Για τις ελληνικές χρεωκοπίες του παρελθόντος (του 1893 και του 1932), όπως και για την παρούσα χρεωκοπία, που ξεκίνησε το 2010 και συνεχίζει να ταλαιπωρεί την ελληνική κοινωνία, έχω γράψει ποταμούς κειμένων. Δεν βλάπτει, όμως, όποτε είναι χρήσιμο, να προστεθούν, σε αυτά, περισσότερα πράγματα. Και τώρα, με την επικείμενη ολική επαναφορά της Νέας Δημοκρατίας, στην κυβέρνηση, μια ανασκόπηση αυτών των τριών ελληνικών κρατικών χρεωκοπιών και των επιπτώσεών τους, στην ελληνική οικονομία και κοινωνία, είναι απαραίτητη, για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε το γιατί οι ελληνικές κυβερνήσεις (δεξιές κεντρώες και αριστερές) οδηγούν το ελληνικό καράβι να αρμενίζει, στραβά, σε έναν γυαλό - την ευρωζώνη -, ο οποίος είναι, επίσης, στραβός, από την κατασκευή του.
 
Όσοι διαβάζουν τα δημοσιεύματά μου, σε αυτό εδώ το μπλογκ, γνωρίζουν ότι η μόνιμη επωδός όλων όσων γράφω, γύρω από τα ζητήματα, που αφορούν την οικονομία, αποτελεί η διαπίστωσή μου (η οποία αποτελεί και κανόνα) ότι  βασικό στοιχείο της κυριαρχίας του κράτους, ως νομικής προσωπικότητας ενός λαού, ο οποίος κατοικεί, σε μια συγκεκριμένη εδαφική περιοχή, είναι η πλήρης εξουσία του, στο εκδιδόμενο, από το κράτος αυτό, χρήμα, δηλαδή στην νομισματοκοπή και τελικά, στην χρηματική κυκλοφορία, εντός του οικονομικού χώρου, στον οποίο ασκείται η κρατική εξουσία.
 
Στα πλαίσια αυτά, το κράτος, που ασκεί το δικαίωμα της νομισματοκοπής δεν μπορεί να πτωχεύσει, διότι ο δανεισμός, στον οποίο προσφεύγει, είναι ένας εικονικός, ένας μαλακός και αυτοεξυπηρετούμενος δανεισμός, αφού, κατά κανόνα, διενεργείται, με βάση το τοπικό νόμισμα, που εκδίδει το κράτος, το οποίο δανείζεται, από τις τράπεζες, τις οποίες εξοφλεί, με την ανακύκλωση του δανεισμού και την νομισματοκοπή.
 
Ως εκ τούτου, το ελληνικό κράτος, όταν ασκούσε την κυριαρχία του, στην δραχμή, η οποία ήταν το τοπικό νόμισμα, που εξέδιδε, μπορούσε να προβαίνει, σε δραχμικό δανεισμό και ως εκ τούτου, δεν είχε κανένα πραγματικό πρόβλημα δανεισμού. Ο κρατικός δανεισμός αναχρηματοδοτείτο, με έναν συνδυασμό ομολογιακού δανεισμού, μέσω των τραπεζών και έκδοσης χρήματος εκ του μηδενός, δηλαδή με την έκδοση νέων δραχμικών τραπεζογραμματίων, τα οποία ήσαν πληρωτέα, επί τη εμφανίσει και εξοφλούσαν το προγενέστερο χρέος. 
 
Παρ' όλα αυτά, το κράτος έχει χρεωκοπήσει, από την εποχή του πολέμου, για την ελληνική ανεξαρτησία, όχι λίγες φορές. Τις πιο πρόσφατες χρεωκοπίες, αυτές του 1893, του 1932 και του 2010, τις έχουμε περιγράψει πολλές φορές και έχουμε διαπιστώσει την κοινή βασική αιτία αυτών των κρατικών χρεωκοπιών, οι οποίες - άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο - έχουν διαταράξει την ομαλή οικονομική και κοινωνική ζωή του πληθυσμού της χώρας μας, στα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα των οικονομικών και κοινωνικών κρίσεων, που προέκυψαν, ως φυσιολογικά τερατογεννήματα των χρεωκοπιών αυτών.
 
