1919 - 1922 Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος, μέσα από έναν κατατοπιστικό χάρτη. Και όμως, ενώ, τον Αύγουστο του 1922, ο ελληνικός στρατός βρισκόταν, στον άξονα Αφιόν Καραχισάρ και Εσκί Σεχίρ, σχεδόν, αστραπιαία, κατέρρευσε. Το γιατί  προέκυψε αυτή η ολέθρια εξέλιξη είναι, που θα εξετάσουμε, εδώ.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
Καθώς έχουν περάσει 98 χρόνια, από την μικρασιατική καταστροφή, και με δεδομένο το γεγονός ότι η ελληνική εκστρατεία, στην Μικρά Ασία, ήταν, ούτως ή άλλως, ένα παράτολμο και προβληματικό εγχείρημα, πρέπει να πούμε πως η ελληνική ήττα, η κατάρρευση του μετώπου και η συντριβή του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος, τον Αύγουστο του 1922, από τα οργανωμένα ανταρτικά σώματα του Μουσταφά Κεμάλ και του Ισμέτ Ινονού δεν ήταν μια μοιραία, ούτε καν μια αναμενόμενη εξέλιξη. Δεν είναι, ευρύτερα, γνωστό, στο ελληνικό κοινό, αλλά η απλή αλήθεια είναι ότι το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα, υπερείχε, κατά πολύ, του τουρκικού ανταρτικού στρατού, σε όλη την διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, από την εποχή της ανταρσίας του Μουσταφά Κεμάλ, εναντίον της ηττημένης, από την Αντάντ, σουλτανικής κυβέρνησης το 1919, έως και την ταπεινωτική ήττα του ελληνικού στρατού, το 1922.
 
Η ελληνική συντριβή δεν προέκυψε, ως φυσιολογικό γεγονός. Προέκυψε, ως έκπληξη. Τις αιτίες αυτής της απρόσμενης έκπληξης είναι που θα δούμε, στο παρόν δημοσίευμα.
 
Η άμεση αιτία της ελληνικής συντριβής ήταν η απομάκρυνση μιας πολύ σημαντικής δύναμης 20.000 ανδρών, από το μέτωπο της Μικράς Ασίας και η μεταφορά αυτής της δύναμης, στην ανατολική Θράκη, με στόχο την υποτιθέμενη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, προκειμένου οι κεμαλιστές να υποχρεωθούν να υπογράψουν συνθήκη ειρήνης.
 
Επρόκειτο για ένα τραγικό στρατηγικό σφάλμα, το οποίο εξασφάλισε ένα σπουδαίο - και μοιραίο, για την ελληνική πλευρά - τακτικό πλεονέκτημα, στις τουρκικές στρατιωτικές δυνάμεις, στο μικρασιατικό μέτωπο, αφού η ελληνική στρατιά εξασθένησε και ουσιαστικά, κατέστη έρμαιο, στις διαθέσεις του τουρκικού ανταρτικού στρατού.
 
Αυτό το άμεσο πλεονέκτημα οι δύο πασάδες, ο Ισμέτ και ο Μουσταφά Κεμάλ δεν άφησαν ανεκμετάλλευτο. Ο Ισμέτ Ινονού, ευθύς ως διαπίστωσε την νέα πραγματικότητα, που διαμόρφωσε η αποχώρηση των δύο μεραρχιών του ελληνικού πεζικού, από το μέτωπο και αντελήφθη ότι οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις, στην γραμμή Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ είχαν, πλέον, εξασθενήσει, ενημέρωσε τον Μουσταφά Κεμάλ, για την επικρατούσα κατάσταση, στο μέτωπο, αναφέροντάς του ότι, τώρα, ήλθε η ώρα της επίθεσης, κατά του ελληνικού στρατού, την οποία, έως τότε, η τουρκική στρατιωτική ηγεσία ανέβαλε, επειδή φοβόταν, επί μακρόν, να την πραγματοποιήσει, αφού έβλεπε ότι οι δυνάμεις της ήσαν ανεπαρκείς, μπροστά, στην υπέρτερη ελληνική δύναμη πυρός.
 
Η γενική επίθεση του Αυγούστου του 1922, την οποία πραγματοποίησαν οι κεμαλικές δυνάμεις υπήρξε επιτυχής, εξ αιτίας και του γεγονότος ότι η ελληνική στρατιωτική ηγεσία, ήτοι ο, μόλις, τον Μάϊο του 1922, διορισμένος, ως αρχιστράτηγος του μικρασιατικού πολέμου, Γεώργιος Χατζανέστης την υποτίμησε, με αποτέλεσμα να διοικεί την ελληνική στρατιά, από την Σμύρνη, 400 χλμ μακριά από το μέτωπο, την ίδια στιγμή, που ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν παρών στο μέτωπο και μπορούσε να παρατηρεί και να συμπεριφέρεται, ανάλογα με τις ανάγκες του αγώνα, που έδινε, μια δυνατότητα την οποία ο Χατζανέστης στέρησε, από τον εαυτό του.
 
