"Μια φορά γεννιόμαστε, δεν γίνεται να γεννηθούμε δυό φορές και ούτε θα υπάρξουμε ξανά ποτέ πιά, στον αιώνα τον άπαντα. Και συ, χωρίς να έχεις το αύριο στο χέρι σου, αφήνεις την χαρά για άλλοτε και στο μεταξύ, η ζωή - από αναβολή, σε αναβολή – χάνεται και ο θάνατος βρίσκει τον καθένα μας απασχολημένο". 

(Επικούρου Προσφώνησις 14). 

 
 
 
Ένα από τα πολύ σημαντικά προβλήματα, τα οποία καταταλαιπωρούν και βαραθρώνουν την ελληνική οικονομία, όπως προκύπτει, από τον παραπάνω πίνακα, είναι ο επίμονος αποπληθωρισμός, που έχει προκύψει, εδώ και πολλά έτη και είναι αποτέλεσμα των μνημονιακών πολιτικών και της πολυετούς οικονομικής κρίσης, στην οποία έρριψαν την ελληνική κοινωνία, αυτές οι εφαρμοζόμενες πολιτικές. 
 
Ως εκ τούτου, ο αποπληθωρισμός – δηλαδή η μείωση των τιμών – δεν αποτελεί ένα τυχαίο φαινόμενο. Αποτελεί ένα εργαλείο, το οποίο χρησιμοποιείται, προκειμένου να προσαρμοσθεί, με βίαιο τρόπο, η ελληνική οικονομία, στην επιδίωξη και στην φιλοδοξία της μπατιροτραπεζοκρατίας της Ε.Κ.Τ. να διαφυλάξει, πάση θυσία, την μέση αξία του νομίσματος της ευρωζώνης, με την αυταπάτη (που είναι και συνειδητή απάτη) ότι η διατήρηση αλλά και η άνοδος της αξίας του ευρώ θα προσελκύσει τους επενδυτές, στις ευρωπαϊκές οικονομίες. 
 
Η πράξη όχι, μόνο, δεν έχει επιβεβαιώσει αυτή την αυταπάτη, αλλά και την έχει διαψεύσει, κατηγορηματικά. Η ελληνική οικονομία παραμένει κατεστραμμένη, από τις οικονομικές πολιτικές, που εφαρμόστηκαν, από το 2010 και μετά και οι οποίες είχαν και εξακολουθούν να έχουν, ως συστατικό τους στοιχείο, την διατήρηση της αξίας του κοινού νομίσματος και συνακόλουθα, την πτώση και το φρενάρισμα της εντόπιας παραγωγής, η οποία, θεωρούμενη, ως ακριβή, δεν αντέχει, στον εισαγόμενο διεθνή ανταγωνισμό, χάνοντας σημαντικά μερίδια, κυρίως, στην εσωτερική αγορά, αλλά και στην εξωτερική, αφού δεν υφίσταται κανένα δίκτυ προστασίας της. 
 
Η εμπλοκή, που προέκυψε, από τον Μάρτιο του 2020 και τις καταστροφικές πολιτικές αποφάσεις, με αφορμή την εμφάνιση της, εν πολλοίς, παραφουσκωμένης υγειονομικής κρίσης, με τον COVID-2019 και το κλείσιμο ολόκληρων τομέων της ελληνικής οικονομίας, αλλά και το βαρύ κτύπημα, που υπέστη ο ελληνικός τουρισμός (τα έσοδα του οποίου έπεσαν, από τα 20 δισ. €, στο εννιάμηνο του 2019, στα 2,8 δισ. €, στο εννιάμηνο του 2020), οδήγησε στην υποτροπή και στην επανεμφάνιση του φαινόμενου του αποπληθωρισμού, η ύπαρξη του οποίου επιτείνει, από μόνη της, τις συντριπτικές καθοδικές πιέσεις, που δέχεται το σύνολο, σχεδόν της ελληνικής παραγωγής, όπως αυτή απεικονίζεται, στην εξέλιξη των συστατικών στοιχείων, που απαρτίζουν το ΑΕΠ της χώρας μας. 
 
Το κλίμα επιδεινώνεται, σε όχι ασήμαντο βαθμό, επειδή οι καταναλωτικές αποφάσεις αναβάλλονται, συστηματικά, όχι τόσο επειδή υπάρχουν προσδοκίες, για χαμηλότερες τιμές, στο μέλλον, αλλά, εξ αιτίας της αβεβαιότητας, που υπάρχει για το πώς θα πορευτεί η κάθε οικογένεια και η κάθε επιχειρηματική μονάδα. 
 
Οι επιχειρήσεις έχουν πρόβλημα, καθώς εμποδίζονται, από τις εφαρμοζομενες πολιτικές, να πωλήσουν τα προϊόντα τους. Έτσι οδηγούνται στο να μειώσουν και να παγώσουν τους μισθούς και να προχωρήσουν σε περικοπές του προσωπικού τους, όσο η ζήτηση πέφτει και η ανεργία αυξάνεται. 
 
Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία, με αρνητικό πληθωρισμό 2%, συνεχίζει ναι θα εξακολουθήσει να επιβραδύνει, ραγδαία, αφού οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις μειώνουν και θα συνεχίσουν να μειώνουν τις δαπάνες και τις επενδύσεις τους, μέσα σε ένα οικονομικό περιβάλλον κατάρρευσης. 
 
Τα πράγματα είναι άσχημα και για την δημόσια οικονομία. Τα φορολογικά έσοδα μειώνονται, δραστικά, λόγω της δραματικής πτώσης της ιδιωτικής οικονομικής δραστηριότητας, αφού μειώνονται οι μισθοί και οι δαπάνες, ενώ, από την άλλη πλευρά, το δημόσιο χρέος, μέσω του συνεχούς δημοσίου δανεισμού, αυξάνεται και θα πρέπει να αποπληρωθεί. Αυτή η κατάσταση και η συνέχισή της, οδηγούν, με την σειρά τους, στις περικοπές των δημοσίων δαπανών, με δραματικές συνέπειες, για το σύνολο της οικονομίας. 
 
Και ως εκ τούτου, όπως φαίνεται, οι προβλεπόμενες εξελίξεις θα είναι πολύ χειρότερες…