Έτσι, μπορούμε, εύκολα και χωρίς τον φόβο του οποιουδήποτε σφάλματος, να διαπιστώσουμε ότι και οι τρεις ελληνικές κρατικές χρεωκοπίες του 1893, του 1932 και του 2010, ήσαν αποτέλεσμα του γεγονότος ότι το ελληνικό δημόσιο, σε όλες αυτές τις περιπτώσεις - όπως και τις προηγούμενες - χρεωκόπησε, επειδή προέβη, σε εκτεταμένο δανεισμό, με βάση ξένα νομίσματα (το γαλλικό χρυσό φράγκο, την αγγλική χρυσή λίρα και το ευρώ, αντιστοίχως), με αποτέλεσμα κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που, κάθε φορά, συνέπιπτε, με την έλευση κάποιας διεθνούς οικονομικής κρίσης, να οδηγηθεί, στην αδυναμία εξυπηρέτησης αυτού του, σε ξένα νομίσματα, δανεισμού. Και ως εκ τούτου, στην χρεωκοπία.
 
Αυτή είναι η πραγματικότητα.
 
Όμως, όσο το ελληνικό δημόσιο χρέος ήταν εκφρασμένο, στο τοπικό νόμισμα της χώρας (ή μπορούσε να μετατραπεί, σε αυτό) και να εξυπηρετηθεί, με δραχμές, το ελληνικό κράτος δεν αντιμετώπιζε κανέναν κίνδυνο χρεωκοπίας. Ο παρακάτω πίνακας είναι, χαρακτηριστικά, επιβεβαιωτικός αυτής της ιστορικής και πραγματικής διαπίστωσης. Ας δούμε το γιατί :
 
 
 
 
 
 
Ο παραπάνω πίνακας, ο οποίος απεικονίζει, σε ευρώ (δηλαδή, σε ένα ξένο νόμισμα), την σχέση των εσόδων των ελληνικών κρατικών προϋπολογισμών, της περιόδου 1981 - 2010, με τις δαπάνες, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, θέλει να αποδείξει, ψευδεπιγράφως, ότι η διόγκωση της δαπάνης, για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (ανεξαρτήτως νομίσματος), είναι υπεύθυνη, για την χρεωκοπία του ελληνικού κράτους.
 
Αυτός ο επιφαινόμενος ισχυρισμός είναι, κατ' εξοχήν, ανυπόστατος, επειδή δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι το ελληνικό δημόσιο χρέος, έως την 31/1/2001, ήταν εκφρασμένο, περίπου, κατά 85% του συνόλου του, σε δραχμές και κατά 15%, περίπου, σε ξένα νομίσματα και ως εκ τούτου, ήταν δυνατόν να εξυπηρετηθεί. 
 
Ουσιαστικά, δηλαδή, έχουμε να κάνουμε, με ένα, τελείως, διαφορετικό δημόσιο χρέος, από αυτό, στο οποίο μετασχηματίσθηκε, με την μετατροπή του, από την 1/1/2002, οπότε η Ελλάδα εντάχθηκε, στην ευρωζώνη, σε ένα, καθ' ολοκληρίαν χρέος εκφρασμένο, σε ευρώ, γεγονός, το οποίο το κατέστησε ένα σκληρό χρέος, το οποίο δεν μπορούσε να εξυπηρετηθεί, επειδή το νόμισμα αυτό, που αντικατέστησε την τοπική και μαλακή δραχμή, λειτουργεί, ως ένα ξένο, προς την ελληνική οικονομία, νόμισμα, αφού αυτό, πλέον, δεν εκδίδεται, από τις ελληνικές αρχές, αλλά από την ευρωμπατιροτραπεζοκρατία της Φραγκφούρτης, η οποία και ελέγχει την κυκλοφορία του κοινού νομίσματος των χωρών της ευρωζώνης, με κριτήρια, τα οποία δεν αφορούν τις ανάγκες της ελληνικής οικονομίας, αλλά τους κανόνες, οι οποίοι διαφυλάσσουν την συναλλαγματική και εν τέλει, την αποθησαυριστική αξία του νομίσματος αυτού, προς χάριν των μεγαλοκατόχων του. Δηλαδή, προς χάριν της μπατιροτραπεζοκρατίας και των μεγάλων επιχειρήσεων. 
 