Κάπως έτσι, μέσα σε μερικές κρίσιμες ημέρες, η ελληνική στρατιά κατέρρευσε, σαν χάρτινος πύργος και η μικρασιατική καταστροφή, που ακολούθησε, επήλθε, ως φυσικό αποτέλεσμα, αυτών των εγκληματικών ενεργειών, που διέπραξε η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία εκείνης της εποχής, μια πολιτική ηγεσία, που επέλεξε και τοποθέτησε, ως αρχιστράτηγο, το συγκεκριμένο πρόσωπο, το οποίο ήταν, από καθαρά επαγγελματική άποψη, ανίκανο να διαχειριστεί την κατάσταση και απετέλεσε την κυρία αιτία της καταστροφής.
 
 
 
 
 
\
Το απονενοημένο εγχείρημα, για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, ένα εγχείρημα, που, τελικά, ουδέποτε επιχειρήθηκε, δεν ήταν μια καινούργια ιδέα της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας. Κάθε άλλο.
 
Όπως προκύπτει από το παραπάνω απόσπασμα της θυελλώδους και συνάμα, δραματικής σύσκεψης της 29-30/3/1921, το ζήτημα της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, από τον ελληνικό στρατό, είχε τεθεί, από τον Ιωάννη Μεταξά και είχε απορριφθεί από τον, τότε, πρωθυπουργό Δημήτριο Γούναρη, λόγω της αντίθεσης, σε μια τέτοια ενέργεια, της Βρετανίας και της Γαλλίας, που κατείχαν την Πόλη.
 
Τα δεδομένα αυτά δεν είχαν αλλάξει, έναν χρόνο αργότερα, από εκείνη την σύσκεψη, στην οποία προσφέρθηκε, με πιεστικό τρόπο, η αρχιστρατηγία, στον Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος, επίμονα, την αρνήθηκε (για την σύσκεψη αυτή, σκοπεύω να αφιερώσω, στο μέλλον, ένα ειδικό δημοσίευμα).
 
Η Βρετανία και η Γαλλία εξακολουθούσαν, σταθερά, να είναι αρνητικές στην κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, από τον ελληνικό στρατό και αυτή τους την στάση την είχαν γνωστοποιήσει και στην μοιραία κυβέρνηση του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη (ο οποίος είχε συμμετάσχει στην προαναφερθείσα σύσκεψη), που είχε σχηματισθεί τον Μάϊο του 1922.
 
Τί άλλαξε; Άλλαξε η στάση της ελληνικής πολιτικής ηγεσίας, η οποία πίστεψε ότι, με την μεταφορά στρατιωτικών δυνάμεων, έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα μπορούσε να εκβιάσει τις δύο μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις.
 
\Ανοησίες. Οι Αγγλογάλλοι δεν εκβιάζονταν και κατέστησαν σαφές, στην ελληνική πλευρά ότι οποιοδήποτε στρατιωτικό εγχείρημα, για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, από τον ελληνικό στρατό, θα αντιμετωπιζόταν, με τα όπλα.
 
Κάπως έτσι και η μεταφορά μεγάλων στρατιωτικών δυνάμεων, από την μικρασιατική ενδοχώρα, έγινε, με αποτέλεσμα να αποδυναμωθεί η ελληνική αμυντική διάταξη του πολεμικού μετώπου και η επιχείρηση, για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, δεν πραγματοποιήθηκε, με αποτέλεσμα η αποσπασθείσα, στην ανατολική Θράκη, στρατιωτική δύναμη να μην έχει δουλειά να κάνει.
 
Η αλήθεια είναι ότι η κυβερνώσα παράταξη, εκείνη την εποχή, επιθυμούσε να εκβιάσει τον Μουσταφά Κεμάλ να υπογράψει μια συνθήκη ειρήνης. Η επιδίωξη αυτή, με όπλο την υποτιθέμενη κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, από τον ελληνικό στρατό, ήταν αφελής, παιδαριώδης και αδιέξοδη, διότι ήταν σαφές ότι ο Τούρκος ηγέτης αδιαφορούσε, για την τύχη της Πόλης, αφού η τύχη του πολέμου κρινόταν, στο μικρασιατικό μέτωπο.
 
