνιστική Κίνα.
 
Ο λόγος, για τον οποίο συμπεριφέρονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, οι σύγχρονοι ειρηνιστές της παγκοσμιοποίησης έχει να κάνει, με το απολούστατο γεγονός ότι, εάν αποδεχθούν αυτή την πραγματικότητα, θα πρέπει να εμπλακούν, σε μια πολύ ενοχλητική, για τους ίδιους, συζήτηση, για την στρατηγική, η οποία, όμως, στην ουσία, δεν θα αφορά ένα ενιαίο αντικείμενο. Θα αφορά τις, επί μέρους, εθνικές στρατηγικές των μεγάλων (αλλά και των μικρών) κρατών του πλανήτη και ως εκ τούτου, αυτού του είδους οι στρατηγικές συζητήσεις είναι απευκταίες, ως εκθεμελιωτικές της κυριαρχούσας και εύπεπτης ιδεολογικής κατασκευής της παγκοσμιοποίησης.
 
Οι απολογητές της παγκοσμιοποίησης δεν μπορούν να προχωρήσουν, σε συζητήσεις, επί των εθνικών στρατηγικών, επειδή αυτές εμπλέκονται, σε στρατιωτικά ζητήματα και σε πολεμικά ενδεχόμενα και έχουν την αντίληψη ότι επιλύουν αυτά τα υπαρκτά προβλήματα, μιλώντας, κατά του εθνικιστικού φανατισμού, αν και οι ίδιοι, πολλές φορές, καλλιεργούν έναν φανατισμό, ο οποίος είναι το ίδιο σκληρός, όσο και ο φανατισμός των εθνικιστών.
 
Βέβαια, οι εκφραστές του βαθύτατου αμερικανικού κράτους, όπως και ευρύτερα, των μεγάλων κρατών του δυτικού συνασπισμού, δεν είναι τόσο αφελείς, όσο οι κεκράκτες των ιδεολογημάτων της παγκοσμιοποίησης, τα σφάλματα της οποίας, ως δικού τους έργου, για την διατήρησης της πλανητικής κυριαρχίας των Η.Π.Α. και της Δύσης, έχουν, πλήρως, κατανοήσει. Αυτά τα σφάλματα εντοπίζονται, στο πρωταρχικό γεγονός της ένταξης της μεταμαοϊκής Κίνας του Ντένγκ Ξιάοπινγκ και των επιγόνων του, στην διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, η οποία οδήγησε, στην ραγδαία άνοδο της κινεζικής οικονομίας και στην μετατροπή της Κίνας, από έναν αδύναμο περιφερειακό παίκτη, στην Άπω Ανατολή, σε μια γοργά, εξελισσόμενη πλανητική υπερδύναμη, που, στον παρόντα χρόνο, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η οποία, φυσικά, στο - όχι πολύ μακρινό - μέλλον, θα μπορεί να επιβάλει τις θελήσεις της, στην παγκόσμια σκηνή.
 
Και φυσικά, κάπου εδώ, είναι που αρχίζουν τα παγκόσμια προβλήματα, αφού οι παλαιοί πλανητικοί κυρίαρχοι της Δύσης και οι νέοι διεκδικητές της πλανητικής πρωτοκαθεδρίας βρίσκονται, σε μια μεταβατική φάση, στην οποία η δύναμη των πρώτων φθίνει, χωρίς, όμως, να έχει παρέλθει, ενώ δύναμη των δεύτερων ανέρχεται, χωρίς, όμως, να έχει υπερκεράσει την δύναμη των Δυτικών.
 
Αυτή η μεταβατική φάση του πολυπολικού πλανητικού κόσμου, στην οποία βρισκόμαστε, σήμερα, είναι σαφές ότι αντιστοιχεί, στην, ομοίως, μεταβατική φάση του Μεσοπολέμου (1919 - 1939). Και μάλιστα, το αντίστοιχο "ρολόϊ" χρονομέτρησης των αντικριζόμενων αντίστοιχων γεγονότων βρίσκεται πολύ μακριά, από το 1919, δηλαδή, από το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου και πολύ κοντά, στην εποχή της υπογραφής του Σύμφωνου Ribbentrop - Μολότωφ, το 1939, που άνοιξε τον δρόμο, στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. 
 