Αυτή είναι η πραγματικότητα, η οποία καθιστά το περιεχόμενο του παραπάνω πίνακα και τα συμπεράσματα, που οι συντάκτες του επιδιώκουν να εξαχθούν, ψευδή και παραπλανητικά, ακριβώς, επειδή δεν λαμβάνουν υπόψη το γεγονός ότι άλλη είναι η νομισματική βάση των στοιχείων του, εν λόγω πίνακα και η εξυπηρεσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, όταν τα στοιχεία αυτά υπολογίζονται, σε δραχμές και άλλη είναι η νομισματική του βάση, όπως και η εξυπηρεσιμότητα του ελληνικού δημόσιου χρέους, τώρα, που τα στοιχεία αυτά υπολογίζονται, σε ευρώ.
 
Αυτή η σύγχυση, που γίνεται, ως προς την νομισματική βάση του ελληνικού δημόσιου χρέους, δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι σκόπιμη και είναι επιτηδευμένη, προκειμένου να συσκοτίσει τα γεγονότα, την απύθμενη πνευματική βλακεία της πολιτικής ελίτ της περιόδου των κυβερνήσεων του Κώστα Σημίτη και την στρατηγική ήττα, στην οποία οδηγήθηκε η ελληνική κοινωνία, με την ολέθρια επιλογή της κατάργησης του τοπικού μας νομίσματος και την ένταξη της Ελλάδας, στο ευρώ και την ζώνη του.
 
Όμως, παρά τις όποιες - επιτυχείς, επί του παρόντος - προσπάθειες της ανόητης εντόπιας ελίτ να κρύψει την ωμή πραγματικότητα των ηλίθιων και συνάμα, καταστροφικών επιλογών της, η ουσία του βαρύτατου ελληνικού προβλήματος της καταστροφικής πτώσης του ΑΕΠ της χώρας και της χρονίζουσας υπανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας εντοπίζεται, στην αντικατάσταση της δραχμής, ήτοι του τοπικού νομίσματος της χώρας και ιδιαίτερα, στην απώλεια της ελληνικής κρατικής κυριαρχίας, με την μεταφορά της εξουσίας, επί του ευρώ, δηλαδή, επί του νέου νομίσματος, το οποίο υιοθέτησε ο ανίκανος, για κάθε ορθολογική σκέψη, Κώστας Σημίτης, αλλά και ο αστικός πολιτικός κόσμος της χώρας (συν τον εκκολαπτόμενο, ως καθεστωτικό παράγοντα, ΣΥΡΙΖΑ), το 1999, στην τραπεζική γραφειοκρατική ελίτ της Ε.Κ.Τ., με αποτέλεσμα, το νόμισμα αυτό να λειτουργεί, ως οιονεί, ξένο νόμισμα, το οποίο απομυζά την ελληνική οικονομία, αφού, στα χρόνια του ευρώ, δηλαδή, από το 2002, πάνω από 1 τρισ. ευρώ, έφυγαν, από την χώρα, εξ αιτίας της ελεύθερης κίνησης κεφαλαίων, την οποία επέβαλε η συμμετοχή της Ελλάδας, στην ευρωπαϊκή νομισματική ένωση. 
 