Αλλά, για την εξέλιξη αυτή, δεν είχε ευθύνη, μόνον, η πολιτική ηγεσία. Καίρια ευθύνη είχε και ο αρχιστράτηγος Γεώργιος Χατζανέστης, ο οποίος, διορισμένος και αυτός, τον Μάϊο του 1922, δεν είχε και προφανώς, δεν θέλησε να αποκτήσει μια πραγματική εικόνα του μικρασιατικού μετώπου, το οποίο έπρεπε να διοικήσει.
 
Το κυριότερο όλων των σφαλμάτων του υπήρξε το γεγονός ότι στην κρίσιμη και μοιραία, για την τύχη της μικρασιατικής εκστρατείας, σύσκεψη με το κυβερνητικό επιτελείο, σύσκεψη, που έγινε, στον ναύσταθμο της Σαλαμίνας, όταν ρωτήθηκε, εάν μπορούσαν, χωρίς να κινδυνεύσει το μέτωπο του πολέμου, να αποσπασθούν στρατιωτικές δυνάμεις, από την Μικρά Ασία και να σταλούν, στην ανατολική Θράκη, για την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης, που υποτίθεται ότι θα γινόταν, ο Χατζανέστης διαβεβαίωσε την πολιτική ηγεσία ότι αυτή η ενέργεια μπορεί να γίνει, χωρίς κανέναν, απολύτως, κίνδυνο.
 
Όλα αυτά δείχνουν ότι, ο νεοδιορισμένος αρχιστράτηγος υπήρξε ένας πολύ κακός επαγγελματίας. Στην πραγματικότητα, ο Γεώργιος Χατζανέστης συμπεριφέρθηκε, ως άσχετος, δεν ήξερε να κάνει την δουλειά του και ως εκ τούτου, ήταν, απολύτως, ακατάλληλος, για την κρίσιμη αυτή θέση και φυσικά, επικίνδυνος, για την άμεση τύχη της μικρασιατικής εκστρατείας.
 
Δυστυχώς, αυτόν τον άνθρωπο επέλεξαν ο Δημήτριος Γούναρης και η κυβέρνηση να κάνουν αρχιστρατηγο, σε εκείνη την κρίσιμη στιγμή και αυτός ο άνθρωπος έδωσε αυτή την ολέθρια διαβεβαίωση, στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα την ακαριαία αποδυνάμωση της ελληνικής στρατιάς της Μικράς Ασίας, αφού ο Χατζανέστης, βλέποντας στη προκυμαία της Σμύρνης πολλούς αδειούχους, από το μέτωπο, στρατιώτες, κατέληξε στο βλακώδες συμπέρασμα ότι ο στρατός, στην Μικρά Ασία ήταν ... υπεράριθμος (!) και ότι μπορούσε, χωρίς κι δύο να μειωθεί.
 
Όμως, οι διοικητές, στο μέτωπο, που έδιναν τις άδειες, στους στρατιώτες, το έπρατταν, για λόγους τονώσεως του ηθικού των φαντάρων τους και το κυριότερο, επειδή, επί έναν χρόνο, στο μικρασιατικό μέτωπο, δεν υπήρχε ουσιώδης πολεμική κινητικότητα, με αποτέλεσμα να μπορούν να δίνονται, ακινδύνως, άδειες, μετά την λήξη των οποίων οι στρατιώτες επέστρεψαν, στις θέσεις τους και οι οποίες άδειες μπορούσαν οποιαδήποτε στιγμή χρειαζόταν να ανακληθούν.
 
Ακόμη και η πεποίθηση του Χατζανέστη ότι, στην Σμύρνη, υπηρετούσαν πολλοί, που δεν χρειαζόταν να υπηρετούν εκεί, που τον οδήγησε στο συμπέρασμα της αχρείαστης πολυανθρωπίας, στον στρατό της Μικράς Ασίας, ήταν βλακώδης, διότι αυτό δεν επηρέαζε τις ισορροπίες, που είχαν υπάρξει, στο μέτωπο, 400 χλμ μακρύτερα και το όποιο πρόβλημα θα μπορούσε να αντιμετωπισθεί, με μεταθέσεις, σε άλλες περιοχές.
 
Όμως, αυτοί που υπηρετούσαν, στην Σμύρνη, δεν ήσαν τόσοι πολλοί και σε κάθε περίπτωση, ήσαν πολύ λιγότεροι των 20.000 ανδρών, με αποτέλεσμα ο κύριος όγκος των στρατιωτικών δυνάμεων, που μεταφέρθηκαν, από την Μικρά Ασία, στην ανατολική Θράκη, να είναι, από το μέτωπο.
 
Και αυτή η μοιραία πράξη υπήρξε η βασική αιτία της καταστροφής, που ακολούθησε.
 
Δυστυχώς...