Αυτό σημαίνει ότι βρισκόμαστε πολύ πιο κοντά, σε έναν παγκόσμιο πόλεμο, από ό,τι νομίζουμε ότι βρισκόμαστε. Δυστυχώς.
 
Εκείνη την εποχή - το 1939 -, όπως και σήμερα, τα πράγματα, στην διεθνή σκηνή, ήσαν, απολύτως, ρευστά. Η γερμανική ηγεσία, έχοντας άγνοια του επικρεμάμενου κινδύνου για την ίδια και την χώρα της, ζητούσε έναν ζωτικό χώρο, τον οποίο η Γερμανία δεν είχε ανάγκη και έψαχνε να βρει εκείνες τις συμμαχίες, οι οποίες θα ήσαν απαραίτητες, για την επιτυχία της, στα πολεμικά μέτωπα, που σχεδίαζε να δημιουργήσει και τα οποία, κατά καιρούς, άλλαζαν.
 
Από την άλλη πλευρά, η Βρετανία και η Γαλλία, μετά την ντροπή της Συμφωνίας του Μονάχου, ήσαν αποφασισμένες να ανακόψουν την αυξανόμενη γερμανική επιθετικότητα, στον ευρωπαϊκό χώρο, ακόμη και όταν ο Adolf Hitler και η ναζιστική ηγεσία του Βερολίνου επικαλούνταν ευλογοφανή επιχειρήματα, για να την υποστηρίξουν.
 
Βέβαια, το Λονδίνο και το Παρίσι ευελπιστούσαν ότι το Βερολίνο θα έστρεφε την επιθετικότητά του, στην "Σοβιετική Ένωση" και για τον λόγο αυτόν, απέρριψαν τις επίμονες προσπάθειες της "σοβιετικής" διπλωματίας, για την σύναψη στρατιωτικής συμμαχίας, κατά της Γερμανίας, ενώ, από την άλλη πλευρά, η γερμανική ηγεσία απέρριψε και την πρόταση της Μόσχας, για την ένταξη της "Ε.Σ.Σ.Δ.", στο Σύμφωνο Γερμανίας - Ιταλίας - Ιαπωνίας.
 
Όλα αυτά, όπως είναι φυσικό, θορύβησαν τον Ιωσήφ Στάλιν, ο οποίος φοβόταν, όχι, μόνο, ότι η "Σοβιετική Ένωση" θα υφίστατο μια άμεση επίθεση, από την Γερμανία, αλλά και ότι ήταν πιθανόν το σύνολο των μεγάλων δυνάμεων του ευρωπαϊκού καπιταλισμού να επιτεθούν, στην χώρα του και να την αποικιοποιήσουν. Και φυσικά, αυτοί οι φόβοι του δεν ήσαν αβάσιμοι. Κάθε άλλο.
 
 
 
 
 
 
 
 
Έτσι, όταν η γερμανική ηγεσία, τον Αύγουστο του 1939, κατέληξε, ως προς τις προτεραιότητές της, για το ποιά μέτωπα θα ανοίξει, καθορίζοντας ότι προέχει η υποταγή της Δύσης, με πρώτο θύμα την φιλοβρετανική Πολωνία και όχι της Ανατολής, ο ηγέτης του Κρεμλίνου δέχτηκε, ως μάνα εξ ουρανού, την γερμανική πρόταση, για την σύναψη του Συμφώνου μη επιθέσεως, το οποίο υπέγραψαν, στις 23 Αυγούστου 1939, ενώπιον του ίδιου του Ιωσήφ Στάλιν, οι υπουργοί Εξωτερικών των δύο χωρών.
 
Αυτή είναι η απλή και αποϊδεολογικοποιημένη πραγματικότητα εκείνου του Συμφώνου μη επιθέσεως, το οποίο δεν προϋπήρξε και δεν μετεξελίχθηκε, ως Σύμφωνο φιλίας και στρατιωτικής συμμαχίας, εξ αιτίας των υστερόβουλων προθέσεων του Adolf Hitler, ο οποίος ήθελε να έχει λυμένα τα χέρια του και όχι επειδή ο Ιωσήφ Στάλιν είχε οποιουσδήποτε ιδεολογικούς φραγμούς, για την δημιουργία συμμαχιών, με τα φασιστικά καθεστώτα της εποχής.
 