Υπο τις συνθήκες αυτές, η ελληνική κρατική χρεωκοπία ήλθε, ως ένα, περίπου, φυσικό αποτέλεσμα. Και μάλιστα, η αλήθεια είναι ότι άργησε. Άργησε, αλλά ήλθε.
 
 
 
 
 
 
 
Όταν, στις 10/12/1893, ο, τότε, πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης αναφώνησε, στην παλαιά βουλή, το περιβόητο "Δυστυχώς, επτωχεύσαμεν", μια φράση, η οποία δεν καταγράφηκε, στα πρακτικά, διότι ο πρωθυπουργός της εποχής δεν επιθυμούσε να του μείνει η ρετσινιά, οι λόγοι και εκείνης της χρεωκοπίας του ελληνικού κράτους δεν ήσαν πολύ διαφορετικοί, από αυτούς, για τους οποίους, το κράτος της χώρας μας, χρεωκόπησε, στις 23/4/2010, όταν ο, τότε πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου ανακοίνωσε, με διάγγελμά του, μέσα σε ένα μαγευτικό ανοιξιάτικο τοπίο, από το ακριτικό Καστελλόριζο, την μνημονιακή υπαγωγή της Ελλάδας, στο σύχρονο καθεστώς της ευρωπαϊκής χρεωδουλοπαροικίας, το οποίο συνεχίζει να υφίσταται, μέχρι τις ημέρες μας και θα συνεχίζει να υφίσταται, έως ότου ο πληθυσμός της χώρας μας αποφασίσει (και εάν αποφασίσει) να αποτινάξει αυτόν τον καταθλιπτικό ζυγό.
 
Υπάρχουν, βέβαια, κάποιες διαφορές, ανάμεσα, στην χρεωκοπία του 1893, που ξεκίνησε, με την επιβολή ενός καθεστώτος πτώχευσης και στην χρεωκοπία του 2010, που καταλήγει να εξελίσσεται, σε ελεγχόμενη πτώχευση. Στην ζωή όλα εξελίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους και τα γεγονότα είναι, πάντοτε, διαφορετικά, όμως, αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιες ιστορικές περίοδοι δεν παρουσιάζουν μια πολύ σημαντική ομοιότητα. Ιδίως, όταν αυτές οι περίοδοι συνδέονται και αφορούν οικονομικά φαινόμενα. Την παρουσιάζουν. 
 
Από αυτές, τις διαφορές, ανάμεσα, στο 1893 και στο 2010, μόνον, μία είναι σημαντική. Αυτή η διαφορά αφορά το γεγονός ότι το υπερδανεισμένο, σε ξένο νόμισμα, ελληνικό κράτος διατηρούσε, σε ισχύ το τοπικό του νόμισμα. Την δραχμή.
 
Όμως, αυτή η διαφορά, για τους λόγους, που εξηγήσαμε, παραπάνω, δεν μπόρεσε να σώσει το ελληνικό κράτος, από την χρεωκοπία, διότι η δραχμή είχε ενταχθεί, στην ευρωπαϊκή (που δεν ήταν, μόνον, ευρωπαϊκή, αφού περιλάμβανε και χώρες της Λατινικής Αμερικής) νομισματική ένωση της εποχής, την Λατινική Ένωση, η οποία είχε, ως κοινή νομισματική βάση το χρυσό γαλλικό φράγκο, με αποτέλεσμα η δραχμή να καταστεί ένα πολύ σκληρό νόμισμα, το οποίο, φυσικά, δεν ανταποκρινόταν, στην παραγωγική βάση της ελληνικής οικονομίας, την οποία, κυριολεκτικά, συνέτριψε και την οδήγησε, στην χρεωκοπία, αφού οι ελληνικές εξαγωγές δεν μπορούσαν να καλύψουν, ούτε κατ' ελάχιστον, τις εισαγωγές και έτσι το ελληνικό ισοζύγιο εξωτερικών συναλλαγών δεν μπορούσε να καλύψει τις δημιουργημένες, επί τη βάσει της σκληρής δραχμής (της "χρυσής δραχμής") της εποχής εκείνης, εξωτερικές υποχρεώσεις του κράτους και της ελληνικής οικονομίας.
 
 
 
 
 
 
 
Αλλά, έστω και έτσι, οι ξένοι δανειστές δεν μπόρεσαν να επιβάλουν, στις ελληνικές κυβερνήσεις του Χαρίλαου Τρικούπη, του Θεόδωρου Δηλιγιάννη και των υπόλοιπων, όσων χρημάτισαν πρωθυπουργοί, μέχρι τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, τον Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, όπως φαίνεται και από το παραπάνω φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως της 26/2/1898, με τον οποίο επιβλήθηκε, τελικά, το καθεστώς της χρεωδουλείας, το οποίο υπήρξε προϊόν της χρεωκοπίας του 1893, αλλά και της συντριπτικής ελληνικής στρατιωτικής ήττας, που απείλησε να επαναφέρει, στην χώρα, τον οθωμανικό ζυγό και υποχρέωσε την ελληνική πολιτική ηγεσία να δεχθεί, ως αντάλλαγμα, για την αποτροπή της κατάληψης της Αθήνας, από τον τουρκικό στρατό, την επιβολή του ταπεινωτικού θεσμού του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου, ο οποίος υπήρξε σκληρός, επιβάλλοντας ένα καθεστώς χρεωδουλείας, μέχρι το στρατιωτικό κίνημα, που έγινε, στο Γουδί, στις 15/8/1909, δια του οποίου ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος του Νικόλαου Ζορμπά κατήργησε, στην πράξη τον καθορισμό της γενικής οικονομικής, κοινωνικής και εσωτερικής πολιτικής, από τους ξένους δανειστές.
 
 
 
 
 
 
 
Αλλά, όπως είπαμε, οι χρεωκοπίες του 1893 και του 2010 δεν ήσαν οι μόνες πρόσφατες χρεωκοπίες του ελληνικού κράτους. Η παραπάνω γελοιογραφία της εποχής της χρεωκοπίας του 1932, όταν ο, τότε, πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος ζητιάνευε, ματαίως, ένα μεγάλο δάνειο, σε ξένο νόμισμα, από την Αγγλία και την Γαλλία, είναι αδιάψευστος μάρτυρας του και πάλι, καταθλιπτικού κλίματος, που επικρατούσε και εκείνη την περίοδο.
 
Η ελληνική κρατική χρεωκοπία του 1932, η οποία και πάλι είχε την αιτία της, στην σύνδεση της δραχμής (της αποκαλούμενης και πάλι, ως "χρυσής δραχμής"), με ένα σκληρό ξένο νόμισμα - αυτή την φορά την αγγλική χρυσή λίρα - , οδήγησε την χώρα, στην χρεωκοπία, αμέσως, μετά την έλευση της GREAT DEPRESSION της περιόδου 1929 - 1932, παρά τις απέλπιδες και ατελέσφορες προσπάθειες του Ελευθέριου Βενιζέλου να συγκρατήσει την αξία της δραχμής, μη ακούοντας τις ορθότατες προτροπές του Κυριάκου Βαρβαρέσου και του Δημήτριου Μάξιμου, για αποσύνδεση της δραχμής, από την αγγλική λίρα.
 
Παρά τον αρχικό και επιμένοντα δογματισμό του φιλελεύθερου Κρητικού γέροντα, ο οποίος δογματισμός, προφανώς, συνδεόταν και με τα συμφέροντα του κύκλου, που τον στήριζε, πολιτικά, ο Ελευθέριος Βενιζέλος, στις 27/4/1932, αποσύνδεσε την δραχμή, από την αγγλική χρυσή λίρα και έδωσε την απαραίτητη ανάσα, στην ελληνική οικονομία, η οποία, όπως δείχνει και ο αρχικός πίνακας του παρόντος δημοσιεύματος ξαναβρήκε την αναπτυξιακή της τροχιά, διότι οι ελληνικές κυβερνήσεις της εποχής εκείνης αρνήθηκαν να διαπράξουν όσα διέπραξαν ο Χαρίλαος Τρικούπης και οι διάδοχοί του, από το 1893, έως το 1909.
 