Αυτό, που είναι σαφές, είναι ότι οι αποφάσεις, που λήφθηκαν, για την συνομολόγηση αυτού του Συμφώνου, ήσαν, πλήρως, αποϊδεολογικοποιημένες και φυσικά, αντανακλούσαν την ρευστότητα της ισορροπίας των πολλαπλών δυνάμεων, που επικρατούσε, μεταξύ τους, εκείνη την μεταβατική εποχή, όπως και τις προτεραιότητες και τις άμεσες ανάγκες των πρωταγωνιστών. 
 
Από αυτή την πλευρά, το 1939, ο Ιωσήφ Στάλιν, δύσκολα, μπορεί να επικριθεί. Κοίταξε να προφυλάξει την χώρα του και να κερδίσει, άκοπα, επί του εδάφους, αυτό που μπορούσε να αποσπάσει, από την ναζιστική Γερμανία. Και το απέσπασε. (Μόνο που δεν προετοίμασε την "Ε.Σ.Σ.Δ.", για την μεταγενέστερη γερμανική επιδρομή, τον Ιούνιο του 1941, επειδή δεν πίστεψε ότι αυτή η επιδρομή θα γινόταν).
 
Βέβαια, από ηθική και ιδεολογικοπολιτική πλευρά, όχι τόσο η σύναψη αυτού του Συμφώνου, όσο η συνομολόγηση του Μυστικού Πρωτοκόλλου του Συμφώνου μη επιθέσεως, το οποίο παρουσιάζουμε, εδώ, είναι καταδικαστέα, αφού μοιράζονταν ξένα εδάφη και χώρες των οποίων οι πληθυσμοί, ούτε καν ρωτήθηκαν.
 
(Βέβαια, η Νι Κα Βε Ντε, μετά την κατάληψη των χωρών αυτών - γιατί όλα αυτά τα εδάφη και αυτές οι χώρες κατελήφθησαν, από τον Κόκκινο Στρατό -, διεξήγαγαν, μέσα σε ένα κλίμα απίστευτων διωγμών και τρόμου, "δημοψηφίσματα", τα οποία επικύρωσαν την, de facto, δημιουργηθείσα κατάσταση). 
 
Όμως, από στρατηγική άποψη, όλα αυτά, αν και δεν είναι δικαιολογημένα, έχουν μια πολύ στερεά αιτιολογημένη βάση, αφού η διεθνής κατάσταση ήταν, εξαιρετικά, ανισόρροπη και οι δημιουργούμενες συμμαχίες ήσαν ρευστές και ως εκ τούτου, σαθρές και μεταβαλλόμενες.
 
Έχοντας υπόψη τα, εξαιρετικά, ρευστά δεδομένα της σημερινής μεταβατικής εποχής ενός αναδυόμενου πολυπολικού κόσμου και την επερχόμενη, σε ένα όχι μακρινό μέλλον (εάν δεν αναχαιτισθεί), πλανητική πρωτοκαθεδρία του κινεζικού γίγαντα και με υπαρκτή - υπαρκτότατη - την αναζήτηση των μεταβαλλόμενων, εκατέρωθεν, συμμαχιών, ανάμεσα στις σύγχρονες Μεγάλες Δυνάμεις (Η.Π.Α./Δύση, Κίνα, Ρωσία, Ινδία, κλπ), δεν θα αποτελέσει έπληξη η δημιουργία τέτοιων (λιγότερο, ή περισσότερο, σταθερών και ασταθών) συμμαχιών, ανάμεσα σε αυτές.
 
Μόνο, που όταν αυτές οι αντίστοιχες συμμαχίες υπάρξουν και μέχρι έναν βαθμό, σταθεροποιηθούν και επισημοποιηθούν, το ρολόϊ της παγκόσμιας Ιστορίας θα βρεθεί, στο ίδιο σημείο, που ήταν τον Αύγουστο του 1939.
 
Δυστυχώς...