Τελικά, η χρεωκοπία του 1932 δεν ήταν σαν την χρεωκοπία του 1893. Ούτε σαν την χρεωκοπία του 2010.
 
Εκείνη την εποχή το πολιτικό προσωπικό της χώρας και η εντόπια ελίτ δεν θέλησαν να υποκύψουν, στις απαιτήσεις των ξένων δανειστών, οι οποίοι, με την σειρά τους, χωρίς την εντόπια υποστήριξη, δεν στάθηκαν ικανοί να επιβάλουν τους όρους τους. Πέραν από τα συμφέροντα της εντόπιας ελίτ, η ύπαρξη του λαϊκού παράγοντα και των αντιδράσεών του, έπαιξε και αυτή τον ρόλο της.
 
Έτσι, οι κυβερνήσεις του Ελευθέριου Βενιζέλου, του Παναγή Τσαλδάρη, μέχρι και την δικτατορική κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, πέραν από την παύση πληρωμών, προς τους ξένους δανειστές, περιόρισαν, δραστικότατα, κατά 50%, τις εισαγωγές, προκειμένου να ενισχυθούν τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας και όρισαν την δραχμή, ως μετατρεπόμενη.
 
Φυσικά, πολλές ιδιωτικές τράπεζες έκλεισαν, αλλά οι τραπεζικές καταθέσεις δεν χάθηκαν και τα περισσότερα τραπεζικά δάνεια διαγράφηκαν, με αποτέλεσμα, πολύ γρήγορα, η οικονομία να εμφανίσει μια ξέφρενη αναπτυξιακή πορεία της τάξεως του 6% το 1933 και του 13,5%, το 1937.
 
Το ίδιο χρονικό διάστημα τα αποθεματικά της Τράπεζας της Ελλάδος, έφθασαν, στα 44,7 εκατομμύρια δολλάρια, το 1934, από 7,4 εκατομμύρια δολλάρια, που ήσαν το 1932, ενώ η νομισματική κυκλοφορία υπερδιπλασιάστηκε, για να φθάσει, το 1939, στα 9 δισ. $.
 
Αυτό που έκανε η σοφότατη πολιτικοοικονομική ελίτ της χώρας, την περίοδο της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 1932, μέχρι τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940 - 1941, σώζωντας την ελληνική οικονομία και κοινωνία, από τον ζυγό των ξένων δανειστών, δεν το έκανε η αδαής, η πουλημένη, στα ξένα συμφέροντα,  σύγχρονη πολιτικοοικονομική ελίτ της χώρας, στην τωρινή εποχή της ελληνικής κρατικής χρεωκοπίας του 2010, υποτάσσοντας τον ελληνικό πληθυσμό, στο παρόν καθεστώς της σύγχρονης χρεωδουλοπαροικίας.  
 
Αυτό το ιταμό καθεστώς είναι, που η ελληνική κοινωνία οφείλει να αποτινάξει, από πάνω της. Η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσαν να είναι ένα εργαλείο, για την επίτευξη αυτού του πραγματικού καθήκοντος, που τίθεται, εκ των πραγμάτων, ενώπιόν μας.
 
Τα ορφανά του ελληνικού σταλινισμού επέλεξαν, εξ αρχής, κοροϊδεύοντας την ελληνική κοινωνία, να εξυπηρετήσουν τους ξένους δανειστές και την εντόπια "ευρωπαϊστική" ολιγαρχία. Και γι' αυτό τιμωρήθηκαν. Λιγότερο, από όσο τους άξιζε.  Αλλά, έστω και έτσι, τιμωρήθηκαν...